Σινιάλο (Στον Νίκο Καββαδία)

“Γελάει ο άνεμος και γνέφει του κυμάτου
πανσέληνος κι εσύ κρατάς σβηστό φανάρι
μα έπαιξες το τελευταίο σου ζάρι
στ’ άσπρο φτερό σινιάλο του θανάτου…”

Καράβι ξέμπαρκο με τ’ άλμπουρα λυμένα
σκύβεις και βλέπεις όνειρο βαθύ γαλάζιο
τους πειρατές σε ξέφρενο ρεσάλτο
σε μέρη απάτητα λησμονημένα 

Τυφλός ο πόθος στου ματιού σου το ασπράδι
το βράδυ σέρνεται σε βρώμικα σεντόνια
με τ’ άλικο της λύπης σου μαγνάδι
να διώξει του μυαλού σου τα δαιμόνια 

Μοίρα, γυναίκα σ’ ένα αγιασμένο σώμα
σου στέλνει η νύχτα μαύρη ανατριχίλα
από τα χρώματα ξορκίζεις την αλμύρα
και την κατάρα που δε μας λυγάει ακόμα

Γελάει ο άνεμος και γνέφει του κυμάτου
πανσέληνος κι εσύ κρατάς σβηστό φανάρι
μα έπαιξες το τελευταίο σου ζάρι
στ’ άσπρο φτερό σινιάλο του θανάτου

Στην πρύμνη θαλασσόβρεχτοι μιλούν οι γλάροι
λόγια βγαλμένα από θάλασσες πελώριες
«Διάκο, Κολοκοτρώνη και τον Άρη»1
τους συντροφεύεις σε κορφές πανώριες.

1.Από το ποίημα του Ν. Καββαδία «Αντίσταση», 1945.

Ευαγγελία Κούρτη

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: