«Σαν Αδέρφια / Homebound», του Νίρατζ Γκάιγουαν (Ινδία, 2025)
Μια ταινία βασισμένη στην πραγματική ιστορία δύο φίλων που επεδίωξαν κάτι απλό, κάτι ανθρώπινο: «Να σηκωθούν από το πάτωμα, να βρουν την καρέκλα τους και στη συνέχεια να βρουν τη θέση τους στο τραπέζι». Μόνο που δεν υπολόγισαν πως το «τραπέζι» αυτού του κόσμου έχει φτιαχτεί έτσι που να μην χωράει όλους τους ανθρώπους…
Στην πολύ μακρά ιστορία του ινδικού κινηματογράφου (που ξεκινά από το 1896 με την προβολή ταινίας από τους αδελφούς Λυμιέρ σε ξενοδοχείο της Βομβάης και συνεχίζεται το 1913 με την προβολή της πρώτης ινδικής ταινίας μεγάλου μήκους), θα συναντήσουμε πλήθος ταινιών μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οποίες, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις ενός πολυπληθούς κοινού, διατηρούσαν τον ινδικό κινηματογράφο στο πεδίο της φυγής από την πραγματικότητα, με ταινίες λουσμένες σε μουσική και χορό και επαναλαμβανόμενα αφηγηματικά σχήματα.
Η κατάσταση στην ινδική κινηματογραφία αλλάζει μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με τρεις μεγάλους σκηνοθέτες τον Ρατζ Καπούρ, τον Μπιμάλ Ρόι και τον Σατγιατζίτ Ράι που στρέφουν τα κινηματογραφικά φώτα στις ζωές των απλών ανθρώπων. Ανάμεσά τους, εκείνος που κάνει πιο γνωστό τον ινδικό κινηματογράφο στη Δύση είναι ο Σατγιατζίτ Ράι με την τριλογία του Απού. Ο σκηνοθέτης αυτός φαίνεται να επηρεάζεται από τον ιταλικό νεορεαλισμό και μαζί με τους Καπούρ και Ρόι ανοίγουν νέους δρόμους στον ινδικό κινηματογράφο, όπου κυριαρχούν οι πορείες απλών ανθρώπων που προσπαθούν να χτίσουν τις ζωές τους σε αντίξοες συνθήκες, βαδίζοντας κόντρα σε μια κοινωνία που είναι δομημένη να ευνοεί τους λίγους και να απαξιώνει τους πολλούς και αδύναμους.
Η ταινία του Νίρατζ Γκάιγουαν «Σαν αδέλφια» ανήκει σε αυτό το ρεύμα του ινδικού κινηματογράφου όπου σκιαγραφούνται η διαφθορά της δημόσιας διοίκησης, η γραφειοκρατία , οι ταξικές συγκρούσεις και η ανεργία.
Εκεί λοιπόν, στο μακρινό χωριό Devari, στη βόρεια Ινδία, θα συναντήσουμε τον Σοέμπ και τον Τσαντάν, δύο αδελφικούς φίλους που μεγαλώνουν μαζί, ονειρεύονται μαζί, αλλά και συγκρούονται όταν η ζωή τους πληγώνει. Τα εμπόδια που ορθώνονται μπροστά τους τους τσακίζουν καθημερινά, τους καταρρακώνουν, τους αποδυναμώνουν και εξαντλούν τις αντοχές τους. Δεν κατορθώνουν όμως, οι δυσκολίες της ζωής τους να κάμψουν τη βαθιά σχέση που υπάρχει ανάμεσά τους, παρόλο που τη θέτουν πολλές φορές σε σκληρές δοκιμασίες. Μια σχέση που έχει χτιστεί με τα υλικά που τα βρίσκεις σε ό,τι νοηματοδοτεί την έννοια του ανθρώπου σε κάθε εποχή, σε κάθε συνθήκη. Μια σχέση που τους κάνει να στέκονται στα πόδια τους κάθε φορά που οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της χώρας τους τους ωθούν προς το αντίθετο.
Για τον Σοέμπ και τον Τσαντάν το δικαίωμα στο όνειρο έχει μεγάλο κόστος. Ακόμη και για την πιο μικρή διεκδίκηση απαιτείται σκληρός αγώνας. Μια αίτηση που κάνουν οι δύο φίλοι στη σχολή αστυνομίας, προκειμένου να ξεφύγουν από τη φτώχεια του χωριού τους, να ανέλθουν λίγο στην κοινωνική ιεραρχία και να βοηθήσουν καλύτερα τις οικογένειές τους, απαιτεί μεγάλο αγώνα. Δεν είναι μόνο η προετοιμασία για τις εξετάσεις στη σχολή. Είναι που για να πάνε στο εξεταστικό κέντρο από το χωριό τους και να καταφέρουν να μπουν σε αυτό αποτελεί από μόνο του μια μάχη, έτσι που και οι ίδιοι να αναρωτιούνται αν πάνε για εξετάσεις ή για πόλεμο, αφού οι υποψήφιοι για τις θέσεις ανέρχονται στο 1.200.000, ενώ οι θέσεις είναι 3.200. Με ό,τι σημαίνει αυτό στη συνάθροιση των υποψηφίων, στη μετακίνηση και στον συνωστισμό που δημιουργείται, προκειμένου να διεκδικήσουν την πολυπόθητη θέση. Αλλά και τα αποτελέσματα των εξετάσεων απαιτούν τη μέγιστη υπομονή, αφού ο χρόνος έκδοσής τους περνά από πολλές γραφειοκρατικές διαδικασίες και ενδεχομένως από πολλά «μαγειρέματα».
Στην Ινδία των φτωχών ανθρώπων, των εκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας, οι δυνατότητες ανέλιξης και απόδρασης περιορίζονται ακόμη περισσότερο, καθώς στις ταξικές διακρίσεις προστίθεται και ο διαχωρισμός των καστών, με τους «ανέγγιχτους», τους Νταλίτ, να βρίσκονται στη χειρότερη θέση. Οι Νταλίτ είναι εκείνοι που βρίσκονται έξω από κάθε κάστα, οι λεγόμενοι «ανέγγιχτοι», που ονομάστηκαν έτσι γιατί θεωρούνταν ότι μολύνουν τους άλλους και γι’ αυτό δεν έπρεπε να τους αγγίζουν, ώστε να αποφεύγεται η «μόλυνση». Είναι οι απολύτως κοινωνικά περιθωριοποιημένοι. Ο Τσαντάν ανήκει στους Νταλίτ.
Από την άλλη, ο φίλος του, ο Σοέμπ, είναι σε καλύτερη μοίρα. Δεν ανήκει στους Νταλίτ, είναι ωστόσο μουσουλμάνος -οι μουσουλμάνοι αποτελούν θρησκευτική μειονότητα στην Ινδία -και εξαιτίας του θρησκεύματός του δέχεται προσβολές και κοροϊδίες, αποκαλείται «Πακιστανός», ένας χαρακτηρισμός που χρησιμοποιείται ως υβριστικός στην Ινδία, με δεδομένες τις όχι και τόσο καλές σχέσεις των δύο χωρών αλλά και τις διαφορετικές θρησκείες τους.

Σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, κάπου σε πιο μεγάλο βαθμό, κάπου σε πιο μικρό, δεν λείπουν ποτέ οι διαχωρισμοί, τα ρατσιστικά σχόλια και αυτό το υψηλό εθνικιστικό φρόνημα που προσδίδει την ψευδαίσθηση μιας μάταιης υπεροχής, σε έναν κόσμο που καταρρέει εξαιτίας ηγετίσκων που φροντίζουν για τη διατήρησή του, απολαμβάνοντας με περίσσια ηδονή τους αιμοσταγείς επεκτατικούς τους πολέμους.
Και παρόλο που έχει ψηφιστεί νόμος που απαγορεύει τη διάκριση των ανθρώπων, ωστόσο οι νόμοι παραμένουν στα χαρτιά και οι δυνατότητες ανέλιξης των δύο νέων, που διαθέτουν και φυσική ευγένεια και ευφυΐα και, πάνω απ’ όλα, τιμιότητα, περιορίζονται εξαιτίας των βαθιά ριζωμένων αναχρονιστικών αντιλήψεων που πάντα, βέβαια, ευνοούσαν και ευνοούν την κυρίαρχη τάξη. Οι δύο νέοι εξακολουθούν να παραμένουν «κουτάκια» σε έντυπα συμπλήρωσης, «νούμερα» στα τεράστια εργοστάσια, όπως αυτό της κλωστοϋφαντουργίας όπου αναγκάζονται τελικά να δουλέψουν για να ζήσουν τις οικογένειές τους. Σε αυτά τα εργοστάσια, που παράγουν τα όμορφα ινδικά υφάσματα που μοσχοπουλιούνται στις αγορές της Δύσης και γίνονται μόδα, μια μόδα πάνω στην οποία χιλιάδες ανώνυμοι εργάτες έχουν δουλέψει πάνω από 16 ώρες το εικοσιτετράωρο, σε αδιανόητες συνθήκες διαβίωσης.

Κι όμως, μέσα σε όλα αυτά, η δύναμη της φιλίας όλο και δυναμώνει. Ο ένας φίλος αντλεί από τον άλλον, αντλεί κυρίως τη δύναμη να ονειρεύεται και να ελπίζει. Με όμορφα πλάνα, ανοιχτά κάδρα, στα αγναντέματα των δύο φίλων στις πιο άσχημες ταράτσες, όπου όμως δεν βλέπουν την ασχήμια της πόλης αλλά το σούρουπο στον ορίζοντα, και νιώθουν τη ζεστασιά της εργατικής αλληλεγγύης των ανθρώπων που ξέρουν τι θα πει μόχθος, ή με τα πλάνα εκείνα στο χωριό τους, έξω από τα σπίτια των οποίων οι στέγες στάζουν, όπου ακούν τον ήχο του ποταμού, ή ακόμη μέσα στο πολύβουο πλήθος της αναμονής του τρένου, όπου ο Τσαντάν δεν βλέπει τίποτε άλλο παρά τα όμορφα, τα πανέμορφα μάτια της Ινδής συνυποψήφιάς του. Ξέρει ο σκηνοθέτης, ο Νίρατζ Γκάιγουαν, να χτίζει το δράμα των δύο φίλων, προκαλώντας τη συγκίνηση στον θεατή και προβληματίζοντάς τον, καθώς, μέσα από την πορεία τους, αναδεικνύονται οι ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες, όπως η διαχείριση της πανδημίας και η απαγόρευση κυκλοφορίας-όλα αυτά δηλαδή που βιώσαμε και εμείς, αλλά εκεί στην Ινδία οι άνθρωποι της εργατικής τάξης τα έζησαν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό και με πιο σκληρό ακόμη τρόπο-που οδήγησαν πλήθος εργατών στην ανεργία και στον εγκλωβισμό τους στα μέρη όπου δούλευαν, αφού δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στα χωριά τους.

Ένα λιτό, ανθρώπινο, τίμιο κοινωνικό δράμα που βασίζεται στην πραγματική ιστορία δύο φίλων, του Mohammad Saiyub και του Amrit Kumar, η οποία έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό μετά από τη δημοσίευση ενός άρθρου στους «The New York Times» από τον Μπασαράτ Πιρ τον Ιούλιο του 2020. Δύο φίλων που επεδίωξαν κάτι απλό, κάτι ανθρώπινο: «Να σηκωθούν από το πάτωμα να βρουν την καρέκλα τους και στη συνέχεια να βρουν τη θέση τους στο τραπέζι». Μόνο που δεν υπολόγισαν πως το «τραπέζι» αυτού του κόσμου έχει φτιαχτεί έτσι που να μην χωράει όλους τους ανθρώπους…
Η ταινία αποτέλεσε την επίσημη πρόταση της Ινδίας στα Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και προβάλλεται στους κινηματογράφους.
