«Μαρξική Αντιπαραβολή» | Ατομική ευθύνη: Ελευθερία επιλογής ή ιδεολογία της ενοχής;
«Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το Είναι τους, αλλά το κοινωνικό τους Είναι που καθορίζει τη συνείδησή τους» (Καρλ Μαρξ, 1859)
Η έννοια της «ατομικής ευθύνης» εμφανίζεται σήμερα ως αυτονόητη αρχή της κοινωνικής ζωής: ο καθένας είναι υπεύθυνος για τις επιλογές του, για την επιτυχία ή την αποτυχία του, για τη θέση που καταλαμβάνει μέσα στον κοινωνικό καταμερισμό. Η καθημερινή γλώσσα, η πολιτική ρητορική και ο δημόσιος λόγος επαναλαμβάνουν με αφοπλιστική βεβαιότητα ότι «αν προσπαθήσεις, θα τα καταφέρεις», ότι «οι ευκαιρίες υπάρχουν για όλους» και ότι, τελικά, «ο καθένας είναι ο αρχιτέκτονας της ζωής του». Αυτό το σχήμα παρουσιάζεται ως ελευθερία: η δυνατότητα επιλογής, η αυτοδιάθεση, η ευθύνη ως έκφραση της ανθρώπινης αυτονομίας. Ωστόσο, η Μαρξική αντιπαραβολή αποκαλύπτει ότι η έννοια αυτή, όπως λειτουργεί στον σύγχρονο καπιταλισμό, δεν είναι ουδέτερη αλλά συγκεκριμένη ιδεολογική κατασκευή που μετατοπίζει το βάρος από τις κοινωνικές σχέσεις στο άτομο, μετατρέποντας τη δομική αναγκαιότητα σε προσωπική ενοχή.
Η Μαρξική αφετηρία είναι σαφής: «δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το Είναι τους, αλλά το κοινωνικό τους Είναι που καθορίζει τη συνείδησή τους» (Καρλ Μαρξ, 1859). Η φράση αυτή δεν αφορά απλώς μια φιλοσοφική θέση, αλλά θέτει το υλικό θεμέλιο της ανάλυσης: οι άνθρωποι δεν επιλέγουν ελεύθερα τις συνθήκες μέσα στις οποίες δρουν· δρουν μέσα σε ήδη διαμορφωμένες σχέσεις παραγωγής, σε συγκεκριμένες μορφές ιδιοκτησίας, εργασίας και κοινωνικής οργάνωσης. Αυτό σημαίνει ότι η «επιλογή» δεν είναι αφηρημένη δυνατότητα, αλλά συγκεκριμένη λειτουργία μέσα σε όρια που τίθενται αντικειμενικά. Η έννοια της ατομικής ευθύνης, όταν αποσπάται από αυτά τα όρια, μετατρέπεται σε ιδεολογικό εργαλείο που αποκρύπτει τη δομή.
Στον σύγχρονο καπιταλισμό, η εργασία αποτελεί το βασικό πεδίο όπου αυτή η ιδεολογία αποκτά υλική υπόσταση. Ο εργαζόμενος εμφανίζεται ως «ελεύθερος» να πουλήσει την εργασία του, να επιλέξει καριέρα, να εξελιχθεί. Όμως αυτή η ελευθερία είναι, όπως ήδη έχει αναλυθεί από τον Φρίντριχ Ένγκελς, διπλή: ελευθερία από τα μέσα παραγωγής και ελευθερία να πουλήσει την εργατική του δύναμη. Η «επιλογή» επομένως δεν είναι μεταξύ ισοδύναμων δυνατοτήτων, αλλά μεταξύ αναγκαιοτήτων. Η ανεργία, η επισφάλεια, η εντατικοποίηση της εργασίας δεν παρουσιάζονται ως αποτελέσματα των καπιταλιστικών σχέσεων, αλλά ως συνέπειες «κακών επιλογών», «έλλειψης προσόντων» ή «ανεπαρκούς προσπάθειας». Η δομική αντίφαση μεταμφιέζεται σε ατομικό έλλειμμα.
Η έννοια της ατομικής ευθύνης λειτουργεί έτσι ως μηχανισμός ιδεολογικής αντιστροφής. Εκεί όπου υπάρχουν αντικειμενικές κοινωνικές αντιφάσεις, προβάλλεται η ατομική αποτυχία. Εκεί όπου η κοινωνία παράγει ανισότητες, εμφανίζεται η αφήγηση της προσωπικής ανεπάρκειας. Αυτό που στην πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα της σχέσης κεφαλαίου–εργασίας, παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα χαρακτήρα ή επιλογής. Η ιδεολογία δεν αρνείται την πραγματικότητα· την αναδιατάσσει έτσι ώστε να εμφανίζεται φυσική και αναπόφευκτη. Όπως υπογραμμίζει ο Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν, η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης καθίσταται κυρίαρχη ιδεολογία ακριβώς επειδή εδράζεται στις υλικές σχέσεις εξουσίας και αναπαράγεται μέσω αυτών.
Η ατομική ευθύνη αποκτά ιδιαίτερη ένταση σε περιόδους κρίσης. Όταν η οικονομική αστάθεια, η ανεργία ή η φτώχεια γίνονται μαζικά φαινόμενα, η κυρίαρχη αφήγηση δεν αμφισβητεί το σύστημα, αλλά εντείνει την ηθικοποίηση του ατόμου: «προσαρμόσου», «επανεκπαιδεύσου», «γίνε πιο ανταγωνιστικός». Η κρίση, αντί να ιδωθεί ως έκφραση των εσωτερικών αντιφάσεων του καπιταλισμού, μεταφράζεται σε πρόβλημα ατομικής ανεπάρκειας. Έτσι, η ιδεολογία της ατομικής ευθύνης δεν λειτουργεί μόνο ως ερμηνεία, αλλά ως πειθαρχικός μηχανισμός που διαμορφώνει συμπεριφορές, επιθυμίες και αυτοαντιλήψεις.
Στο επίπεδο της συνείδησης, αυτή η διαδικασία παράγει ένα ιδιαίτερο φαινόμενο: την εσωτερίκευση της κοινωνικής αντίφασης ως προσωπικής ενοχής. Ο άνθρωπος βιώνει τις αντικειμενικές δυσκολίες της ζωής του ως δικό του σφάλμα. Η αποτυχία δεν εμφανίζεται ως αποτέλεσμα κοινωνικών όρων, αλλά ως προσωπική ανεπάρκεια. Εδώ συναντάται η Μαρξική ανάλυση με τη γνωσιολογική προσέγγιση του Σεργκέι Ρουμπινστάιν, ο οποίος υπογραμμίζει ότι η συνείδηση συγκροτείται μέσα από την ενεργό σχέση με την πραγματικότητα. Όταν αυτή η πραγματικότητα είναι διαστρεβλωμένη ιδεολογικά, τότε και η συνείδηση αναπαράγει αυτή τη διαστρέβλωση, μετατρέποντας την αντικειμενική αναγκαιότητα σε υποκειμενική ενοχή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ατομική δράση δεν έχει σημασία. Αντιθέτως, η Μαρξική προσέγγιση αναγνωρίζει ότι οι άνθρωποι «κάνουν την ιστορία τους», αλλά «όχι υπό συνθήκες που οι ίδιοι έχουν επιλέξει» (Marx, 1852). Η ευθύνη, επομένως, δεν εξαφανίζεται· επανατοποθετείται. Δεν είναι ευθύνη για την ύπαρξη των συνθηκών, αλλά ευθύνη μέσα στις συνθήκες. Η διαφορά είναι καθοριστική: η πρώτη μορφή ευθύνης οδηγεί στην ενοχή και την παθητικότητα, η δεύτερη στη συνειδητή πράξη και τον μετασχηματισμό.
Η ιδεολογία της ατομικής ευθύνης αποκρύπτει ακριβώς αυτή τη διάκριση. Παρουσιάζει το άτομο ως πλήρως υπεύθυνο για κάτι που δεν ελέγχει πλήρως, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει τη δυνατότητά του να κατανοήσει και να αλλάξει τις συνθήκες αυτές. Με αυτόν τον τρόπο, η έννοια της ελευθερίας απογυμνώνεται από το υλικό της περιεχόμενο και μετατρέπεται σε αφηρημένη αρχή. Η ελευθερία δεν είναι πλέον η ικανότητα κατανόησης και μετασχηματισμού της αναγκαιότητας, αλλά η ψευδαίσθηση επιλογής μέσα σε προκαθορισμένα όρια.
Η Μαρξική αντιπαραβολή δεν απορρίπτει την έννοια της ευθύνης, αλλά την αποκαθιστά στη διαλεκτική της ενότητα με την κοινωνική πραγματικότητα. Η πραγματική ελευθερία δεν βρίσκεται στην άρνηση των υλικών όρων, αλλά στην κατανόησή τους και στην πράξη που τους μετασχηματίζει. Η ευθύνη, σε αυτή τη βάση, δεν είναι ατομική ενοχή, αλλά συλλογική δυνατότητα. Δεν αφορά το αν το άτομο «προσπάθησε αρκετά», αλλά το πώς οι κοινωνικές σχέσεις μπορούν να αλλάξουν ώστε να απελευθερωθούν οι πραγματικές δυνατότητες των ανθρώπων.
Έτσι, η «ατομική ευθύνη» αποκαλύπτεται όχι ως ουδέτερη αρχή, αλλά ως ιδεολογία που υπηρετεί τη διατήρηση των υφιστάμενων σχέσεων. Μετατρέπει την κοινωνική αναγκαιότητα σε προσωπικό πρόβλημα και την ιστορική αντίφαση σε ηθικό ζήτημα. Η υπέρβασή της δεν περνά μέσα από την άρνηση της ατομικότητας, αλλά μέσα από την κατανόηση της κοινωνικής της συγκρότησης. Μόνο τότε η ευθύνη παύει να είναι μηχανισμός ενοχής και γίνεται όρος ελευθερίας — όχι ως ατομική επιλογή, αλλά ως συλλογική πράξη που αναγνωρίζει τη δομή της πραγματικότητας και επιδιώκει τον μετασχηματισμό της.
Μωυσίδης Χαράλαμπος
Συγγραφέας του Διαλεκτικού Υλισμού
Δείτε εδώ όλα τα άρθρα της στήλης “Μαρξική Αντιπαραβολή”
