«Αρκουδότρυπα» της Χρυσιάννας Παπαδάκη και του Στέργιου Ντινόπουλου

Από την ορατότητα στη ρήξη: Σκέψεις για το queer σινεμά με αφορμή την ταινία «Αρκουδότρυπα» που προβάλλεται από αυτή την εβδομάδα στους κινηματογράφους.

Η αναζήτηση της ταυτότητας, η έκφραση της σεξουαλικής επιθυμίας έξω από τις κανονιστικές επιταγές μιας κοινωνίας που νιώθει ασφαλής μέσα στα στερεότυπα και την υποκρισία που τα πλαισιώνει, καθώς και η καταπίεση μιας κλειστής επαρχιακής κοινωνίας- στην οποία εξαιτίας του μικρόκοσμού της τα πάντα μεγεθύνονται- αποτελούν τον θεματικό πυρήνα της ταινίας «Αρκουδότρυπα» που προβάλλεται από αυτή την εβδομάδα στους κινηματογράφους.

Η ταινία ξεκίνησε αρχικά ως μικρού μήκους, το 2023, και στην πορεία οι δημιουργοί της αποφάσισαν να τη μετατρέψουν σε μεγάλου μήκους, αναλύοντας περισσότερο το κοινωνικό πλαίσιο των ηρωίδων και διεισδύοντας πιο βαθιά στον ψυχισμό τους. Καλό το εγχείρημα, αν και, κατά τη γνώμη μου, δεν ήταν απαραίτητο, γιατί προέκυψε μια επιμήκυνση του χρόνου που πρόσθεσε μεν κάποιες λεπτομέρειες στη ζωή των κοριτσιών, οι οποίες όμως γίνονταν αντιληπτές και από τη μικρού μήκους ταινία, όπου μπορούσαμε εύκολα να αντιληφθούμε την καταπίεση που δέχεται ένα νέο άτομο σε μια κλειστή επαρχία όταν αντιδρά στο κανονιστικό πλαίσιο αυτής. Βέβαια, εγώ θα συμπλήρωνα ότι το θέμα της επαρχίας αρχίζει πλέον να ξεπερνιέται, υπό την έννοια ότι η καταπίεση είναι διάσπαρτη και στα αστικά κέντρα, απέναντι σε κάθε άτομο, ανεξαρτήτως φύλου, που αντιδρά στα κανονιστικά κοινωνικά οικονομικά, πολιτιστικά και πολιτικά πλαίσια που του επιβάλλονται.

Δύο νέες κοπέλες: η μία, η Αργυρώ, ατίθαση, «ξενέρωτη» όπως χαρακτηρίζεται από την τοπική κοινωνία, επειδή δεν γουστάρει γάμους και δεσμεύσεις, αγαπά το χωριό της, την Ελάτη Τρικάλων- και πώς να μην αγαπήσεις έναν τόσο ωραίο τόπο; Ασχολείται με τις αγροτικές εργασίες, αποκαλεί σαρκαστικά τον εαυτό της «χωριάτα» και δείχνει να μην την ενδιαφέρει και να μην την απασχολεί το τι θα πουν και πώς θα κρίνουν τη ζωή της. Είναι αρκετά συνειδητοποιημένη ως προς το πού βρίσκεται, τι θέλει και τι μπορεί. Η άλλη κοπέλα, η Αννέτα, πιο υποταγμένη στην επιτελεστικότητα του φύλου της, που θέλει το άτομο να συμμορφώνεται με τον κοινωνικό ρόλο που του αποδίδεται από τη στιγμή της γέννησής του, δείχνει να συμμορφώνεται μεν, αλλά κάτι μέσα της να κλοτσάει απέναντι σε όλη αυτή τη συμμόρφωση.

Ερωτεύονται. Πολύ δικαιολογημένα, αν δεχτούμε ότι οι μεγάλοι έρωτες, πέρα από την πρώτη ματιά, εξωτερικεύουν τα στοιχεία του ενός που συναντούν τα στοιχεία του άλλου, και εκεί δημιουργείται η μεγάλη χημεία, εξωτερικεύοντας το πάθος με την ορμή που μεγαλώνει, όταν μάλιστα η ένωση πηγαίνει κόντρα στο κατεστημένο, κάτι που λαμπαδιάζει τη φλόγα του έρωτα.

Εκεί όμως κινδυνεύει να λαμπαδιάσει και η ίδια η ταινία, γιατί ο έρωτας, καλώς ή κακώς, δεν αρκεί για να αναδειχθεί το βάθος της καταπίεσης που υφίστανται οι δύο ηρωίδες της. Η μεγάλη παγίδα στην οποία, πολύ φοβάμαι, πέφτει η ταινία είναι ότι μεταφέρει αυτή την καταπίεση περιορίζοντάς την στην ταυτότητα του φύλου και στην ανάγκη ορατοποίησης μιας μη συμβατής με τα κανονιστικά πρότυπα σχέσης. 

