«Ο Μυστικός Πράκτορας / The Secret Agent», σκηνοθεσία: Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου (Βραζιλία, 2025)
Μία ταινία που ισορροπεί ανάμεσα σε πολιτικό θρίλερ, ιστορικό δράμα και οικογενειακή τραγωδία, με στοιχεία ντοκιμαντέρ.
«Ξέρετε, πιστεύω ότι οι ταινίες δεν αλλάζουν τον κόσμο, όμως μπορούν να σου δώσουν πληροφορίες για μια χρονική στιγμή, να σου μεταδώσουν μια γεύση από την ιστορία, να σε μεταφέρουν για λίγο στο παρελθόν. Θα έλεγα ότι η δική μου ταινία δεν ασχολείται με ιστορικά γεγονότα, αλλά με την ατμόσφαιρα της ιστορίας», αναφέρει σε συνέντευξή του ο Κλέμπερ Μεντόσα Φίλιου ο σκηνοθέτης της βραζιλιάνικης ταινίας «O Μυστικός πράκτορας».
Και καταφέρνει πολύ καλά να μας μεταδώσει αυτή την ατμόσφαιρα, φέρνοντας στην επιφάνεια την πολυπλοκότητα της σχέσης του κινηματογράφου με την ιστορία. Ο διττός ρόλος του κινηματογράφου, να αναπαριστά στην οθόνη την ιστορία και ταυτόχρονα να αναπλάθει ιστορίες, δεν είναι διόλου εύκολος, αφού η κοινωνία των ανθρώπων αποτελεί ένα δυναμικό σύστημα που βρίσκεται μέσα στην ιστορία και μεταβάλλονται τόσο η ίδια, η κοινωνία, όσο και οι ιδέες της και οι απόψεις της για την ιστορία. Δουλειά των ιστορικών είναι να αναζητούν εξονυχιστικά το υλικό τους, ορατό και μη, να το εντάσσουν μέσα στο πεδίο όλων των κοινωνικών φαινομένων και να εντοπίζουν, μέσω του υλικού και της παρατήρησής τους, τις τάσεις μετασχηματισμού της κοινωνίας και τα αίτια αυτού του μετασχηματισμού, επισημαίνοντας ταυτόχρονα, μέσα από τεκμηριωμένες πηγές, τους κινδύνους που υποβόσκουν στις αντιφάσεις της ίδιας της ιστορίας.
Ο κινηματογράφος, κατά τη γνώμη μου, συμβάλλει στο έργο του ιστορικού στο σημείο όπου ο σκηνοθέτης επιχειρεί να μεταφέρει όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικά την ατμόσφαιρα μιας εποχής μέσα από την αισθητική της τέχνης του, βασιζόμενος σε αληθινές ιστορίες απλών ανθρώπων που υπήρξαν υποκείμενα της ιστορίας και μετείχαν δυναμικά στους κοινωνικούς αγώνες. Άλλοτε αυτές οι ιστορίες μπορεί να βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα, όπως στην ταινία που είδαμε πέρυσι «Είμαι ακόμη εδώ», και άλλοτε να αναπλάθουν ιστορίες ανθρώπων από υλικό που έχει συλλέξει ο σκηνοθέτης, όταν επιχειρεί να μεταφέρει το βίωμα του να ζεις σε ένα δικτατορικό καθεστώς και να αγωνίζεσαι για την κατάργησή του.Του να ζεις κρυμμένος, κυνηγημένος, να συναναστρέφεσαι μόνο με ανθρώπους ταγμένους στον αγώνα της ανατροπής, να υποψιάζεσαι τους πάντες στις καθημερινές σου συναναστροφές, να αντικρίζεις γύρω σου προδότες και συνεργάτες του καθεστώτος, έτοιμους να σε κατασπαράξουν, ξεπουλώντας την ψυχή τους στο χρήμα και στην αντίληψη του να σώσουν τα δικά τους τομάρια, του να καταπνίγεις μέσα σου τη βία που γεννά ο αποτροπιασμός της καθημερινότητας, έχοντας στραμμένο το βλέμμα στις νεότερες γενιές και δίνοντας τον αγώνα σου για να τις προστατεύσεις από τα αρπακτικά όρνια του παρόντος.
Στην ταινία αυτή δύο είναι οι πρωταγωνιστές, ο πατέρας και ο γιος. Ο μεγάλος όμως πρωταγωνιστής, αυτός που καθορίζει τη δράση, είναι η δικτατορία της Βραζιλίας, το 1977, που αποκαλύπτεται σε όλη τη σαπίλα που υπάρχει στους κόλπους της, όπως σε κάθε δικτατορία, με το χρήμα να υποκινεί τα πάντα, τη διαφθορά να κυριαρχεί και την ανθρώπινη ζωή να χάνει την αξία της.
Η ταινία κινείται ανάμεσα σε δύο άξονες: στον τρόπο που διαμορφώνεται η ατομική μνήμη και στον τρόπο που συγκροτείται η συλλογική μνήμη. Η ατομική μνήμη (η μνήμη του παιδιού τότε, ενήλικα σήμερα) εμπεριέχει τον κίνδυνο της διαγραφής, της απώθησης, ιδιαίτερα όταν τα γεγονότα αφορούν τα οικεία του πρόσωπα, τον πατέρα του στην προκειμένη. Από την άλλη, η συλλογική μνήμη συνδέεται με τη διάσωση ντοκουμέντων που φέρνουν στην επιφάνεια τις συνθήκες μιας εποχής και αντιστέκονται στον κυρίαρχο λόγο που προσπαθεί να τα εξαφανίσει.
Ό,τι μαθαίνουμε για τον ήρωα, προϊόν μυθοπλασίας αλλά με μια ντοκιμαντερίστικη ματιά, τον πατέρα Μαρσέλο ή Αρμάντο (οι άνθρωποι αναγκάζονταν να αλλάζουν ονόματα για λόγους προστασίας από το ανελέητο κυνηγητό του δικτατορικού καθεστώτος) έρχεται μέσα από ηχογραφημένες κασέτες της Βραζιλίας του 1977, που κατέγραφαν αντικαθεστωτικοί για να διασωθεί η αλήθεια και να μη χαθεί στο σκοτάδι της δικτατορίας. Κασέτες που περιέχουν μαρτυρίες ανθρώπων που μετείχαν, ο καθένας από τη δική του θέση, στην ανατροπή του καθεστώτος και που σήμερα βρίσκονται στα χέρια μιας ερευνήτριας το 2025.

Αν θέλαμε να κατατάξουμε την ταινία σε ένα είδος, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι πολιτικό θρίλερ, όμως αυτό, κατά τη γνώμη μου, δεν αρκεί. Η ταινία ισορροπεί ανάμεσα σε πολιτικό θρίλερ, ιστορικό δράμα και οικογενειακή τραγωδία, με στοιχεία ντοκιμαντέρ. Το ότι δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρα όσα διαδραματίζονται, καθώς και το ότι η ταινία υπερφορτώνεται με πλήθος γεγονότων που συμβαίνουν ταυτόχρονα, έτσι ώστε και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές να μη γνωρίζουν από πού μπορεί να τους έρθει το κακό, σε συνδυασμό με την αυτοαναφορικότητα στο ίδιο το σινεμά -με τα «Σαγόνια του καρχαρία» ως κομβικό στοιχείο στην αποκωδικοποίηση και τη μεταφορά του βιώματος- λειτουργούν ως πλεονέκτημα της ταινίας. Έτσι, παρόλο που οι καταδιωκόμενοι ένιωθαν μια κάποια ασπίδα προστασίας, από τα δίκτυα των αντικαθεστωτικών οργανώσεων, ζούσαν ταυτόχρονα με τον κίνδυνο που καραδοκούσε κάθε στιγμή μέσα από την πλήρη αστυνόμευση των πάντων. Το πολιτικό θρίλερ συνοδοιπορεί με τον αγώνα ενός πατέρα να σώσει τον γιο του, όταν βλέπει ότι ο κλοιός γύρω τους στενεύει ολοένα και περισσότερο, χωρίς να μπορεί να κατανοήσει ως πού μπορεί να φτάσει το ανθρωποκυνηγητό και τα τερατουργήματα που μπορεί να διαπράξει ο άνθρωπος.

Με την ερμηνεία του εξαιρετικού Βάγκνερ Μόουρα, να μας καθηλώνει, γιατί δεν προβάλλεται ως ήρωας πάνω στον οποίο θα ακουμπήσουμε το συναισθηματικό φορτίο που μας βαραίνει, αλλά ως άνθρωπος που μας φέρνει αντιμέτωπους με τη δική μας ευθύνη και με την επιτακτική ανάγκη να πάρουμε θέση απέναντι σε όσα διαδραματίζονται σήμερα, σε μια εποχή όπου οι δικτατορίες απλώνονται ολοένα και περισσότερο, και με ένα εξαιρετικό φινάλε αποδραματοποίησης της ιστορίας, που αποφεύγει να τη μετατρέψει σε μια ατομική μελό ιστορία, αυτό που μας μένει από την ταινία είναι ότι, ακόμη και μέσα σε καθεστώτα φόβου και φίμωσης, ο άνθρωπος μπορεί να παραμείνει άνθρωπος και οι φωνές των αγώνων φτάνουν στις επόμενες γενιές σαν απόηχος μιας διαρκούς προσπάθειας για ανθρώπινες συνθήκες ζωής στο παρόν και στο μέλλον.

Και, επανερχόμενη στη δήλωση του σκηνοθέτη μετά τη θέαση της ταινίας του, νομίζω πως επιβεβαιώνεται αυτό που αναφέρει: ότι, ναι, οι ταινίες μπορεί να μην αλλάζουν τον κόσμο, αλλά μπορούν να διασώσουν την ατμόσφαιρα μιας εποχής και να μας μεταδώσουν το βίωμα του να ζεις μέσα στην ιστορία. Ο κινηματογράφος μπορεί ακόμη να αποτελέσει ένα πολύ καλό εργαλείο στα χέρια του ιστορικού που κινείται έξω από το κυρίαρχο αφήγημα της εκάστοτε εποχής, ενός ιστορικού που γνωρίζει καλά τη δουλειά του και έχει το βλέμμα του στραμμένο στον άνθρωπο. Ένα εργαλείο που δεν χρησιμοποιείται απλώς για την αφήγηση του παρελθόντος, αλλά συμβάλλει στη διατήρηση της μνήμης, η οποία φωτίζει το παρόν και μας καλεί να πάρουμε θέση.
Η ταινία προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες.
