Ο εξολοθρευτής της γενιάς μας (Η δικτατορία των selfies)
Η στρατιά των αναλώσιμων είναι έτοιμοι, αυτό που δεν έχει εμφανιστεί ακόμα είναι μια τεχνητή νοημοσύνη αρκετά εξελιγμένη για να τους καθοδηγήσει.
Οι δύο ταινίες Terminator όρισαν σε πολύ μεγάλο βαθμό την προηγούμενη γενιά, τους έφηβους της δεκαετίας του 80, διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την ποπ κουλτούρα της επόμενης δεκαετίας, έκαναν ευρέως γνωστούς τους Guns and Roses και, το κυριότερο, σχημάτισαν για πρώτη ίσως φορά μια δυστοπική πρόβλεψη για το μέλλον της ανθρωπότητας. Ένα μέλλον όπου θα κυριαρχούν οι μηχανές υπό την καθοδήγηση ενός προγράμματος τεχνητής νοημοσύνης.
Όλα αυτά τριάντα χρόνια πριν το σήμερα. Ένα σήμερα όπου προς το παρόν δεν είμαστε σκλάβοι της τεχνητής νοημοσύνης, δεν είμαστε όμως και ακριβώς ελεύθεροι. Η πλήρης επικράτηση της λογικής του υπερκέρδους, η διάλυση κινημάτων και συλλογικοτήτων, οι απανωτές οικονομικές κρίσεις, επέβαλαν ένα ατομικό μοντέλο ανθρώπου ο οποίος ενώ ο κόσμος καίγεται, αυτός χτενίζεται μπροστά στο μαύρο καθρέφτη του κινητού του: παγκόσμιοι πόλεμοι σε εξέλιξη, υποστολή των κεκτημένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πανδημίες, όλα αυτά δεν δημιουργούν τόσο προβληματισμό όσο το αν πέτυχε η selfie στο κινητό.
Όλα αυτά όχι με τη λογική μιας συντηρητικής τεχνοφοβίας, η selfie θα μπορούσε να ήταν (και ενδεχομένως μερικές φορές να είναι) μια μορφή σύγχρονης τέχνης, ένα νέο είδος αυτοπροσωπογραφίας, αν βασιζόταν στο αυθόρμητο, στο να απεικονίσει όντως μια στιγμή και όχι να δημιουργήσει ένα διαφημιστικό για το νέο προϊόν, όπως γίνεται πλέον αντιληπτός ο εαυτός μας, ένα προϊόν που μπορεί να αποφέρει από λάικ και ερωτικούς συντρόφους έως λεφτά. Το ίδιο πάνω κάτω ισχύει και για όλες τις νέες τεχνολογίες, το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν για να διευκολύνουν ή για να δημιουργήσουν νέες δυνατότητες, αλλά ότι έχουν κυριαρχήσει ως αυτοσκοπός και επιβεβαίωση της ίδιας μας της ύπαρξης.
Και δυστυχώς η τεχνητή νοημοσύνη στα πρώτα της βήματα φαίνεται να απαντά ακριβώς σε αυτές τις τεχνητές και προκλητές ανάγκες, να βελτιώνει τις φωτογραφίες ώστε το προϊόν να είναι αψεγάδιαστο, να δίνει όποια απάντηση είναι πιο θελκτική στον χρήστη (το επίπεδο των ψεμάτων που μπορούν να αναπαράγουν οι μηχανές τεχνητής νοημοσύνης είναι τρομακτικό), να δημιουργεί δηλαδή ένα εικονικό κόσμο χωρίς καν να χρειάζεται μάσκα. Και πλέον φαίνεται πολύ πιο σημαντικό ένα ατελείωτο scroll down σε προϊόντα παρά η ενημέρωση για έναν πόλεμο, για μια πορεία, για μια συναυλία, για έναν αγώνα, για οτιδήποτε δηλαδή θυμίζει τον πραγματικό κόσμο.
Εδώ ακριβώς ξεκινάει και η υπόθεση της ταινίας Good luck, have fun, don’t die, με έναν επισκέπτη από το μέλλον, έναν άνθρωπο ο οποίος προσπαθεί να πείσει μια ομάδα να τον ακολουθήσει, ώστε να αποτραπεί ένα μέλλον το οποίο βέβαια έχει ήδη ξεκινήσει, χωρίς καμία αντίδραση, καθώς όπως λέει είσαστε όλοι απασχολημένοι από τη δικτατορία των φασιστοσέλφι σας. Αντίθετα, είναι οι περισσότεροι πολλοί πρόθυμοι να ανταλλάξουν τη δυστοπία τη καθημερινότητας για έναν υπέροχο, και ψεύτικο, εικονικό κόσμο, να έχουν μια αναχωρητική στάση ως προς την κοινωνία, κρυμμένοι πίσω από τα κινητά τους. Έχει δημιουργηθεί ήδη μια στρατιά zombie τα οποία μεταδίδουν ακούσια διαφημίσεις και είναι έτοιμα να κινηθούν ενάντια σε όποιον διακόψει το πλασματικό σύμπαν στο οποίο ζουν. Η στρατιά των αναλώσιμων είναι έτοιμοι, αυτό που δεν έχει εμφανιστεί ακόμα είναι μια τεχνητή νοημοσύνη αρκετά εξελιγμένη για να τους καθοδηγήσει.
Η ταινία, λοιπόν, είναι εξαιρετική καθώς περιγράφει πολύ εύστοχα την καθημερινότητα, το αδιέξοδο του μέσου ανθρώπου ο οποίος αποχωρεί από την πραγματικότητα αδυνατώντας ή να την αντέξει ή να την αλλάξει, και δέχεται να γίνει ο ίδιος ένα αντικείμενο κατανάλωσης και ανταλλαγής για να μπορέσει να καταναλώσει με τη σειρά του ένα δείγμα από άλλα προϊόντα, από ανθρώπους έως συναισθήματα. Ένα λάθος που κάνει η κυρίαρχη ιατρική αντίληψη σε όλη αυτή την κατάσταση είναι ότι και πάλι κρίνει την κάθε περίπτωση ατομικά, ο ένας προσκολλάται σε αυτή την επίπλαστη ζωή και σε ένα ατελείωτο κύκλο από scroll down και selfie γιατί έχει εθισμό, άλλος γιατί έχει αγχώδη διαταραχή, άλλος κατάθλιψη, άλλος ΔΕΠΥ, και άλλα πολλά, σε μεγάλο βαθμό σωστά. Όμως όταν προσθέσει κάποιος όλα τα κομμάτια του παζλ θα διαπιστώσει πως η συμπεριφορά αυτή δεν είναι ατομικό φαινόμενο, αλλά συλλογική συνήθεια, είναι το νέο φυσιολογικό, ένας άνθρωπος επιφανειακός και απαθής, δυστυχισμένος και αδύναμος να ζήσει και ν’ απολαύσει.
Και εκεί που αποτυγχάνει η κοινωνική ιατρική, ούσα εξορισμένη στα παρασκήνια, πετυχαίνει ο κινηματογράφος. Άλλη μια προειδοποίηση, ίσως και η τελευταία, για ένα μέλλον που δε θα περιλαμβάνει την ανθρωπότητα ως πρωταγωνιστή αλλά ως προϊόν. Για αυτό βέβαια δε φταίει η τεχνολογία, αλλά ο τρόπος και το σύστημα παραγωγής το οποίο αυτοματοποιώντας τα πάντα παρέδωσε και τη διαδικασία του κέρδους σε προγράμματα, δημιουργώντας έναν εξολοθρευτή, όχι σαν αυτόν του Cameron, αλλά κυριολεκτικά με ένα αβέβαιο στην κυριολεξία μέλλον για τους ανθρώπους. Βέβαια όλη αυτή η τεχνολογία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να διευκολύνει τη ζωή των ανθρώπων, με ένα διαφορετικό σενάριο όμως στο οποίο δε θα ήταν οι ίδιοι καταρχήν εργαλεία για την παραγωγή κέρδους.
Πάνος Χριστοδούλου, Βιοπαθολόγος/Εργαστηριακός Ιατρός, Ιατρός Δημόσιας Υγείας και κοινωνικής Ιατρικής, MSc Διοίκησης Μονάδων Υγείας, MSc Διατροφής, Τροφίμων και Μικροβιώματος, Υποψήφιος Διδάκτορας Ιατρικής Πανεπιστημίου Πατρών, PGCert Διαχείρισης κρίσεων στη δημόσια υγεία και ανθρωπιστικής απάντησης