Δεν τα έχουμε δει όμως αυτά στον κινηματογράφο πάρα μα πάρα πολλές φορές; Αρέσουν, μάλιστα, πολύ και στην κινηματογραφική βιομηχανία, η οποία στην ατζέντα της θα περιλάβει οπωσδήποτε ταινίες για τη διαφορετικότητα, δίνοντάς τους τίτλους όπως «queer σινεμά» -τίτλους που ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί δίνονται και από ποιους δίνονται. Προσωπικά, δεν θεωρώ ότι ο τίτλος ορατοποιεί. Η δυναμική του υποκειμένου μέσα στην ταινία είναι αυτή που το κάνει ορατό, ανεξαρτήτως φύλου και σεξουαλικών επιθυμιών και προτιμήσεων. 

Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το κρίσιμο ζήτημα: δεν είναι ότι η ορατότητα δεν έχει σημασία. Αντίθετα, έχει, και μάλιστα μεγάλη, ειδικά όταν αφορά ζωές, επιθυμίες και σχέσεις που για χρόνια αποκλείονταν ή παρουσιάζονταν ως παρέκκλιση. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ορατότητα παρουσιάζεται ως το τελικό πολιτικό ζητούμενο, σαν να αρκεί από μόνη της για να ανατρέψει τις σχέσεις εξουσίας που παράγουν την καταπίεση. 

Νομίζω πως το σύγχρονο ελληνικό σινεμά πρέπει να πάει ένα βήμα παραπέρα: όχι απλώς να ορατοποιεί σχέσεις και ταυτότητες που αποκλίνουν από το κανονιστικό πρότυπο, αλλά να συνδέει αυτή την ορατότητα με τις βαθύτερες κοινωνικές, ταξικές και πολιτικές δομές που γεννούν την καταπίεση. Να αναδεικνύει, δηλαδή, ότι η βαθιά υποταγή των γυναικών, αλλά και όλων των καταπιεσμένων ανθρώπων, δεν είναι μόνο ζήτημα ατομικής ταυτότητας, προσωπικής επιθυμίας ή αναζήτησης της σεξουαλικής ταυτότητας, αλλά μια βαθιά συστημική και πολιτική συνθήκη, θεμελιωμένη στη δομή της κοινωνίας, σε ένα τριπλό αμάλγαμα πατριαρχίας, καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού. Και βέβαια, μιλώντας για καπιταλισμό, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι ο χαρακτήρας του έχει μετατοπιστεί προς τον νεοφιλελευθερισμό. Έτσι, χρησιμοποιεί την κριτική που ασκείται εναντίον του- κάτι που πρέπει να λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπόψη από ταινίες που έχουν καταγγελτικό χαρακτήρα και η «Αρκουδότρυπα» ανήκει σε αυτές- προκειμένου τα στοιχεία αυτής της αντικαπιταλιστικής κριτικής να ανασημασιοδοτούνται, ώστε να νομιμοποιούν μια νέα πιο “μοντέρνα” μορφή καπιταλισμού. Μια μορφή που εκμεταλλεύεται τις αξιώσεις για αναγνώριση της ταυτότητας και της διαφοράς, αφήνοντας στην άκρη τις αξιώσεις για αναδιανομή: δηλαδή το ποιος έχει χρήματα, εργασία, στέγη, και πρόσβαση σε κοινωνικά αγαθά.

 Είναι, άλλωστε, αυτό και το σημείο καμπής του δεύτερου κύματος του φεμινιστικού κινήματος, το οποίο και το ίδιο μετατοπίστηκε από το αίτημα της αναδιανομής στο αίτημα της αναγνώρισης- καθόλου λάθος φυσικά, και απολύτως δίκαιο ως αίτημα, αλλά κάτι που εκμεταλλεύτηκε σφόδρα ο νεοφιλελευθερισμός, προκειμένου το βάρος να μετατοπιστεί σε μια κατεύθυνση που δεν απειλεί την ύπαρξή του. 

Νομίζω πως όλα τα παραπάνω ζητήματα πρέπει να υποβόσκουν, να εμφιλοχωρούν μέσα σε μια σύγχρονη ταινία που αναδεικνύει θέματα κοινωνικών ανισοτήτων και καταπίεσης. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, η «Αρκουδότρυπα» μοιάζει να σταματά και να δειλιάζει μπροστά στην περαιτέρω διερεύνησή τους. Σαν την πρωταγωνίστριά της, που αντικρίζοντας το σκοτάδι της σπηλιάς της Αρκουδότρυπας μένει απλώς να το κοιτάζει. Έτσι, το σκοτάδι παραμένει. Και μαζί του μια αρκούδα, να καιροφυλακτεί στις συνειδήσεις μας, σπέρνοντας τον φόβο -το πιο ασφαλές ανάχωμα του συστήματος απέναντι σε μία ουσιαστική ρήξη με αυτό. 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: