«Και κερδίζεται το φως μες απ’ την κόλαση!…» – 4 ποιήματα του Λεόν Φελίπε (Μετάφραση: Βάσω Χρηστάκου)
“Δεν ξέρω πολλά πράγματα, είναι αλήθεια,
αλλά με κοίμισαν με όλα τα παραμύθια…
και ξέρω όλα τα παραμύθια. “
Ο Λεόν Φελίπε (Τάμπαρα, Θαμόρα, 1884-1968, Μεξικό), γιος συμβολαιογράφου, έζησε την παιδική του ηλικία στο Σιγέρας της Σαλαμάνκα. Σπούδασε Φαρμακευτική στη Μαδρίτη, αλλά την εγκατέλειψε για να ασχοληθεί με το θέατρο ως ηθοποιός στον περιοδεύοντα θίασο του Χοσέ Ταγιάβι. Πέρασε από την Ισπανική Γουινέα και τις ΗΠΑ, όπου δίδαξε ισπανικά σε διάφορα πανεπιστήμια. Το 1923 ταξίδεψε στο Μεξικό και με τη βοήθεια του Αλφόνσο Ρέγιες εντάχθηκε στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι της χώρας και εργάστηκε σαν βιβλιοθηκάριος στη Βερακρούθ. Επέστρεψε στην Ισπανία στην αρχή του Ισπανικού Εμφύλιου Πολέμου και πολέμησε με τους δημοκρατικούς μέχρι το 1938, οπότε και εγκατέλειψε την Ισπανία για να εγκατασταθεί οριστικά στο Μεξικό ως μορφωτικός ακόλουθος στην Πρεσβεία της Ισπανικής Δημοκρατίας, τη μόνη εξουσία που αναγνώριζε τότε το Μεξικό.
Η λογοτεχνική ζωή του Λεόν Φελίπε άρχισε στη Μαδρίτη το 1920 με τη δημοσίευση του βιβλίου του Versos y oraciones de caminante (Στίχοι και φράσεις διαβατάρικες), γεγονός ιδιαίτερο για τους διανοούμενους της εποχής, γιατί τότε αποκάλυπταν έναν βαθυστόχαστο και αυθεντικό ποιητή που σύντομα θα γινόταν ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της Ισπανίας του 20ού αιώνα. Το βαθύ αίσθημα δικαίου τον έκανε να γράψει επαναστατική ποίηση υπό μορφή μανιφέστων και διακηρύξεων με στίχους απλούς και με μια γκροτέσκα και εικονοκλαστική ριζοσπαστικότητα. Επιρρεπής στη βλασφημία προς τα εκκλησιαστικά και προικισμένος με μια ετερόδοξη αναρχική σκέψη, αποτύπωσε στο έργο του την ιδιαίτερα θορυβώδη εποχή που έζησε. Πολλές φορές η κριτική χαρακτήρισε την ποίησή του οιστριονική, όμως ο συνδυασμός στίχου και πρόζας ή στίχου και διαλόγου μαζί με το προμηθεϊκό και κιχωτικό στοιχείο τής προσφέρουν μια ισπανική και ταυτόχρονα οικουμενική διάσταση.
Η ποίησή του εκφράζει την ανάγκη του ποιητή να υψώσει φωνή σε ό,τι συμβαίνει γύρω του. Υπάρχουν στίχοι ανείπωτου πόνου και αλλά και αλληλεγγύης, αποτύπωσης της ανθρώπινης σκληρότητας και μαρτυρίες για μια ζωή υπό κατάρρευση, που δεν ήταν τέλεια αλλά ήταν καλύτερη απ’ αυτή που ερχόταν.
Κύριο χαρακτηριστικό του ποιητή είναι ότι, αν και συνυπήρξε με τις γενιές του ’14 και του ’27, αποτελεί μόνος του μια νησίδα δημιουργίας της Αργυρής Εποχής (Edad de Plata) της λογοτεχνίας της Ισπανίας που διαχωρίζει τη θέση του από τους σύγχρονούς του. Δεν ταίριαξε με κανένα από τα ρεύματα της εποχής λόγω του ανήσυχου χαρακτήρα του και των συνεχών του μετακινήσεων. Αυτή του όμως η ιδιαιτερότητα είναι που απέσπασε τον θαυμασμό του Πέδρο Σαλίνας και του Δάμασο Αλόνσο. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο ίδιος, ξεριζωμένος και εξόριστος από την πατρίδα του, προδομένη από κάποιους στρατιωτικούς που ξεσηκώθηκαν ενάντια στο δημοκρατικό καθεστώς της Ισπανίας, αυτοχαρακτηρίστηκε «καταραμένος ποιητής», εξού και το ομώνυμο ποίημά του.
Στα βιβλία του απαντάται μια διαρκής διερεύνηση της λαϊκής θρησκευτικότητας, της ατομικής πίστης και του ρόλο της Καθολικής Εκκλησίας στην κοινωνία. Η τραγωδία του εμφυλίου πολέμου ήταν η έμπνευση για να γράψει μια ποίηση που θα χρησίμευε σαν το εργαλείο εκείνης της αλήθειας που πρέπει να γράφεται με κεφαλαία γράμματα και που οι καλλιτέχνες γνωρίζουν καλύτερα απ’ τον καθένα. Μέσω της τραγωδίας της Ισπανίας μπόρεσε να στείλει ένα πανανθρώπινο μήνυμα, πράγμα που κάνει το έργο του μια δημιουργία χωρίς σύνορα.
Τον Λεόν Φελίπε δεν τον ενδιέφερε άλλη πατρίδα απ’ αυτήν που γνώρισε σε κάθε στιγμή της περιπλανώμενης ζωής του αλλά, χωρίς να είναι υποστηρικτής των μικρών ή μεγάλων πατρίδων, έγραψε σπουδαία ποιήματα για την Ισπανία και για το όνειρό του να τη δει κάποτε ελεύθερη. «Όλο το αίμα της Ισπανίας/για μια σταγόνα φως» θα έγραφε σε κάποιο ποίημά του.
To στομφώδες στυλ και η σεμνότητα συνυπήρχαν στον Λεόν Φελίπε. Είναι πολλά τα ποιήματα στα οποία ο ποιητής παρουσιάζεται χαμηλών τόνων, ομολογώντας στον αναγνώστη ότι δεν θεωρεί τον εαυτό του κάτι σπουδαίο: «Εγώ δεν είμαι κανείς./ Ένας άνθρωπος με μια κραυγή από στουπί στο λαιμό/ και μια σταγόνα άσφαλτο στον αμφιβληστροειδή∙/ ένας τυφλός που δεν ξέρει να τραγουδά».
Έργα του είναι: Drop a star (1933), La insignia (1937), El payaso de las bofetadas y el pescdor de caña (1938), El hacha (1939), Español del éxodo y el llanto (1939), El gran responsable (1940) Ganarás la luz (1943), Parábola y poesía (1944), Antología rota (1947), España e Hispanidad (1947), Llamadme publicano (1950) y El ciervo y otros poemas (1958),¡Oh, este viejo y roto violín! (1965).
Επιμέλεια – Μετάφραση: Βάσω Χρηστάκου
Ξέρω όλα τα παραμύθια
Δεν ξέρω πολλά πράγματα, είναι αλήθεια.
Λέω μόνο όσα έχω δει.
Και έχω δει:
ότι την κούνια του ανθρώπου την κουνούν με παραμύθια,
ότι τις κραυγές της ανθρώπινης αγωνίας τις πνίγουν με παραμύθια,
ότι το κλάμα του ανθρώπου το ταπώνουν με παραμύθια,
ότι τα κόκκαλα του ανθρώπου τα θάβουν με παραμύθια,
και ότι ο φόβος του ανθρώπου…
έχει επινοήσει όλα τα παραμύθια.
Δεν ξέρω πολλά πράγματα, είναι αλήθεια,
αλλά με κοίμισαν με όλα τα παραμύθια…
και ξέρω όλα τα παραμύθια.
Φράνκο… δική σου είναι η περιουσία
Φράνκο… δική σου είναι η περιουσία…
το σπίτι, το άλογο και το πιστόλι…
Δική μου είναι η αρχαία φωνή της γης.
Εσύ μένεις με όλα
και με αφήνεις γυμνό
και περιπλανώμενο στον κόσμο…
μα εγώ σε αφήνω βουβό… βουβό!
Κα πώς θα μαζέψεις το σιτάρι
και θα ταΐσεις τη φωτιά
αν εγώ πάρω το τραγούδι;
Κολοφώνας
Φως…
Όταν τα δάκρυά μου σε φτάσουν
η αποστολή των ματιών μου
δεν θα ’ ναι πια να κλαιν
μα να βλέπουν.
Είμαι ο μέγας βλάσφημος
Ηχεί καλά η κραυγή
στην κοιλιά της σπηλιάς,
ο ψαλμός κάτω απ’ το μεσημέρι
των ναών
και το τραγούδι στο δειλινό…
Η κραυγή είναι πρώτη.
Υπάρχει μια σειρά στις φωνές:
εγώ κραυγάζω, εσύ προσεύχεσαι, αυτός τραγουδά…
Η κραυγή είναι πρώτη.
Κι υπάρχει μια σειρά στα γκέμια:
αυτός τα κρατά, εσύ τα κρατάς, εγώ τα κρατώ.
Και την ώρα των υπόγειων σκιών
η βλασφημία διεκδικεί τα δικαιώματά της.
Τα άλογα ποδοβολούν ήδη ζεμένα
κι η νεκρική άμαξα περιμένει…
Ποιος την πάει;
Εγώ: ο βλάσφημος.
Εγώ την πάω, εγώ την πάω σήμερα την άμαξα,
εγώ την πάω.
Αυτός είναι ο ποιητής,
εσύ είσαι ο ψαλμωδός,
εκείνος είναι αυτός που κλαίει,
εσύ είσαι αυτός που κραυγάζει…
εγώ είμαι ο βλάσφημος.
Εγώ την πάω. Εγώ πάω σήμερα την άμαξα,
εγώ την πάω.
Απάνω! Ανεβείτε όλοι!
Πάμε για την κόλαση!
Η βουκέντρα έχει τον ρυθμό της,
και το καμουτσίκι, και το τσιτσίρισμα, και το ουρλιαχτό…
και η βλαστήμια του αμαξά.
Άιντε!
Μουσικοί, ποιητές και ψαλμωδοί∙
επίσκοποι και πολεμιστές!
Θα τραγουδήσω.
Ζωή μου, ζωή μου,
αχ, αχ, αχ!
Ζωή μου, ζωή μου,
έχω ένα μάτι τσιμπλιασμένο
και το άλλο με ίκτερο.
Ζωή μου, ζωή μου,
αχ, αχ, αχ!
Αυτό είναι το κουπλέ μου,
το κουπλέ της σάρκας μου,
το κουπλέ του κορμιού μου.
Μα αν είναι βρόμικα τα μάτια μου
τα δικά σας είναι τυφλά.
Μουσικοί, ποιητές και ψαλμωδοί∙
επίσκοποι και πολεμιστές!
Θα τραγουδήσω πάλι.
Ο γέρος βασιλιάς της Καστίλης
αχ, αχ, αχ!
Ο γέρος βασιλιάς της Καστίλης
αχ, αχ, αχ!
έχει το ένα πόδι λεπρό
και το άλλο συφιλιδικό.
Ο γέρος βασιλιάς της Καστίλης
αχ, αχ, αχ!
Αυτό είναι το κουπλέ της γης μου,
το κουπλέ του βασιλείου μου.
Μα αν το βασίλειό μου είναι σάπιο
το πνεύμα του είν’ αιώνιο.
Μουσικοί, ποιητές και ψαλμωδοί∙
επίσκοποι και πολεμιστές!…
Κρατήστε μου πάλι τον ρυθμό.
Στα κέρατα της μίτρας
άχ, αχ, αχ!
υπάρχει μια πράσινη προσευχή
κι άλλη μια προσευχή κίτρινη.
Στα κέρατα της μίτρας
άχ, αχ, αχ!
Αυτό είναι το κουπλέ της ψυχής μου,
της ψυχής μου δίχως ναό
γιατί το μαύρο κτήνος
της Αποκάλυψης
τον γέμισε κοπριά.
Τρεις φορές λάλησε ο πετεινός
τρεις φορές αρνήθηκε ο Πέτρος
τρεις φορές τραγουδώ εγώ:
για τη σάρκα μου,
για την πατρίδα μου και για τον ναό μου…
Για όλα όσα είχα και πια δεν έχω…
Άιντε, άιντε, άιντε!
Πάμε στην κόλαση!
Εσύ με το λαούτο, αυτός με το ψαλτήρι
εκείνος με τη σάλπιγγα, ο άλλος με το μοιρολόι του,
εσείς με το σπαθί
κι εγώ σαν Δον Ζουάν και Ιώβ
καταριέμαι, βλαστημώ…
καθείς με τ’ όργανό του.
Καλά πάμε,
δεν χάσαμε το μονοπάτι.
Κλίνετε ξανά:
Αυτός είναι ο ποιητής,
εσύ είσαι ο ψαλμωδός,
εκείνος είναι αυτός που κλαίει,
εσύ είσαι αυτός που κραυγάζει…
Και ο σοφός; Πού είναι ο σοφός;
Ε! Εσύ!
Εσύ που ξέρεις πόσο ζυγίζουν οι πέτρες
και πόσο τρέχει ο άνεμος…
Ποια είναι η ταχύτητα των σκοταδιών
και η σκληράδα της σιωπής;
Δεν απαντάς;
Λοιπόν τα χαλινάρια είναι δικά μου, εγώ τα έχω,
εγώ πάω σήμερα την άμαξα, εγώ την πάω.
Μουσικοί, σοφοί, ποιητές και ψαλμωδοί,
επίσκοποι και πολεμιστές…
Αφήστε να ρωτήσω ακόμα:
Ποιος έσπασε το κρύσταλλο του καθρέφτη;
Ποιος ήταν;
Η πέτρα της απεργίας,
το πιστόλι του γκάγκστερ,
ο φελλός της σαμπάνιας
που εκτόξευσε ο τραπεζίτης;
Ποιος ήταν;
Το λειασμένο χαλίκι του ποιητή,
η υπαναχώρηση του σοφού
ή η σπρωξιά του ανόητου;
Ποιος ήταν,
η βέργα του δικαστή, η ποιμαντορική ράβδος ή το σκήπτρο;
Ποιος ήταν;
Κανείς δεν ξέρει ποιος ήταν;
Λοιπόν τα γκέμια είναι δικά μου.
Εμπρός, άιντε, άιντε!
Πάμε για την κόλαση!
Δεν υπάρχει πια άλλος δρόμος.
«Θα φτάσουμε στην ώρα μας»;
«Πριν ξημερώσει»;
«Φυσικά».
Και για να κάνω πιο σύντομη τη διαδρομή
θα τραγουδήσουμε τώρα εν χορώ,
θα τραγουδήσουμε τα κουπλέ
του Μεγάλου Θυρωρού Πέτρου.
Εγώ θα έχω την κύρια φωνή
κι εσείς το ρεφρέν
με πένθιμο ρυθμό αλεγκρέτου.(1)
Κουπλέ:
Ήρθε ο πόλεμος.
Και για να φτιάξουν οβίδες και τορπίλες
οι στρατιώτες μάζευαν
όλα τα παλιοσίδερα της πόλης.
Κι ο Πέτρος, ο Μέγας Θυρωρός Πέτρος,
είπε σ’ έναν στρατιώτη:
«Πάρε αυτό…»
Και του ’δωσε τα κλειδιά του ναού.
Ρεφρέν:
Πέτρο, Πέτρο…
Ο Μέγας Θυρωρός Πέτρος
που πούλησε τα κλειδιά του ναού.
Κουπλέ:
Πέτρο… Σου είπε ο Κύριος των Ελαιών
όταν πλήγωσες με το σπαθί σου τον δούλο
«Βάλε αυτό το σπαθί στο θηκάρι,
ξέρω τι ήρθα να κάνω».
Και το έβαλες…
με τα κιβώτια των θησαυρών στον ναό.
Ρεφρέν:
Ο Πέτρος, ο Πέτρος, Ο Μέγας Θυρωρός Πέτρος,
φίλος στρατιωτών και τραπεζιτών.
Κουπλέ:
Και τώρα πρέπει να πάμε στον ουρανό
κάνοντας μεγάλο κύκλο
μέσω της κόλασης,
σκάβοντας ένα μακρύ τούνελ στο έδαφος
και ρωτώντας τις ρίζες και τους τυφλοπόντικες,
γιατί δεν υπάρχουν πια καμπάνες
μήτε καμπαναριά,
Πέτρο, και τα πουλιά…
όλα τα πουλιά σου πέθαναν.
Ρεφρέν:
Πέτρο, Πέτρο,
όλα τα πουλιά σου πέθαναν!
Ωστόσο, κύριοι,
εγώ δεν είμαι σκεπτικιστής
και υπάρχουν κάποια πράγματα στα οποία πιστεύω.
Για παράδειγμα, πιστεύω στον Ήλιο,
και στον Κατακλυσμό και στην κοπριά∙
στη βλασφημία,
στα δάκρυα και στην κόλαση∙
στο δρεπάνι και στον Άνεμο∙
στο πατητήρι,
στη στρογγυλή πέτρα του τροχιστή
και στη στρογγυλή πέτρα του γέρου μυλωνά∙
στο τσεκούρι που σωριάζει τα δέντρα
και διαμελίζει τους ψαλμούς και τους στίχους∙
στην τρέλα και στ’ όνειρο…
και στο αέριο του πυρετού πιστεύω επίσης,
το αβαρές αυτό αέριο,
το επεκτατικό κι αιθέριο,
το αντιφιλοσοφικό,
το αντιδογματικό και το αντιδιαλεκτικό
που σκάει τα μπαλόνια…
τα μεγάλα μπαλόνια,
τα μπαλονάκια και τον εγκέφαλο.
Και πιστεύω πως υπάρχει φως στην τελετουργία,
φως στη λατρεία και φως στο μυστήριο.
Πιστεύω πως το νερό γίνεται κρασί,
και αίμα το κρασί,
αίμα του Θεού και του κορμιού μου αίμα.
Πιστεύω πως το στάρι γίνεται αλεύρι
και σάρκα το αλεύρι…
σάρκα Θεού και του κορμιού μου σάρκα.
Πιστεύω πως ένας τίμιος άνθρωπος
έχει το σώμα του Χριστού ανάμεσα στα δάχτυλα.
Αυτό είναι το πιστεύω μου.
Αυτό είναι το παλιό μου πιστεύω και γοργά θα γίνει και δικό σας.
Θα το μάθετε σιγά σιγά.
Μ’ αυτό θα μπούμε από τη βόρεια πύλη
και θα βγούμε απ’ το παραπόρτι της κόλασης.
Η κόλαση δεν είναι σκοπός, ένα μέσο είναι…
Θα σωθούμε με τη φωτιά.
Και δεν είναι μια φωτιά αιώνια.
Είναι όμως, σαν τα δάκρυα,
ένα υψηλό τίμημα
που πρέπει να πληρώσουμε στον Θεό,
δίχως συγχωροχάρτια ούτε εκπτώσεις,
για να μπούμε στο βασίλειο του φωτός,
στο βασίλειο του ανθρώπου,
στο βασίλειο των ηρώων
στο βασίλειο που εσείς
πάντα λέγατε
μακάριο βασίλειο του ουρανού.
Πάμε εκεί!
Είμαστε όλοι;
Ας κάνουμε την τελευταία καταμέτρηση:
Αυτός είναι ο ψαλμωδός,
που διέλυσε τον ψαλμό
όταν είπε με οργή και ασυλλόγιστα:
«Εσύ είσαι ο Θεός που εκδικείται τις αδικίες μου
και υποτάσσει κάτω μου λαούς.
Και αυτός είναι ο εωσφορικός ποιητής
που επινόησε το στείρο και αντισηπτικό
ποίημα
και φύλαξε σε κλίβανο το τραγούδι,
πουριτανός, υπερόπτης και φαρισαίος.
Ω, καθαρολόγοι και εστέτ!
Ακόμα δεν είναι καθαρός ο στίχος σας
και την τελευταία του σκουριά πρέπει να την αφήσετε
στα χωνευτήρια της κόλασης.
Ιδού οι σοδομιστές καλλιτέχνες
οι αλλήθωροι ζωγράφοι
και οι ανεστραμμένοι ποιητές.
Μην κλαίτε.
Αλλά ούτε και να λέτε
πως το Φως κι ο Έρωτας φαίνονται καλύτερα
στρεβλώνοντας το βλέμμα ή στρεβλώνοντας το φύλο.
Ούτε κλάμα ούτε υπεροψία. Πάμε στο μεγάλο εργαστήρι,
στο μεγάλο καμίνι
όπου σκληραίνουν οι αδικίες.
Εκείνος είναι που κραυγάζει,
ο άνθρωπος της οργής,
και εκείνος ο άλλος που κλαίει
ο άνθρωπος του λυγμού.
Να εκεί ο λεπρός και συφιλιδικός βασιλιάς,
αυτός είναι ο ντροπαλός σοφός,
φορτωμένος με κάρτες και φόβο.
Να εδώ ο δικαστής κι ο γκάγκστερ
οι δυο μαζί στον ίδιο στίχο.
Αυτός είναι ο Πρόεδρος
ο δημοκράτης και πολεμιστής
που γύμνωσε το σπαθί το καλοκαίρι
και έπρεπε να το γυμνώσει το χειμώνα.
Αλίμονο σ’ εκείνον που οπλίστηκε μοναχά
για να υπερασπίσει πρώτα το ψωμί της αποθήκης του
και δεν οπλίστηκε
για να υπερασπίσει πρώτα το ψωμί όλων!
Αλίμονο σ’ εκείνον που λέει ακόμα:
σκοπεύουμε να κρατήσουμε τα δικά μας.
Να εκεί ο δημαγωγός,
εκείνος είναι ο τραπεζίτης,
αυτοί είναι οι χριστιανοί
–που τώρα λέγονται «κριστέρος»(2)
κι αυτός είναι ο άνθρωπος με τη μίτρα,
το κτήνος με τα δυο κέρατα,
αυτός που πούλησε τα κλειδιά…
ο Μεγάλος Θυρωρός Πέτρος…
Εδώ όλοι! Εδώ κι εγώ μαζί τους.
Εδώ κι εγώ επίσης,
εγώ, ο άνθρωπος με το καμουτσίκι,
αυτός με τα βρώμικα μάτια… ο βλάσφημος.
Ναι. Τώρα πια χωρίς σπιτικό και χωρίς βασίλειο
χωρίς τραγούδι και χωρίς ψαλμό,
χωρίς κλειδιά και χωρίς ναό
εγώ την πάω,
εγώ πάω την άμαξα, εγώ την πάω.
Πάμε απ’ τον ψαλμό στο κλάμα,
από το κλάμα στην κραυγή, από την κραυγή στο φαρμάκι…
Άιντε, άιντε!
Και κερδίζεται το φως μες
απ’ την κόλαση!
1.Ρυθμός λίγο πιο αργός από το αλέγκρο και πιο γρήγορος από το αντάντε. (Σ.τ.Μ)
2.Οι επαναστάτες του Πολέμου των Κριστέρος (Μεξικό 1926-1929). Πρόκειται για μια ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των καθολικών πιστών και της μεξικανικής κυβέρνησης, η οποία είχε επιβάλλει σκληρούς αντικληρικούς νόμους. Το όνομα προέρχεται από το πολεμικό τους σύνθημα «Ζήτω ο Βασιλιάς Χριστός» (Viva Cristo Rey).
***
Η Βάσω Χρηστάκου γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Τρίκαλα. Σπούδασε Ιατρική στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας όπου και ειδικεύτηκε στην Καρδιολογία. Ζει και διατηρεί ιατρείο στην Πάτρα.
Το 2021 αποφοίτησε με άριστα από το τμήμα Ισπανικής Γλώσσας και Πολιτισμού του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Έκτοτε ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση από την ισπανική γλώσσα στην ελληνική.
Από το 2011 πραγματοποιεί συχνά ταξίδια σε πόλεις της Ισπανίας (Βαρκελώνη, Μαδρίτη, Σαλαμάνκα, Βαλένθια, Σαντιάγκο ντε Κομποστέλα) με σκοπό την επιμόρφωση και εμβάθυνση στην ιστορία, τέχνη, λογοτεχνία και πολιτισμό της Ισπανίας στα αντίστοιχα πανεπιστήμια.
Τη διετία 2022-24 παρακολούθησε μαθήματα Επιμέλειας και Διόρθωσης κειμένου με καθηγητή τον κ. Θάνα στα αντίστοιχα σεμινάρια του Ιανού.
Τα τελευταία χρόνια συμμετείχε σε εργαστήρια συλλογικής μετάφρασης Ισπανών και Λατινοαμερικάνων δημιουργών καθώς και Μεξικανών ιθαγενών ποιητών, το δε ακαδημαϊκό έτος 2023-2024 έλαβε μέρος στη Μεταπτυχιακή επιμόρφωση-Πρόγραμμα ΕΛΙΣ του ΕΑΠ με αντικείμενο τη συγκριτική μελέτη Ισπανίας και Ελλάδας όσον αφορά την πορεία τους κατά την περίοδο 1930-1975 σε ιστορικό, πολιτισμικό και λογοτεχνικό επίπεδο. Η διπλωματική εργασία ήταν μετάφραση λογοτεχνικού κειμένου.
Έχει δημοσιεύσει μεταφράσεις ποίησης και πρόζας στα περιοδικά Χάρτης, Culturebook, Hecatepoesíα, Πλανόδιον-Ιστορίες Μπονσάι, Τα Ποιητικά, Μανδραγόρας, Νέο Πλανόδιον, Περί ου, Fractal, Ποιείν, Δι@πολισμός, Blog Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Λογοτεχνία και Μετάφραση/ Literatura y traducción.
Συμμετείχε με μετάφραση δύο ποιημάτων στο βιβλίο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου Ιστορία και Ανθολόγιο κειμένων της Σύγχρονης Ισπανικής Λογοτεχνίας (20ός αιώνας), (εκδ. Πεδίο, 2021) και στη συλλογική μετάφραση της ποιητικής ανθολογίας Άσμα δημώδες και άλλα ποιήματα της Μπλάνκα Βαρέλα, (εκδ. Librofilo, 2024).
Μετάφρασε και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Πανοπτικόν το μυθιστόρημα του Σέσαρ Βαγιέχο Το βολφράμιο (2024). Είναι υπό έκδοση το βιβλίο Πεζά και νουβέλες του ίδιου συγγραφέα και στον ίδιο εκδοτικό οίκο.
