Το διήγημα της Πέμπτης: «Όταν φτάσει ο κόμπος στο χτένι» της Γαλάτειας Καζαντζάκη

“Έτσι είναι… Κάθε πράγμα έχει τέλος… Κάποτε φτάνει ο κόμπος στο χτένι…” – Άγνωστο διήγημα της Γαλάτειας Καζαντζάκη

Το διήγημα της Πέμπτης: «Όταν φτάσει ο κόμπος στο χτένι» της Γαλάτειας Καζαντζάκη

Η Γαλάτεια Καζαντζάκη (το πατρικό της επίθετο ήταν Αλεξίου) γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 8 του Μάρτη 1881 (ή 1886) και έφυγε από τη ζωή στις 17 του Νοέμβρη 1962. Ήταν η πρωτότοκη κόρη του τυπογράφου, εκδότη και λόγιου Στυλιανού Αλεξίου. Σπούδασε στη «Γαλλική Σχολή Ηρακλείου», το καθολικό σχολείο των Καλογραιών του Αγίου Ιωσήφ, όπου μεταξύ άλλων έμαθε άπταιστα τη γαλλική γλώσσα. Αδέλφια της ήταν η συγγραφέας Έλλη Αλεξίου, ο ποιητής και φιλόλογος Λευτέρης Αλεξίου και ο Ραδάμανθυς Αλεξίου.

Γράφει η Δώρα Μόσχου (Ριζοσπάστης, Κυριακή 24 Φλεβάρη 2008):

«Κορυφαία μορφή ανάμεσα στις προδρομικές μορφές της ελληνικής γυναικείας λογοτεχνίας, είναι η πρώτη κομμουνίστρια Ελληνίδα πεζογράφος και ποιήτρια, Γαλάτεια Καζαντζάκη. Μια ρωμαλέα λογοτεχνική φωνή που το έργο της (αν και ισάξιο και, σε πολλές παραμέτρους, ανώτερο) του έργου του πρώτου συζύγου της, Νίκου Καζαντζάκη, δεν απέκτησε τη δική του υστεροφημία.

Η Γαλάτεια Αλεξίου – Καζαντζάκη γεννήθηκε το 1886 στο Ηράκλειο της Κρήτης, από καλλιεργημένη οικογένεια. Μαθήτρια ακόμη, ξεκίνησε να δημοσιεύει συνεργασίες σε έντυπα της ιδιαίτερης πατρίδας της και της Αθήνας. Το εντυπωσιακό στην εμφάνιση μελαχρινό κορίτσι, με την πλατιά μόρφωση, το θάρρος της γνώμης και του λόγου και το αντρικό ντύσιμο, σοκάρει την κλειστή κρητική κοινωνία:

«Είναι μια κατακόκκινη κι αντάρτισσα παραφωνία μέσα στην ασάλευτη σκλαβοπλανταγμένη ατμόσφαιρα της επαρχιώτικης ζωής», γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης. Το 1909, ωστόσο θα της ασκήσει κριτική για το πρώτο της πεζογράφημα, το «Γέλα Παλιάτσο», επειδή, κατά τη γνώμη του, αρνείται τη γυναικεία φύση της που οφείλει να είναι υποταχτική και διακηρύττει ανοιχτά τον έρωτά της!

(…) Η γήινη και συγκροτημένη Γαλάτεια, μετά την ίδρυση του ΣΕΚΕ (μετέπειτα ΚΚΕ) στα 1918, θα συνδέσει στενά τη ζωή και το έργο της με τα κομμουνιστικά ιδανικά:

(…) Η Γαλάτεια υπηρέτησε όλα τα είδη του γραπτού λόγου: διήγημα, μυθιστόρημα, ποίηση, θέατρο, παιδική λογοτεχνία. Το έργο της διαπερνάται από το ενδιαφέρον και την αγάπη της για το λαϊκό άνθρωπο, αλλά και την έγνοια της για τη θέση της γυναίκας. Η σκλαβιά των ηρωίδων της συναρτάται άμεσα από την ταξική τους θέση: εκδηλώνεται με την ακραία φτώχεια, με την υποταγή στο σύζυγο, με το συμβατικό γάμο, με την οικονομική εξάρτηση. Χαρακτηριστικό είναι το πρώτο της μυθιστόρημα («Γυναίκες», 1933).

(…) Η Γαλάτεια Καζαντζάκη θα συμμεριστεί όλες τις περιπέτειες του ΚΚΕ και του λαϊκού κινήματος. Θα κάνει ένα δεύτερο γάμο, με το μαρξιστή θεωρητικό της λογοτεχνίας, Μάρκο Αυγέρη.(…)»

Το διήγημα «Όταν φτάσει ο κόμπος στο χτένι» δημοσιεύτηκε στα  «Νεοελληνικά Γράμματα» στις 22 του Μάη 1931 και ξαναδημοσιεύτηκε 65 χρόνια μετά στο περιοδικό «Διαβάζω».

Στο εισαγωγικό της δεύτερης δημοσίευσης σημειώνεται ανάμεσα σε άλλα ότι στο διήγημα «με παραλλαγμένα ονόματα πρωταγωνιστούν οι δύο αδελφοί της οικογένειας Αλεξίου. Πρόκειται για το πραγματικό περιστατικό του δανεισμένου βιολιού, το οποίο περιγράφει στις σελίδες 21-22 του βιβλίου του «Αξέχαστοι καιροί, χρονικό της νιότης», ο Λευτέρης Αλεξίου.

Στο πεζό αυτό η Καζαντζάκη, δείχνει πόσο ήξερε να βλέπει, να διαλέγει και να κρατάει από το σωρό των παρατηρήσεων της, ό,τι μπορούσε να προβάλει τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου, την ατμόσφαιρα ενός συνόλου, την αξία ενός περιστατικού.

Η ανάγνωσή του αφήνει τη μελαγχολική αίσθηση ότι υπάρχουν και άνθρωποι που ο κόμπος της οργής τους δεν φτάνει ποτέ στο χτένι…»

Το διήγημα της Πέμπτης: «Όταν φτάσει ο κόμπος στο χτένι» της Γαλάτειας Καζαντζάκη

Η Γαλάτεια Καζαντζάκη

Όταν φτάσει ο κόμπος στο χτένι
της Γαλάτειας Καζαντζάκη

Ο καθηγητής της μουσικής Ζήνων Μπρέβης ξύπνησε, ή καλύτερα, σηκώθηκε από το κρεβάτι κείνο το πρωί, αφού όλη τη νύχτα δεν έκλεισε μάτι, με την απόφαση να φύγει το ίδιο απόγευμα στο νησί, να φέρει πίσω το βιολί του, που ο αδερφός του ο γάιδαρος, όπως τον έλεγε κάθε που τον ανάφερε στο θυμό του, δεν εννοούσε να του επιστρέψει.

Η δραστήρια αυτή απόφαση, η πρώτη της ζωής του, τον είχε αναστατώσει. Βρισκόταν σε κατάσταση υπερδιέγερσης. Σαν όταν μας συμβούν εξαιρετικά κι απρόβλεπτα γεγονότα. Τα χέρια του τρέμαν, είχε παλμούς και του ήταν αδύνατο να σκεφθεί τίποτα έξω απ’ αυτό.

Η αδερφή του, όταν της ανάγγειλε τους σκοπούς του, έμεινε! Γούρλωσε τα μάτια και τον κοίταξε όπως κοιτάμε κάποιον που ξαφνικά τού ’στριψε η βίδα.

– Τι με κοιτάς έτσι; Ναι, μάλιστα, θα πάω. Να με δείτε κι από την καλή… Αυτός νομίζει πως θα του το αφήσω… «Τέτοιο κορόιδο που ’ναι ο Ζήνωνας»… ε, το λοιπόν όχι! Τον γέλασαν! Ως εδώ και μη παρέκει. Αρκετά. Μου εγκατάλειψε το δικό του το τσαφάρι και πήρε το δικό μου… Να δω μονάχα αν φεύγει βαπόρι…

– Και δεν τηλέγραφάς, χριστιανέ μου, να σου το στείλει! είπε η αδερφή του ήσυχα. Είναι ανάγκη να θαλασσοπνιγείς χειμώνα καιρό; Σένα σε πεθαίνει η θάλασσα…

Και λαβαίνοντας αφορμή, αρχίνησε να του αραδιάζει τις περιστάσεις που ενώ πραγματικά χρειαζόταν να πατήσει ποδάρι, να δείξει χαρακτήρα, να φανεί άντρας, δεν έκαμε τίποτα.

– Δεν έχεις το κουράγιο να γλιτώσεις από τα νύχια της γριάς κανκάγιας που σου κόλλησε τσιμπούρι και σε τρώει ως το κόκκαλο και άναψε ο σβέρκος σου γιατί δε σου γύρισε το γρηγορότερο το βιολί ο Θανάσης…

– Έτσι είναι… Κάθε πράγμα έχει τέλος… Κάποτε φτάνει ο κόμπος στο χτένι.

– Κι από το βιολί θ’ αρχίσεις; Γιατί δεν αρχίζεις κάνε μου από το Δούκα πούρθε πάλι εψές και σου βούτησε το εκατοστάρικο; Γιατί μιας και τον ξέρεις τεμπελχανά και μπεκρούλιακα δεν τον πετάς έξω, παρά σε πιάνει γλωσσοδέτης ευτύς ως τόνε δεις;.. Μα τι να πω και τι ν’ αφήσω… Το πανοφώρι που φοράς δεν το παραδέχτηκες χωρίς να πεις λέξη, αν και είδες πως ο ραφτης σου είχε αλλάξει το ρούχο κι από εγγλέζικο σούβαλε ντόπιο; Ε, γιατί δεν μίλησες εκεί, γιατί δεν τον έβρισες; Κι η αδελφή του ξακολούθησε έτσι με παραδείγματα τόνα από τ’ άλλο πιο ατράνταχτα, να του αποδείχνει πως ήταν χαλβάς.

– Έφτασε ο κόμπος στο χτένι γιατί σου καθυστερεί ο Θανάσης το βιολί και δε φτάνει τώρα και τέσσερις μήνες που μας καθυστερεί ο νοικάρης τα νοίκια του σπιτιού.

– Γιατί δεν του λες να πληρώσει;

– Γιατί δεν του το λες εσύ; Γιατί τον λυπάσαι. Κι εγώ τον λυπάμαι. Έχει και δε πληρώνει;

– Μας κρατά το βιολί ο Θανάσης! Ξανάπε η Όλγα για να μην απαντήσει στην παρατήρηση του αδελφού της για το νοικάρη.

Παρ’ όλα αυτά βάλθηκε να φτιάσει τη βαλίτσα του. Στο νου του καθώς ταχτοποιούσε τα πράγματα, όλο και δυνάμωναν τα επιχειρήματα που τον είχαν σπρώξει σ’ αυτή την απόφαση. Επιτέλους ήταν καιρός να δειχτεί άντρας! Όχι έτσι διαρκώς μπαίγνιο του κάθε κατεργάρη…

Όταν όμως την ετοίμασε και δοκίμασε να δει σηκώνοντάς την, αν μπορεί να τη μετακομίσει μόνος του στο σταθμό, σκέφτηκε ξαφνικά πως προτιμότερο ήταν να μην πάρει μαζί του τίποτα. Θα ‘κανε πιο εντύπωση να πάει έτσι. Μόνο το βιολί που του παράτησε ο Θανάσης στη θέση του δικού του θα κρατούσε.

– Ναι, βέβαια, έτσι είναι…συλλογιόταν σε συνέχεια, αδειάζοντας τώρα τη βαλίτσα. Οι άνθρωποι πρέπει να σε φοβούνται… Αλλιώς σου τρώνε το μάτι.

Και κατάστρωσε το σχέδιο πώς θα παρουσιαστεί, πώς θα μιλήσει και πώς θα απαιτήσει το δικό του πράμα, ορθά κοφτά!… Ωραίο προτέρημα η δύναμη του χαρακτήρα… Να επιβάλλεσαι! Πώς άφησε, αλήθεια, όλη τη ζωή του και πέρασε σ’ αυτή την παθητική κατάσταση! Ό,τι ήθελαν τον έκαναν! Τιποτένιοι οι άνθρωποι! – Να σε γδάρουν… να σου πάρουν το τομάρι… Είσαι αγαθός· μαλακός; ψυχόπονος;.. Πάει σ’ έπνιξαν… Ναι, ναι, είχε δίκιο η Όλγα… Τέτοιος ήταν… όσα έλεγε ήταν αλήθεια…

Το βαπόρι έφυγε εκεί κατά το βραδάκι. Ήταν όμως φουρτούνα και έβγαλε τα συκώτια του. Πλαγιασμένος στην καμπίνα δε σήκωνε κεφάλι. Στις φριχτές στιγμές του εμετού δε σκεφτόταν τίποτα. Όταν όμως τέλειωνε ο εμετός και μεσολαβούσαν εκείνες της καλυτέρεψης, τότε δε μπορούσε να καταλάβει γιατί το αποφάσισε αυτό το μαρτυρικό ταξίδι…

