Έχουμε τόση ανάγκη τα λαϊκά προσκυνήματα;

Το προσκύνημα λοιπόν, χάνεται στο βάθος του χρόνου, ήρθε από κάπου που δεν ξέρουμε ή υπήρχε ανέκαθεν, σαν ο άνθρωπος και αυτό να μεγάλωσαν μαζί. Και κανείς δεν κρίνει το έθιμο, όπως δεν κρίνει κανείς το έθιμο του δώρου. Απλώς το πραγματώνει γιατί είναι έθιμο.

Το ερώτημα τίθεται με αφορμή τον θάνατο της Μαρινέλλας, αλλά δεν αφορά αποκλειστικά στη Μαρινέλλα. Και ζητά μια απάντηση.

Ας το δούμε λοιπόν. Το προσκύνημα είναι μια κοινωνική εκδήλωση. Κάποτε οι λαοί προσκυνούσαν τους βασιλιάδες τους, σε μια κίνηση που τόνωνε το ήδη υψηλό Εγώ των βασιλιάδων και που χαμήλωνε – ταπείνωνε – το ήδη χθαμαλό συλλογικό Εγώ των λαών. Στην ουσία, το προσκύνημα ήταν μια απόδειξη της αγεφύρωτης ταξικής ανισότητας και ταυτόχρονα μια υπενθύμιση στον φτωχό και αβοήτητο κοσμάκη της θέσης του. Έπρεπε να είναι και να φέρεται ως υποταγμένος. Για αυτό πρέπει να προσκυνάει.

Το προσκύνημα ως θεσμός (αν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε ως τέτοιο), εφαρμοζόταν και ανάμεσα σε ομολόγους. Για παράδειγμα, αν ένας αρχηγός συλλαμβάνονταν ως αιχμάλωτος μετά από μια μάχη, ο αντίπαλος αρχηγός τον υποχρέωνε σε προσκύνημα για να τον εξευτελίσει. Τα παραδείγματα είναι απειράριθμα και ο σκοπός δεν είναι να εστιάσουμε σε αυτά.

Τα προσκυνήματα, έλκουν πιθανότατα την καταγωγή τους από τις πρακτικές των θρησκειών. Ο πιστός, πλήρως παραδομένος στην υπέρτερη και απόλυτη θεϊκή δύναμη, πέφτει κάτω και αυτοταπεινώνεται μπροστά στον δημιουργό του, αναγνωρίζοντας συμβολικά την ασημαντότητά του ως θνητός. Υπό το πρίσμα αυτό, καταλαβαίνει κανείς ότι υπήρχε μια άμεση και ευθεία σύνδεση ανάμεσα στον Θεό και τον Βασιλιά. Ο βασιλιάς ήταν ελέω θεού, ή κάποτε και ο ίδιος ο θεός, γειωμένος. Και μπορούμε να υποθέσουμε με σχετική ασφάλεια, ότι κανείς βασιλιάς δεν έκανε ποτέ κάτι για να το διαψεύσει αυτό στη συνείδηση των υπηκόων του.

Τα λαϊκά προσκυνήματα δεν εξαφανίστηκαν ποτέ από την δημόσια ζωή. Μπορεί σήμερα να μην εντάσσονται σε υποχρεωτικές πολιτικές πρακτικές, έχουν όμως καταστεί κάτι σαν αυτονόητες θεσμικές διαδικασίες όταν πεθαίνει κάποιος που για κάποιον λόγο θεωρούνταν κοινωνικά σημαντικός.

Εδώ βέβαια γεννάται και το ερώτημα ποιος κρίνει το ποιος είναι κοινωνικά σημαντικός. Μπορεί ένας καλλιτέχνης να ήταν τόσο δημοφιλής στο κοινό του, ή ένας αστός πολιτικός να έκανε τους αποχαυνωμένους ψηφοφόρους του να δακρύζουν σε κάθε διάγγελμά του, και αυτές οι δυο περιπτώσεις να δικαιολογούν τη μαζική έκθεση της σορού για το ύστατο χαίρε. Ο κόσμος γίνεται fan club και η σορός τότε μετατρέπεται σε έναν συνδυασμό θεάματος και ιερού τοτέμ, επανεισάγοντας στην κοινωνική ζωή τον θάνατο όχι ως διαλεκτικό συμπλήρωμα και άρνησης της ζωής, αλλά ως έμβλημα.

Από τη μια, το έμβλημα είναι εκεί χωρίς να έχει συνείδηση του ότι έγινε έμβλημα, απλώς επιτελώντας την λειτουργία του. Από την άλλη ο προσκυνητής, που εξίσου ασυνείδητα ομολογεί την μικρότητά του απέναντι στο έμβλημα. Δεν επιδεικνύει κανέναν θαυμασμό εκείνη τη στιγμή, αλλά πραγματώνει την εμπεδωμένη ανάγκη του να έχει πάντα κάποιον ή κάτι που να προσκυνά.

Υπό τη μορφή του εθίμου, το προσκύνημα αποκτά μια δύναμη μεταφυσική. Το προσκύνημα λοιπόν, χάνεται στο βάθος του χρόνου, ήρθε από κάπου που δεν ξέρουμε ή υπήρχε ανέκαθεν, σαν ο άνθρωπος και αυτό να μεγάλωσαν μαζί. Και κανείς δεν κρίνει το έθιμο, όπως δεν κρίνει κανείς το έθιμο του δώρου. Απλώς το πραγματώνει γιατί είναι έθιμο.

Τα προσκυνήματα, ακριβώς λόγω της καταβολής τους και του περιεχομένου τους ως εμβλήματα, αναπαράγουν πάντα και υπό την οποιαδήποτε συνθήκη μια άρρητη ή υπόρρητη σχέση ανισοτιμίας, επενδεδυμένη με έναν διαστρεβλωμένο θαυμασμό που παίρνει τη μορφή αγιοποίησης/θεοποίησης. Κι αυτό δεν έχει κανένα θετικό στοιχείο. Εν ολίγοις, ο άνθρωπος δεν μπορεί να περιμένει ότι με τα προσκυνήματα θα πάει μπροστά.

Εν κατακλείδι, θα λέγαμε ότι μάλλον αποτελεί μια ένδειξη αταβισμού. Οι λαοί που νιώθουν την ανάγκη να προσκυνήσουν, βρίσκονται ακόμα σε νηπιακό πνευματικό στάδιο, κατά το οποίο ψάχνουν τον Θεό τους, τον Ηγέτη τους, τον Πατέρα τους. Αυτό που πραγματικά χρειάζονται οι λαοί, είναι να καταλάβουν την δύναμή τους και ότι η ζωή μπορεί να προχωρήσει όταν αυτή τη δύναμη, την θέσουν σε κίνηση.

Λ. Σ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: