Η Γκαλερί των σκιών (Δωμάτιο V)
Και η ελληνική δικαιοσύνη πουθενά, είναι διαθέσιμη μόνο για τον Νίκο Ρωμανό, καμιά καθαρίστρια, καμιά γιαγιά που δεν κόβει απόδειξη στη λαϊκή. Γι’ αυτό δεν την εμπιστεύονται οι πολίτες και την εμπιστεύεται η κυβέρνηση. Ενώ την ευρωπαϊκή όχι…
Υποκλοπές, Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ. Τα πιο εμβληματικά από τα πολλά σκάνδαλα που έχει εμπλακεί η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ένα υβρίδιο, μια άτυπη συγκυβέρνηση μεταξύ ακροκεντρώων απομειναριών της κυβέρνησης Σημίτη, ακροδεξιών μεταγραφών από το ΛΑΟΣ, και νεοφιλελεύθερων λιγούρηδων της Νέας Δημοκρατίας. Και πιο πρόσφατα η υπόθεση του φανταστικού (κυριολεκτικά) πτυχίου του Λαζαρίδη.
Θα πει κάποιος, καλά και παλιά δε γίνονταν αυτά; Η αλήθεια είναι πως δε γίνονταν σε αυτό το βαθμό και σε όλα τα επίπεδα, αλλά δεν είναι αυτή η βασική διαφορά. Παλιά, σε αντίστοιχες περιπτώσεις ή θα έλεγαν “λέτε ψέματα” ή θα εξαφάνιζαν τον εμπλεκόμενο που είχε πιαστεί με τη γίδα στην πλάτη.
Πλέον όμως βγαίνουν και καμαρώνουν κιόλας, και είναι μέρα μεσημέρι και δεν ανοίγει ρουθούνι. Στα κανάλια, στη Βουλή, σε live μετάδοση χωρίς σχεδόν καμία αντίδραση από τους συστημικούς δημοσιογράφους και χωρίς κάποια ιδιαίτερα έντονη αντίδραση από πολιτικούς αντιπάλους που δε μπορούν να απεγκλωβιστούν από τα δεσμά της πολιτικής ορθότητας, ακόμα και όταν η κυβέρνηση έχει τερματίσει κάθε επίπεδο θράσους.
Είναι αυτό τόσο επικίνδυνο; Όσο δεν πάει, γιατί όσο δεν μπαίνει ένα φρένο, αυτό θα γενικεύεται. Δεν είναι μακριά ούτε η λίστα Epstein, ούτε οι υποθέσεις παιδεραστίας στην Ελλάδα. Και ποιος αποκλείει, ποιος διασφαλίζει ότι μπορεί να έρθει μια μέρα σύντομα όπου κάποιος που έχει αντίστοιχη εξουσία να πει “έλα μωρέ τη βιάσαμε, σιγά δεν έχει ξαναγίνει;”. Εφόσον το Σύνταγμα παραβιάζεται σε live μετάδοση όλα μπορούν συμβούν. Το “αυτά δε γίνονται” το έχουμε πει πολλές φορές, και πολλές φορές πέσαμε από τα σύννεφα.
Εκτός από όλα αυτά, η υπόθεση του φανταστικού πτυχίου αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο γιατί είχαν λυσσάξει τόσα χρόνια να ιδρυθούν ιδιωτικά πανεπιστήμια και κολέγια: Για να μη μπαίνουν σε κόπο να πλαστογραφούν πτυχία ανύπαρκτων κολλεγίων, για να μπορούν να αγοράζουν έναν τίτλο από ένα γραφείο σε μια πολυκατοικία χωρίς να χρειάζεται να τρέχουν σε ξένες χώρες. Οι κατά τα άλλα άριστοι, οι οποίοι δεν έχουν αφήσει αδίκημα που να μην έχουν κάνει. Σε αυτό είναι όντως άριστοι. Οι υπόλοιποι μπορούμε να ψάχνουμε τα μαλλιά μας, το στομάχι μας, την ηρεμία μας που χάσαμε για ένα κανονικό πτυχίο, ένα κανονικό μεταπτυχιακό, ένα κανονικό διδακτορικό, ενώ κάνουν παρέλαση τα μαϊμού γύρω μας, και εμείς συζητάμε για αιώνιους φοιτητές.
Και η ελληνική δικαιοσύνη πουθενά, είναι διαθέσιμη μόνο για τον Νίκο Ρωμανό, καμιά καθαρίστρια, καμιά γιαγιά που δεν κόβει απόδειξη στη λαϊκή. Γι’ αυτό δεν την εμπιστεύονται οι πολίτες και την εμπιστεύεται η κυβέρνηση. Ενώ την ευρωπαϊκή όχι. Είναι δυνατόν να εμπιστευτείς κάποιον που δε σε καλύπτει στα δύσκολα;
Την ίδια στιγμή ο λαός πεθαίνει κάτω από το βάρος της ακρίβειας, ψάχνει να καταλάβει πώς φτάσαμε εδώ, ψάχνει λύσεις, τις περισσότερες φορές λάθος, από ναρκωτικά (η χρήση τους έχει αυξηθεί κατακόρυφα από την πανδημία και μετά) έως τη βία και τη στοχοποίηση ανθρώπων που δεν φταίνε (κυρίως γυναίκες και μετανάστες). Και είναι πλέον ο πιο δυστυχισμένος λαός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τι περιμέναμε όμως; Δεν είναι μόνο το οικονομικό, είναι η παντελής έλλειψη ελπίδας, η διαρκής έλλειψη ασφάλειας.
Όχι της χαζής ασφάλειας που αναφέρουν οι κλόουν της κυβέρνησης. Της ασφάλειας του να μη νιώθεις απειλή για το αύριο, να μη φοβάσαι κάθε πρωί που ξυπνάς, την ασφάλεια του να μπορείς να ζήσεις. Αντί γι’ αυτό παρακολουθούμε το καθεστώς να ζει με άνεση εις βάρος μας, χωρίς ίχνος αξιοκρατίας, χωρίς ίχνος προσπάθειας. Και πλέον το θεωρούμε δεδομένο. Παραφράζοντας μια ατάκα από την ταινία V for Vendetta, ανταλλάξαμε την ελευθερία μας γιατί φοβηθήκαμε μήπως βγούμε από το ευρώ, μήπως δεν πιάσουμε τους δημοσιονομικούς στόχους, μήπως μας φάνε οι μετανάστες, μήπως μας πάρουν τα σπίτια οι κομμουνιστές, μήπως μας καβαλήσουν οι γυναίκες και άλλα αφηγήματα της νοσηρής ατζέντας που κρυβόταν πίσω από τη βιτρίνα της πολιτικής ορθότητας.
Στην προαναφερθείσα ταινία ακούγεται το the only verdict is vengeance, a vendetta, είναι ίσως η μόνη δικαιοσύνη που μπορούν να αποδώσουν οι από κάτω από τη στιγμή που τα δικαστήρια υπάρχουν για να συγκαλύπτουν και όχι να αποκαλύπτουν. Αλλά ακόμα και αυτό το ξορκίζουμε, δε γίνονται αυτά. Και παραμένουμε φυλακισμένοι στο δικό μας room v, περιμένοντας τον ύπνο για να ονειρευτούμε κάτι καλύτερο. Αν υπήρχε ουσιαστική δημόσια υγεία και κοινωνική ιατρική, αυτό θα έπρεπε να κατηγοριοποιηθεί και να μελετηθεί ως συλλογική κατάθλιψη με σύνδρομο Στοκχόλμης. Δεν υπάρχει όμως. Οι επιστήμονες προτιμούν να τα παίρνουν από φαρμακευτικές για να μπορούν να περιφέρουν το κουφάρι τους σε μπλαζέ συνέδρια και σε άδεια αμφιθέατρα.
Παρ’ όλ’ αυτά, η γκαλερί των σκιών συνεχίζει να υπάρχει κάτω από τους δρόμους, περιμένοντας κάποιος, κάποια, κάποιοι, να την ανοίξουν, να σταματήσουν να φοβούνται μήπως χάσουν κάτι που δεν είχαν ποτέ, για να καταφέρουν να επιβάλλουν μια δίκαιη, για αυτούς και όχι για τα λαμόγια, κοινωνία. Να σταματήσουν να φοβούνται αυτοί την κυβέρνηση και να ξεκινήσει η κυβέρνηση να φοβάται αυτούς. Όπως και θα έπρεπε.
Πάνος Χριστοδούλου, Βιοπαθολόγος/Εργαστηριακός Ιατρός, Ιατρός Δημόσιας Υγείας και κοινωνικής Ιατρικής, MSc Διοίκησης Μονάδων Υγείας, MSc Διατροφής, Τροφίμων και Μικροβιώματος, Υποψήφιος Διδάκτορας Ιατρικής Πανεπιστημίου Πατρών, PGCert Διαχείρισης κρίσεων στη δημόσια υγεία και ανθρωπιστικής απάντησης