Και το πιο τρομερό, θα τον περνούσαν για τρελό! Μήπως και χωρίς αυτό δεν τον θεωρούν μισοπάλαβο; Πώς δεν τα σκέφτηκε, όλα τούτα;

Όταν έφτασε ήταν κουρέλι ψυχικό και σωματικό. Ακουμπησμένος στο παραπέτο, έβλεπε τις βάρκες να ‘ρχουνται, τελείως αποσυνθεμένος. Τι είχε γίνει ο θυμός του; Πώς είχε έτσι εξατμισθεί; Του κρατάει το βιολί του ο Θανάσης… ε, κ’ έπειτα; Ένας βαρκάρης τον άγγιξε ελαφρά στον ώμο:

– Για όξω αφεντικό;

– Ναι, είπε κ’ έκαμε να τον ακολουθήσει…

– Δεν έχετε μπαγάζια, αφεντικό;

– Έχω, είπε και κατέβηκε στην καμπίνα να πάρει το βιολί… αχ να μπορούσε να πάει τα μπρος πίσω! Να μην βγει έξω διόλου. Το σωστότερο πα ’να πει απ’ όλα. Ούτε βιολί, ήθελε… ούτε και κρατούσε για κανένα κακία. Δεν βαριέσαι, όλοι οι άνθρωποι είναι καλοί κατά βάθος. Αλλά επειδή δεν είχε ούτε γι’ αυτό αρκετή θέληση, βάλθηκε με το βιολί, να κατεβαίνει προσεχτικά την κινούμενη σκάλα, πονοκεφαλιασμένος από την ταλαιπωρία του ταξιδιού κι έχοντας σαφέστατα τη συναίσθηση της γελοιότητάς του. Πώς θ’ αποβιβαζόταν μ’ αυτό το κουτί; Πώς θα περνούσε την αγορά; Και στου Θανάση τι θάλεγαν να τον δούνε ξαφνικά έτσι;..

Αδύνατο πρέπει κάπου να το ακουμπήσει… αλλά πού; Σε κανένα καφενείο του λιμανιού… Να πει: «Κρατάτε αυτό και θα περάσω να το πάρω»… αλλά τι φριχτή αθυμιά νιώθει! Τα πόδια του σαν να ’χουν μολύβι…

Όλα έχουν εξαφανιστεί και έχει απομείνει αυτός σαν ενεργούμενο… Οι αφορμές που τον είχαν κουρντίσει δεν υπάρχουν… κι ούτε καλά τις θυμάται!..

– Τι ώρα φεύγει το βαπόρι; Ρώτησε το βαρκάρη.

– Κατά τις έξι το απόγεμα…

Ήταν μεσημέρι.

– Έτσι θα κάμω, σκέφθηκε και σα να ξαλάφρωσε. Θα βγω να τους δω και φεύγω ευτύς το βράδυ. Ήρθα για μια δουλειά θα τους πω.

Κάθησε στο πρώτο καφενείο που βρέθηκε μπροστά του. Διάταξε καφέ και είπε να του φυλάξουν το βιολί αυτό. Θα περάσει να το πάρει πιο ύστερα.

– Μετά χαράς είπε ο καφετζής… και πρόστεσε: Θα ’σαστε χωρίς άλλο αρτίστας από την κουμπανία του καφέ σαντάν που ’ρθε ψες…

– Ναι… είπε.

– Τι άθλια όλα τούτα! συλλογιόταν πίνοντας τον καφέ… Σηκώθηκε και τράβηξε για το σπίτι  του αδερφού του… Μεσημέρι. Θα τους εύρισκε στο τραπέζι… Χάλια! Χάλια! Κι αυτή η Όλγα, να μην τον εμποδίσει… Στο σπίτι να τον δουν, γένηκε το ανάστα ο θεός. Αγκαλιές, φιλιά, χαρές!..

– Και πώς ήταν αυτό το καλό;.. Πώς το αποφάσισες;..

– Ήρθα για δουλειά… Φεύγω αμέσως το βράδυ… μουρμούρισε σα χαμένος.

– Τι έκαμε λέει! Να το βγάλεις από το νου σου!.. Θα μείνεις τουλάχιστον μια βδομάδα… Φώναξαν όλοι με μια φωνή, ενώ η πεθερά του Θανάση, καλόκαρδη νοικοκυρά, γλεντζού και φωνακλάδισσα, διάτασσε τη μικρή της κόρη…

– Έλα Φρόσω, μη στέκεσαι! Τρέχα να ετοιμάσεις την κάμαρη του Ζήνωνα… Ακούς να φύγει… Δεν πας πουθενά.

Ο δύστυχος άνθρωπος τα ’χε χαμένα.

… Κι όμως αυτό ήταν το φυσικό να συμβεί… τι άλλο; Και γύρω του το πατιρντί της ξαφνικής αντάμωσης και ο σκοτωμός ποιος να τον πρωτοπεριποιηθεί…

Μόλις τα πράματα καταλάγιασαν λίγο, ο Θανάσης τον πήρε όλο δικό του… τον ρωτούσε για τη ζωή στην Αθήνα… πώς περνά, τι συνθέτει τώρα, υμνώντας τη δημιουργική του εργασία… κι έπειτα με λύπη:

– Τι κακό ο χωρισμός… ζούμε σα να ‘μαστέ πεθαμένοι… ανταμώνουμε στη χάση και στη φέξη για λίγες μέρες κ’ ύστερα πάλι χανόμαστε… κι η Όλγα μας; Είναι καλά κι αυτή; Τι χρυσός άνθρωπος!.. Αχ γιατί να μη ζούμε όλοι μαζί… Δάκρυσαν κ’ οι δυο. Είχε γαληνέψει. Έφαγε, ήπιε λίγο, έκαμε διάθεση… Τι καλά ένιωθε εκεί ανάμεσα στους δικούς τους. Το σπίτι πρόσχαρο κι’ όλα, γύρω τα πρόσωπα γελαστά. Κι’ ο Θανάσης σαν να μην έφταναν όλα τούτα να του πει ανάμεσα στ’ άλλα:

– Αλήθεια, Ζήνωνα, να με συμπαθάς για το βιολί σου… ακόμα σου το κρατώ… έλεγα να σου το φέρω μονάχος… ξέρεις τώρα, θα ’παιζα σε κείνη τη συναυλία και το δικό μου δε φελά…

Κι ο Θανάσης του αγκάλιασε τους ώμους κ’ έσκυψε το πρόσωπό του στο δικό του.

– Έλα τώρα… Τι σημασία έχει… Κάνω και με το δικό σου τη δουλειά μου περίφημα… είπε εκείνος.

– Σα θα φύγεις να το πάρεις. Το δικό μου μού το στέλνεις με κανένα γνωστό… Σου το ’χω κλειδωμένο… να μη σου το πειράξει κανείς… Εκεί στο ντουλάπι.

Ο Ζήνωνας μόνο που δεν έκλαψε από τη συγκίνηση.

– Και δεν το κρατάς… Κράτα το… Σου λέω πως και με το δικό σου κάνω τη δουλειά μου μια χαρά… –Τι είπες; Το βιολί σου! Μ’ αυτό είναι περίφημο… είναι σπάνιο βιολί…

– Ας είναι… κράτα το!

Η γενναιοδωρία αυτή τους κατασκλάβωσε όλους κι αυτός ήταν ευτυχισμένος. Ζήτησε άδεια να μείνει πέντε-έξι μέρες ακόμα… Πιο ευχάριστες μέρες δε θυμόταν να ‘χε περάσει ποτές! Μονάχα, σαν ήταν να πάνε προς τον καφενέ που είχε αφημένο το βιολί, ταραζόταν και κατάφερνε ν’ αλλάξουν δρόμο. Έφυγε ύστερα από δέκα μέρες. Το βαπόρι θα σαλπάριζε στις δέκα τη νύχτα. Σαν ήρθε η ώρα του μισεμού ο Θανάσης καλά και σώνει να τον συνοδέψει ως το βαπόρι. «Θαναγκαστώ να ξαναβγώ», συλλογιόταν.

Όπως κ’ έγινε. Μόλις ο Θανάσης γύρισε πίσω, πήδηξε κι αυτός σε μια άλλη βάρκα.

– Γρήγορα! είπε στο βαρκάρη… Ξέχασα κάτι…

Του έδωσε ο καφετζής το βιολί σκεπασμένο στη σκόνη. Στην πόρτα του καφενέ, στάθηκε μια στιγμή γνοιασμένος και κοίταξε ένα γύρω, μην είναι κανείς… Έπειτα τράβηξε τοίχο-τοίχο, σαν κλέφτης, προς τη βάρκα που τον περίμενε.

 

–Στην κεντρική φωτογραφία, τα τέσσερα αδέλφια Αλεξίου

“Το διήγημα της Πέμπτης”: Δείτε όλα τα διηγήματα εδώ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: