«Sirât» του Όλιβερ Λάσε, 2025
Μια βαθιά υπαρξιακή ταινία, που προχωρεί τον κινηματογράφο πολύ μπροστά, όχι μόνο στη φιλοσοφική, αλλά και στην κοινωνιολογική του διάσταση.
«Σκληρή δεν είναι η έρημος και οι συνθήκες της. Σκληρά είναι όσα συμβαίνουν στη Γάζα», αναφέρει ο πρωταγωνιστής της ταινίας Σέρζι Λόπεζ- εξαιρετική η ερμηνεία του στην ταινία- σε συνέντευξή του, απαντώντας σε ερώτηση για τις δύσκολες συνθήκες των γυρισμάτων. Και,εδώ μπορούμε να προσθέσουμε πως σκληρά δεν είναι μόνο τα όσα εκτυλίσσονται στη Γάζα, που έχει μετατραπεί σε νεκροταφείο αθώων ανθρώπων, αλλά και όσα συμβαίνουν στην αφρικανική ήπειρο, η οποία εδώ και δεκαετίες αποτελεί ένα τεράστιο πεδίο ανθρώπινης εκμετάλλευσης. Έναν χώρο πάνω στον οποίο ο δυτικός πολιτισμός έχει οικοδομήσει, σε μεγάλο βαθμό, την τεχνολογική και οικονομική του εξέλιξη. Η ειρωνεία -ή ίσως η ιστορική αναγκαιότητα- είναι ότι ο ήρωας της ταινίας, άνθρωπος του δυτικού κόσμου, καλείται να αναζητήσει τη χαμένη κόρη του σε αυτή την ήπειρο. Η σύγκρουση των δύο κόσμων καθίσταται αναπόφευκτη. Και μαζί της, αναπόφευκτη γίνεται και η επανεννοιολόγηση των αξιών ως υπαρξιακή πλέον αναγκαιότητα.
Ένας πατέρας, ο Λουίς μαζί με τον μικρό του γιο τον Εστεμπάν ξεκινούν από τη χώρα τους την Ισπανία, αναζητώντας την έφηβη κόρη και αδελφή αντίστοιχα που εξαφανίστηκε πριν μερικούς μήνες έχοντας βάσιμες υποψίες πως ακολούθησε μια ομάδα από ρέιβερς , στα πάρτι που οργανώνουν στις ερήμους της Αφρικής. Τα γεγονότα που ακολουθούν διαδραματίζονται στην έρημο, όπου ο χώρος και ο χρόνος δεν λειτουργούν ως αντικειμενικές και αυτονόητες κατηγορίες του κόσμου, έτσι που ό,τι βιώνεται να αποδομείται ως προς τη συνηθισμένη χωρική και χρονική του οργάνωση. Πατέρας και γιος βρίσκονται σε έναν άγνωστο κόσμο όπου ο χρόνος δεν μετριέται με γραμμικό τρόπο και ο χώρος παύει να λειτουργεί ως γεωγραφικό πλαίσιο, αλλά ως ένα υπερβατολογικό πλαίσιο όπου ο ήρωάς μας , ο Λουίς, επιστρατεύει τις υπάρχουσες νοητικές και ψυχικές του λειτουργίες προκειμένου να ανταπεξέλθει στις αντίξοες συνθήκες της ερήμου, στις διαρκείς προκλήσεις και ρίσκα, σε μία διαδρομή που μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ. Σε έναν χώρο όπου η επιβίωση του πατέρα που αναζητά τη χαμένη κόρη του δεν είναι απλώς σωματική, αλλά το αποτέλεσμα μιας διαρκούς αναμέτρησης ανάμεσα στις προκλήσεις της φύσης, στην προσπάθεια διαφυγής από τα μύρια δεινά ενός κόσμου που βρίσκεται στο χείλος της καταστροφής, και στον εσωτερικό, υποστασιακό του κόσμο, όπου προσπαθεί να διατηρήσει την ουσία της ύπαρξής του αναλλοίωτη. Οι εμπειρίες που βιώνει είναι επώδυνες και δυσβάσταχτες, όχι μόνο ως ατομικές δοκιμασίες, αλλά και ως αντανάκλαση ενός κόσμου που καταρρέει. Ενός κόσμου όπου οι θάνατοι αθώων ανθρώπων αποτελούν καθημερινό φαινόμενο, ενός κόσμου όπου η συλλογική ευθύνη μοιάζει να έχει διαλυθεί και η ανθρώπινη ζωή να έχει απολέσει την αξία της.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, τα αντικείμενα και τα γεγονότα δεν εμφανίζονται ως σταθερά δεδομένα, αλλά ως φαινόμενα. Και ακριβώς μέσα από αυτή τη συνθήκη διαμορφώνονται νέες εμπειρίες, μέσω των οποίων ο ήρωάς μας δεν γνωρίζει απλώς τον κόσμο που τον περιβάλλει, αλλά οδηγείται σε μια βαθύτερη αυτογνωσία. Σε μια διαδρομή όπου η έρημος-που αντανακλά την εσωτερική ερημιά του ήρωα-δεν αποτελεί ουδέτερο φόντο της αφήγησης, αλλά διαδραματίζει έναν ενεργό και απαιτητικό ρόλο, καθώς τον ωθεί να επιστρατεύσει όλες του τις δυνάμεις, τις αντοχές του, καθώς και το γνωσιακό και συναισθηματικό του απόθεμα, προκειμένου να ανταποκριθεί στις προκλήσεις ενός άγνωστου κόσμου. Τον καλεί να πάψει να παραμυθιάζεται με ζητήματα ζωής και θανάτου, του τα φέρνει μπροστά, δοκιμάζει τα όριά του και τις αντοχές του. Τα όρια της τάσης του να παραιτηθεί, να θέλει να σταματήσει τα πάντα εκεί, στη χωροχρονική ακινησία της ερήμου, ή να τα ξαναπιάσει όλα από την αρχή. Όχι όμως μόνος αυτή τη φορά, αλλά μαζί με την κοινότητα, το «μαζί» των ανθρώπων που του δίνει τη δύναμη να συνεχίζει, να σηκώνεται από εκεί όπου μόνος του δεν μπορεί, έτσι που η προσωπική απώλεια να λειτουργεί ως τελευταίο σημείο αναφοράς, όχι για να απομονώσει τον ήρωα, αλλά για να τον επαναφέρει στο ουσιώδες: στην ανάγκη να συνεχίσει να βλέπει τον άνθρωπο ως άνθρωπο, ακόμη και όταν όλα γύρω του τον ωθούν να πάψει να το κάνει, ακόμη και αν έχει χάσει ό,τι τον συνέδεε με τον κόσμο που άφησε πίσω του, καταφέρνοντας ίσως το πιο γενναίο: να ζει τελικά, με πλήρη συνείδηση του ίδιου του, του εαυτού.

Εκεί όπου οι βεβαιότητες καταρρέουν, η εμπειρία γίνεται πιο γυμνή, πιο άμεση και, τελικά, πιο ανθρώπινη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, συνυπάρχουν αντιθετικές αρχές, τις οποίες ο σκηνοθέτης καταφέρνει να φέρει σε μια εύθραυστη αλλά ουσιαστική ισορροπία. Ο Λουίς έρχεται από μια ζωή δομημένη πάνω σε σταθερά κοινωνικά και πολιτισμικά πρότυπα, σε έναν διαφορετικό κόσμο: τον κόσμο των ανθρώπων που οργανώνουν ρέιβ πάρτι σε απομακρυσμένες περιοχές της αφρικανικής ηπείρου. Πρόκειται για μια άγνωστη κοινότητα για τον ίδιο, η οποία κουβαλά μια διαφορετική κοσμοθεωρία και έναν εναλλακτικό τρόπο ύπαρξης. Η κοινότητα αυτή χαρακτηρίζεται από έντονα ανεπτυγμένη κοινωνική και οικολογική συνείδηση, παρότι ο τρόπος ζωής της είναι βαθιά αντισυστημικός και έξω από τα πρότυπα της δυτικής κοινωνίας. Οι άνθρωποι αυτοί αναζητούν την επαφή με τη φύση μέσα από τη χορευτική έκφραση και έχουν καταφέρει, σε μεγάλο βαθμό, να αποδεσμευτούν από τις υλικές εξαρτήσεις που καθορίζουν τη σύγχρονη καθημερινότητα. Η συνάντηση αυτών των δύο κόσμων δεν παρουσιάζεται ως σύγκρουση απόλυτων αντιθέτων, αλλά ως μια διαδικασία αμοιβαίας δοκιμασίας και αναστοχασμού. Η αναζήτηση της χαμένης κόρης μετατρέπεται σταδιακά σε αναζήτηση του ίδιου του εαυτού. Ενός εαυτού που εμποδιζόταν από πολλούς φόβους: τον φόβο απέναντι στο ξένο και το ανοίκειο, τον φόβο που γεννήθηκε μέσα σε βαθιά ταξικά διχασμένες κοινωνίες, τον φόβο της αποδοχής των εγκλημάτων που διαπράττονται απέναντι στους αδύναμους, και που οδηγεί στην απώθηση αυτών, αλλά και τον φόβο της ανημπόριας να σταματήσει το κακό.

Είναι αυτές οι βάναυσες εσωτερικές αλήθειες που ο κινηματογραφικός φακός του Όλιβερ Λάσε, μάς τις φωτίζει. Ο ήρωάς μας καλείται να τις κοιτάξει κατά πρόσωπο και να τις αποδεχτεί,για να μπορέσει να συνεχίσει. Η αντιμετώπισή τους είναι επώδυνη και το τίμημα βαρύ. Μέσα από την αποδόμηση των όσων θεωρούνταν δεδομένα δίνεται η δυνατότητα γέννησης ενός νέου ανθρώπου, που ξεκινά τη διαδρομή του από το μηδέν- από το μηδέν της ίδιας της ανθρωπότητας, η οποία αναπαρίσταται σαν ένα τρένο επιζώντων, το τελευταίο καταφύγιο πριν από μια ολική καταστροφή προς την οποία ο κόσμος μοιάζει να οδεύει.

Μια βαθιά υπαρξιακή ταινία, που προχωρεί τον κινηματογράφο πολύ μπροστά, όχι μόνο στη φιλοσοφική, αλλά και στην κοινωνιολογική του διάσταση.
Προβάλλεται στους κινηματογράφους.
