Νατάσα Μποφίλιου – “Όλοι στην οικογένειά μου είναι παλιοκομμούνια και άθρησκοι”

“Όταν πιστέψεις στην ουτοπία, ότι εγώ ψυχικά θα’μαι ανώτερος, αυτό θα σε σώσει. Γιατί να μη συμβεί και στην κοινωνία;”

Μπορεί η έκφραση “συνέντευξη – ποταμός” να ακούγεται τετριμμένη, δύσκολα όμως μπορούμε να βρούμε άλλο χαρακτηρισμό για την “εξομολόγησή” της στο δημοσιογράφο Αντώνη Μποσκοΐτη. Με το γνώριμο πηγαίο και πληθωρικό ύφος της, η τραγουδίστρα μιλάει για τη μουσική της, τα δύσκολα πρώτα χρόνια της καριέρας της, την ελπίδα της στην επανάσταση, την οικογένεια που εκτός από τη γιαγιά της αποτελείται από “άθρησκους και παλιοκομμούνια”, το αν παίρνουν θέση οι καλλιτέχνες σήμερα, και πολλά πολλά ακόμα.

Τη Νατάσσα Μποφίλιου την είχα πρωτοδεί live σε μια μικρή μουσική σκηνή πίσω από το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Θα ήταν το μακρινό πια 2005 και ήμασταν, θυμάμαι, μέσα μάξιμουμ 15 άτομα. Χρόνια μετά, όχι πολλά, την ξανάδα στην Τεχνόπολη, στο Γκάζι, σε δική της μεγάλη συναυλία. Εκεί η ουρά των ανθρώπων που περίμεναν στην είσοδο είχαν καταλάβει περιμετρικά τη μισή Τεχνόπολη, επομένως μιλάμε για χιλιάδες κόσμου! Κι αν εκείνη την περίοδο δεν ανήκα στους φαν της, η θέαση της συναυλίας της παρουσίαζε μεγάλο κοινωνιολογικό ενδιαφέρον: Νέα παιδιά, από 17 μέχρι 22 ετών, αλλά και ζευγάρια μεσήλικων, ήξεραν απ’ έξω όλα της τα τραγούδια, σιγοτραγουδώντας τους στίχους! Κάτι παρεμφερές είχα δει και σε μία συναυλία του Πάνου Μουζουράκη στον ίδιο χώρο: Αγόρια και κορίτσια με τις σάκες στον ώμο, λες και είχαν κάνει κοπάνα από το σχολείο, που επίσης ήξεραν απ’ έξω όλα τα τραγούδια του! Ένα υπαρξιακό σοκ το έπαθα, η αλήθεια είναι. Θυμήθηκα τη δική μου εφηβεία που τρέχαμε στις συναυλίες του Βασίλη Παπακωνσταντίνου και του Νίκου Παπάζογλου σε εποχές που οι εν λόγω καλλιτέχνες δεν εμφανίζονταν στην τηλεόραση, ούτε τους βρίσκαμε όποτε θέλαμε στο ανύπαρκτο διαδίκτυο.

Μπορεί η Μποφίλιου να ανήκει στη γενιά που δημιούργησε το δικό της «success story», ωστόσο η επιτυχία της χτίστηκε αργά – αργά και μεθοδικά, τοποθετώντας την αυτή τη στιγμή στο βάθρο της Νο 1 νέας Ελληνίδας ερμηνεύτριας! Είναι η Νατάσσα Μποφίλιου η καινούργια Βίκυ Μοσχολιού ή η Χάρις Αλεξίου απ’ την άποψη του ρεπερτορίου που υπηρετεί και της δημοφιλίας; Ναι, θα ισχυριζόταν κάποιος από τους αναρίθμητους πλέον φαν της σε όλη την Ελλάδα. Όχι, θα έλεγε η ίδια, αφού, όπως παραδέχεται στη συνέντευξη μας, τα 15 χρόνια ύπαρξης της στο χώρο είναι πολύ λίγα για να κάνουμε τέτοιες συγκρίσεις. Το ζήτημα είναι, όμως, πως οι ερμηνείες της Μποφίλιου φέρουν όλες τις αναφορές της, από την Αλεξίου και τη Γαλάνη μέχρι την Τσανακλίδου και την Πρωτοψάλτη – στοιχείο που το σημερινό κοινό φαίνεται νά’χει ανάγκη.

Το ασυνήθιστο με την περίπτωση της Μποφίλιου σε σχέση πάντα με τις ερμηνεύτριες της γενιάς της είναι πως δεν διστάζει σε κάθε ευκαιρία να διατυμπανίζει τις ιδέες της, καταγόμενη από μία πολύ δεμένη οικογένεια κομμουνιστών. Πρόσφατα, με αφορμή την επέτειο από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, έκανε μία συγκινητική ανάρτηση στην προσωπική της ιστοσελίδα. Το ίδιο και παλαιότερα που κατακεραύνωσε τη Χρυσή Αυγή με έναν δημόσιο λόγο στα όρια του…εξτρεμισμού. Όποιος τη γνωρίσει για λίγο έστω, αντιλαμβάνεται πως η Μποφίλιου είναι μια πληθωρική προσωπικότητα που δεν προτίθεται και ούτε πρόκειται να της βάλει κανείς χαλινάρι στο στόμα! Κι αυτός είναι ο λόγος, πιστεύω, που ακόμη δεν έχει γίνει η επίσημη αγαπημένη των καθεστωτικών ΜΜΕ. Κι ας γεμίζει τα μεγαλύτερα μαγαζιά της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης αυτή τη στιγμή! Δεν τις θέλουν τα ΜΜΕ τις καλλιτέχνιδες με πολιτική άποψη, που χαλάνε τη σούπα τους.

Της τη χρωστούσα αυτή τη συνέντευξη της Νατάσσας Μποφίλιου! Ανήκα, βλέπεις, στους δημοσιογράφους που δεν είχαν «ψαρώσει» με την ξαφνική επιτυχία της, που αντιμετώπιζαν με υποψία όλη αυτή την άνοδο, που πίστευαν στην τελική πως επρόκειτο για ένα πυροτέχνημα και τίποτα περισσότερο! Να, όμως, που η ίδια και η ομάδα της, ο συνθέτης Θέμης Καραμουρατίδης και ο στιχουργός Γεράσιμος Ευαγγελάτος, μας διέψευσαν και, μάλιστα, για τα καλά! 15 χρόνια επιτυχίας και on the top ίσως να μην είναι πολλά για την ίδια, στην πραγματικότητα όμως μέσα στην υπερπληροφόρηση του internet, είναι και παραείναι! Σου αρέσουν – δεν σου αρέσουν τα τραγούδια της, είσαι – δεν είσαι οπαδός του λεγόμενου «έντεχνου», σίγουρα δεν μπορείς να παρακάμψεις μια τέτοια επιτυχία, που αγγίζει τις περιοχές του φαινομένου!

Μακάρι η παρακάτω συνέντευξη να δώσει την ευκαιρία, ακόμη και σε εκείνους που δεν την έχουν γνωρίσει ακόμη, να μάθουν τα πάντα σχεδόν για μία από τις σημαντικότερες Ελληνίδες τραγουδίστριες. Κι έπειτα να αναζητήσουν τα τραγούδια της, τα παλιά, τα νεότερα κι αυτά που είναι στο δρόμο, σαν την «Άπνοια», τους στίχους της οποίας μας αποκάλυψε. «Εκατό μικρές ανάσες», «Μέχρι το τέλος», «Εισιτήρια διπλά», «Οι μέρες του φωτός», «Πρώτες λέξεις», «Βαβέλ» και το πιο πρόσφατο live «Μπελ Ρεβ» είναι το σύνολο της δισκογραφίας της Νατάσσας Μποφίλιου που ξεκίνησε το 2005 κι ακόμη συνεχίζεται.

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Όταν σας τηλεφώνησα για τη συνέντευξη, σας πέτυχα σε γιορτινό τραπέζι. «Είμαι εδώ με τον άντρα μου» μου είπατε χαρακτηριστικά, κάτι που – δεν σας κρύβω – μου έκανε εντύπωση. Δεν είπατε, ας πούμε, «Είμαι εδώ με τον σύζυγο μου» ή «με τον σύντροφο μου». Τι μπορεί να δείχνει η φράση σας αυτή;

Ανέκαθεν ήμουν απ’ τα κορίτσια που δεν είχαν όνειρο να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά. Έχω μια πολύ βαθιά σχέση με τους αγαπημένους μου φίλους κι έχουμε φτιάξει μια παρέα, μια κολεκτίβα. Ίσως αυτό, ειδικά τα πιο νεανικά χρόνια, να υποκαθιστούσε την επιθυμία για μια συντροφική σχέση με έναν συγκεκριμένο άνθρωπο. Όταν ήρθε ο Χρήστος στη ζωή μου, αυτό γύρισε τούμπα, αν και ήμουν σε μια ηλικία, έτοιμη να βιώσω μια τέτοια σχέση. Τον γνώρισα στα 29 μου, ήμουν ώριμη. Χαίρομαι πάρα πολύ γιατί η σχέση αυτή με ρίζωσε περισσότερο. Ο Χρήστος μου εμπνέει το σεβασμό, έχει πνευματικότητα και ταιριάζουμε σε βάθος. Είναι μεγάλη τύχη και τιμή, λοιπόν, να λέω ότι είναι άντρας μου. Παντρευτήκαμε πέρσι, βέβαια, παρόλο που ήμασταν αρκετά χρόνια μαζί.

Τον Χρήστο Κορτσέλη θα μπορούσαμε να τον πούμε και καλλιτέχνη.

Είναι ραδιοφωνικός παραγωγός, παραγωγός δίσκων, έχει μουσικό κριτήριο, αλλά είναι πιο πολύ καλλιτέχνης της ζωής ως άνθρωπος που ζει μέσα στην τέχνη. Είναι υπέροχο αυτό για μένα γιατί είναι και πολύ βοηθητικό.

Πιστεύετε ότι έτσι γλιτώνετε και έναν ανταγωνισμό μεταξύ σας;

Πιστεύω ότι δεν θα το είχα αυτό, επειδή δεν είμαι καθόλου ανταγωνιστική. Ούτε εκείνος, όμως, καθόλου! Σίγουρα χαιρόμαστε και οι δύο που έχουμε βαθιά αντίληψη του τι κάνει ο καθένας, αλλά δεν συγκρουόμαστε σε κανένα επίπεδο.

Πρέπει να παντρεύεται ένας καλλιτέχνης;

Όπως έχουμε δει, πάντα οι καλλιτέχνες είχαν τους συντρόφους τους. Ακόμη κι αν κάνουν άστατη ζωή, υπάρχει ένα σταθερό πρόσωπο στη ζωή τους. Πήγα σινεμά τις προάλλες και είδα την ταινία για τη σχέση του Leonard Cohen με τη Marianne και τα γράμματα που της έγραφε. Υπέροχη και βαθιά τρυφερή ταινία! Παρόλο που ο Cohen έζησε εκτός συμβάσεων, η γυναίκα αυτή υπήρξε σταθερό σημείο στη ζωή του. Πάντα, μέχρι τα βαθιά γεράματα του, δεν άλλαξε το βάθος της σχέσης τους. Πιστεύω πως οι άνθρωποι που δεν το’χουν ζήσει, δεν μπορούν να ξέρουν τι είναι αυτό το όμορφο και μεγαλειώδες πράγμα! Εκεί κινούμαι κι εγώ, μην πιστεύοντας ότι θα μου συνέβαινε ποτέ και ούσα ακραία δεμένη με την οικογένεια μου. Έχω τα αδέρφια μου, τους φίλους μου, άρα αναρωτιόμουν τι άλλο μπορεί να μου προσφέρει η συντροφικότητα.

Οι εικόνες που μου έχουν μεταφέρει για την οικογενειακή σας κατάσταση είναι μοναδικές. Ζείτε κοινοβιακά σχεδόν. Κάνω λάθος;

Καθόλου! Καταρχάς είναι οι δύο γιαγιάδες που ζουν στο ίδιο σπίτι, μαζί κι ο ένας παππούς. Από πάνω είναι ο αδερφός μου με την κοπέλα του και από πάνω τους η αδερφή μου με τον άντρα της. Πιο πέρα είναι η μαμά μου με τον μικρό μας αδερφό. Δίπλα είναι ο μπαμπάς μου με τη μητριά μου. Ο θείος με τη θεία μου επίσης πολύ κοντά. Μόνο εγώ και η Νέλλη, η αδερφή μου, έχουμε απομακρυνθεί λίγο απ’ την οικογενειακή εστία (γέλια)

Πόσα αδέρφια είστε;

Είμαστε πέντε. Ο μπαμπάς μου και ο θείος μου παντρεύτηκαν δύο αδερφές, τη μαμά μου και τη θεία μου. Αυτό σημαίνει ότι μεγαλώσαμε όλοι στο ίδιο σπίτι, κοινό ταμείο, κοινή επιχείρηση. Πάντα υπήρχε μια δομή διαφορετική μεσ’ στην οικογένεια. Οι γονείς μου είναι σαν αδέρφια, παρότι έχουν χωρίσει. Η μητέρα μου έκανε με άλλο μπαμπά το πέμπτο μας αδερφάκι, αλλά ο δικός μου μπαμπάς το μεγαλώνει σαν να’ναι δικό του. Η μητριά μου, πάλι, είναι στενή φίλη με τη μητέρα μου – γίνεται χαμός, άσ’το (γέλια). Ποια Σουηδία; Μετασουηδικό μοντέλο!

Ο πατέρας σας ήταν τραγουδιστής, άρα να το και το καλλιτεχνικό μικρόβιο.

Ερασιτέχνης ήταν και είναι. Μουσικός που έχει βαθιά αγάπη για τη μουσική στο σύνολο της και, νομίζω, αυτός μου εμφύσησε το ενδιαφέρον για το έντεχνο ελληνικό τραγούδι, που το γνώρισα από πολύ μικρή ηλικία.

Αν τα λέω σωστά, ο πατέρας σας, ο Νίκος Μποφίλιος, υπηρετούσε το πιο πολιτικοποιημένο τραγούδι.

Φυσικά. Όλη η οικογένεια είναι παλιοκουμμούνια (γέλια)! Η δισκογραφία δεν τον ενδιέφερε καθόλου, ούτε ήθελε να μπλέξει την επιβίωση με το αίσθημα που του προσφέρει η μουσική. Θεωρούσε ότι είναι αφιερωμένος σε ένα είδος μουσικής που ανήκει σε όλους ανεξαρτήτως. Είχε μια άλλη φιλοσοφία και να μην ξεχνάμε ότι δραστηριοποιήθηκε σε άλλες εποχές. Δεν τον ένοιαζε ποτέ να γίνει επαγγελματίας, το έκανε για τους φίλους του, για τους δικούς του.

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Εσείς το ξέρατε από μικρή ότι θα γίνετε τραγουδίστρια μια μέρα;

Όχι. Καμία σχέση. Το 2011 είπα ότι είμαι τραγουδίστρια! Έμπαινα σε ταξί, με ρωτούσαν «Με τι ασχολείσαι, κοπελιά;» και μέχρι το ’11 δεν μου έβγαινε να πω ότι είμαι τραγουδίστρια. Έλεγα ότι είμαι φοιτήτρια και ασχολούμαι και μ’ άλλα πράγματα. Δεν τολμούσα να πω ότι είμαι τραγουδίστρια! Άρχισα να νιώθω έτσι, όταν άρχισα και να βιοπορίζομαι απ’ τη μουσική και οι άλλοι να με αντιμετωπίζουν ως τραγουδίστρια.

Σας θυμάμαι σε ένα μπαράκι πίσω απ’ την Πάντειο, που τραγουδούσατε. Θα’ναι μια δεκαετία τουλάχιστον και μέσα ήμασταν το πολύ 10 – 15 άτομα…

Κι αυτό συνεχίστηκε για πολλά χρόνια σε όλη την Ελλάδα. Είναι εντυπωσιακό, όμως, για κάποιον αν μας είχε δει το 2005 και μετά μας ξανάβλεπε το 2011. Επειδή εμείς, όμως, αυτό το πράγμα το χτίσαμε λιθαράκι – λιθαράκι, θεωρούμε πως το κομβικό μας σημείο ήταν οι «Μέρες του Φωτός». Θυμάμαι ότι το 2010 προς ’11 είχαμε μια μικρή περιοδεία Κέρκυρα, Γιάννενα και αλλού. Ήμασταν μεσ’ στο αυτοκίνητο κουρασμένοι και ο Θέμης καθόταν στο πίσω κάθισμα. Οδηγούσε η Κατερίνα, η μάνατζερ μας, που είχε πιστέψει πολύ σε μας και το πήρε όλο πάνω της απ’ την πρώτη στιγμή. Από την κούραση, τον Θέμη τον πιάσανε τα κλάματα. Γυρνάει η Κατερίνα: «Πως κάνεις έτσι;» του λέει, «τι ειν’ αυτά τα πράγματα»;

Δεν είχατε πάει καλά;

Όχι, φυσικά και δεν είχαμε πάει καλά, γυρίζαμε απλήρωτοι και κουρασμένοι. «Τώρα που είστε νέοι θα χτίσετε!» του λέει η Κατερίνα, οπότε γυρνάει ο Θέμης και της απαντάει: «Εμείς όλο χτίζουμε! Πότε θα πάμε να μείνουμε;» Κάποια στιγμή, όμως, εκεί που χτίζαμε αδιάκοπα, άρχισε αυτό το σπιτάκι να μπορεί να φιλοξενήσει ένα στρώμα κι έναν να κοιμηθεί. Μετά σιγά – σιγά βάλαμε παράθυρα, ένα ωραίο τραπεζομάντιλο και κάπως έτσι, ξαφνικά, φτιάξαμε το σπίτι των ονείρων μας, που με φοβερό κόπο προσπαθούμε να κρατήσουμε στα χέρια μας. Οδηγείσαι έτσι, όπως και όλοι οι καλλιτέχνες που έχουν μια στοχοπροσήλωση, σε μία επανατοποθέτηση των χρημάτων που βγάζεις, για να μπορέσεις να υπάρξεις και να κάνεις αυτό που θες, όπως το θες. Αυτό είναι το καλό σημείο για μένα, γιατί μπορεί να γκρινιάζουμε, αφού αν δεν δουλέψουμε, δεν μπορούμε να καλύψουμε τις υποχρεώσεις της ζωής, αλλά έτσι διατηρούμαστε ακέραιοι, καλλιτεχνικά ζωντανοί και βασικά δεν διαφοροποιούμαστε απ’ αυτό που βιώνουμε γύρω μας. Μοιραζόμαστε την ίδια ζωή, κάτι που με κάνει να αισθάνομαι επίκαιρη (χαμογελάει).

Σε ποιους προστρέχετε για συμπαράσταση;

Αποκλειστικά και μόνο στους κολλητούς μου, στην παρέα μου και στην οικογένεια μου.

Μυστικά έχετε από κανέναν;

Όχι, από κανέναν. Δεν μπορώ να κρατήσω μυστικά. Δεν μπορώ να ζήσω με μυστικά, αλλά γενικά είμαι ένας άνθρωπος που δεν ντρέπομαι γι’ αυτά που μου συμβαίνουν ή γι’ αυτά που σκέφτομαι. Τό’χω μάθει απ’ την οικογένεια μου αυτό.

Αν δείτε κάτι που σας την έχει «σπάσει», πάντα θα το πείτε;

Ναι, θα το πω! Διατηρείς μια ψυχική ισορροπία έτσι, παρόλο που η δουλειά μας είναι πολύ βάναυση από ψυχολογικής άποψης. Σε φέρνει αντιμέτωπο με πολύ φως, αλλά και με πολλά σκοτάδια αυτή η δουλειά. Το 2009 και το 2019 ήταν δύσκολες χρονιές για μένα. Είχα πολλά χρόνια να νιώσω σκοτεινά, να κάθομαι δηλαδή και να κοιτάω το κενό, να μη θέλω να κάνω τίποτα.

Καταθλιπτικό ακούγεται.

Δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη, γιατί η κατάθλιψη είναι μια πολύ σοβαρή κατάσταση…Μόνο όταν ανέβαινα στη σκηνή, με ευγνωμοσύνη για τους ανθρώπους που είναι εκεί, κάτι με μεταμόρφωνε. Είχα διάφορα θέματα να λύσω και γι’ αυτό αισθανόμουν έτσι. Ο λόγος που επανήλθα, ήταν οι σκέψεις μου: «Δεν είμαι καλά! Γιατί δεν είμαι καλά; Γιατί δεν θέλω να κάνω τίποτα;» Αυτό, λοιπόν, το ότι αναγνώριζα την άσχημη ψυχολογία μου, με έκανε σήμερα να μπορώ να δηλώνω ευτυχισμένη με τις λογικές περιόδους της θλίψης μου.

Μπορεί να σας τρόμαξε ο ίδιος ο εαυτός σας.

Δεν το μπορώ το σκοτάδι! Θέλω φως, θέλω ανοιχτά παράθυρα, ήλιο, δραστηριότητα!

Έχετε σκεφτεί πως το να τη «λέτε» ευθαρσώς σε κάποιον που σας την έχει «σπάσει», είναι κι ένας τρόπος να τον παίρνετε με το μέρος σας; Να κερδίζετε τους αρνητές σας, εννοώ.

Ωραίο ερώτημα αυτό! Δεν νομίζω ότι το κάνω από πρόθεση…

Ούτε εγώ το νομίζω, ειλικρινά.

Δεν ξέρω αν το κάνω ασυνείδητα, αλλά σίγουρα δεν το κάνω με γνώση. Θεωρώ ότι ισχύει αυτό που λέτε. Το λέω συνέχεια στον Θέμη και στον Γεράσιμο, τα δικά μας παράσημα είναι ότι καταφέρνουμε σιγά – σιγά να πείθουμε τους ανθρώπους ότι αυτό που κάνουμε, έχει μέσα του αλήθεια, αυθεντικότητα. Αυτό κερδίζεται με τα χρόνια και φανερώνει συνέπεια.

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Θα τολμούσατε να αυτοσαρκαστείτε επί σκηνής;

Πολύ συχνά! Θα πέσω, ας πούμε…Μία στις τρεις συναυλίες θα πέσει τούμπα. Προχθές στη συναυλία φόραγα μια φόρμα ολόσωμη, αλλά ζεστάθηκα τόσο, που έβγαλα το πάνω μέρος. Μ’ αρέσει να είμαι ωραία, φτιάχνομαι, ξεκινάω, φτιάχνω τα μαλλιά μου, βάφομαι, αλλά μετά από 10 λεπτά όλο αυτό δεν έχει καμία σημασία για μένα. Αναγκαστικά επέρχεται η κατάρρευση. Αφήνομαι σ’ αυτό που κάνω, γιατί αλλιώς δεν έχει νόημα. Ανεβαίνουμε στη σκηνή για να παίξουμε μουσική και είναι πολύ σοφό το ρήμα για να περιγράψει αυτό που κάνουμε: «Παίζω, παίζουμε μουσική».

Αναρωτιέμαι ποιες να είναι οι άμυνες σας.

Δεν έχω, είμαι πάρα πολύ αυθόρμητη. Είναι κι ένα στοιχείο, πιστεύω, της επιτυχίας μας αυτό.

Που το εισπράττει ο κόσμος;

Το εισπράττει, ναι, ξέρει ότι αν θα γίνει ένα λάθος, θα πω: «Παιδιά, συγγνώμη, κάναμε μαλακία, πάμε πάλι»! Δεν προμελετάω τίποτα, εξ ου κι υπάρχουν κάποιες αντιδράσεις που’ναι λάθος, αλλά και κάποιες που’ναι οι τελείως κατάλληλες για εκείνη τη στιγμή. Είμαι πάρα πολύ εργατική, έχω δουλέψει σκληρά από πριν, τη φωνή μου, την τεχνική μου, το σώμα μου, τα φώτα, τη μπάντα! Ξέρω τι πρέπει να γίνει ώστε όταν ανέβω στη σκηνή, να είμαι ελεύθερη! Είναι μέχρι ν’ ανέβω, αλλά έχω δουλέψει από πριν και την παραμικρή λεπτομέρεια.

Σας αρέσει ν’ ακούτε σχόλια για το άτομο σας;

Μου αρέσει πάρα πολύ! Ανυπομονώ για τη γνώμη των άλλων μετά από κάθε συναυλία και κυρίως των δικών μου ανθρώπων, που ξέρω ότι θα μου πουν την αλήθεια. Έχω τη βεβαιότητα ότι έχουμε ξεκινήσει με την καλύτερη πρόθεση, αλλά όχι και τη βεβαιότητα ότι έχει πετύχει. Πάντα παίρνουμε ρίσκα…Καθένας που μπαίνει στο καμαρίνι μετά, τον ρωτάω με λαχτάρα: «Σας άρεσε;»

Όταν δεχτείτε ένα σχόλιο είτε θετικό υπέρ το δέον, είτε αρνητικό, έχετε την ικανότητα να το αξιολογήσετε;

Από μικρή, είχα την τάση να κατεβάζω κατά 80% κάθε θετικό σχόλιο. Έχω, ας πούμε, κάποια παραδείγματα που λέω ότι εγώ δεν θέλω να γίνω σαν κι αυτόν. Ξεκίνησα τη δουλειά, λοιπόν, με μεγάλη φοβία μη γίνω σαν αυτήν ή αυτόν. Βοηθήθηκα έτσι να έχω τον εαυτό μου μπροστά σ’ ένα σάκο του μποξ, να λέω «Πρόσεχε, κακομοίρα μου, γιατί ένα καλό σχόλιο είναι μόνο για σήμερα».  Στα αρνητικά σχόλια, ωστόσο, έκανα ένα τεράστιο λάθος! Θεωρούσα ότι ήταν ακόμη πιο σοβαρά απ’ ότι τα θετικά. Πληγωνόμουν, νευρίαζα και πωρωνόμουν, πέρασα μεγάλο διάστημα να λέω «Γαμώ την πουτάνα σου, θα σου δείξω εγώ! Θα κάνω αυτό ή τ’ άλλο για να σου μπω στη μύτη»!

Δεν είναι και τόσο κακό αυτό.

Ήταν μια κινητήρια δύναμη, αλλά δεν ήταν σωστό! Δεν καταλάβαινα πόσο ωραίο ήταν αυτό που μου συνέβαινε, αφού είχα μπει στη λογική να δουλεύω όλο και πιο σκληρά, πιο σκληρά, πιο σκληρά! Έτσι έβαλα κάποια πράγματα στη θέση τους!

Όχι μόνο πράγματα, αλλά και ανθρώπους – θα πρόσθετα – που σήμερα σας βγάζουν το καπέλο.

Είμαι πολύ επίμονη και τώρα μπορώ να κρίνω. Αν ακούσω κάτι κακό, θα το πάρω και θα πω «Έχει μέσα του δόση αλήθειας;» Αν ισχύει αυτό, θα το καταλάβω. Αν είναι κάτι εμπαθές, θα το πετάξω. Παλιά δε μπορούσα με τίποτα να κάνω αυτό το διαχωρισμό, γιατί αναλογιζόμουν πως αν ένας άνθρωπος έχει επιλέξει να σου γίνει δυσάρεστος, προφανώς βλέπει κάτι που εσύ δε βλέπεις. «Για διόρθωσε το, λοιπόν», έλεγα.

Πιστεύετε ότι υπάρχει χάσμα των γενεών στη δουλειά σας; Απ’ τη μια λέμε ότι κερδίσατε ένα πιο απαιτητικό κοινό, απ’ την άλλη όμως έχετε σκεφτεί πως κραταιοί καλλιτέχνες που σας στήριξαν στην αρχή, σήμερα έχουν «θορυβηθεί» απ’ την επιτυχία σας;

Προχθές, να ξέρετε, είχαμε την ίδια συζήτηση στο τραπέζι των Χριστουγέννων. Μας έκανε μεγάλη εντύπωση κάτι που συνέβη και λέγαμε για κάποιους ανθρώπους που ξεκίνησαν με πολύ μεγάλη δυσπιστία απέναντι μας. Αυτοί είχαν όλο το περιθώριο του χρόνου να καταλάβουν, αλλά και να τους δείξουμε κι εμείς, ότι αυτό που κάνουμε, έχει αξία. Αντίθετα, κάποιοι μας είχαν δώσει όλη τη θέρμη τους απ’ την αρχή, γιατί ίσως μας θεωρούσαν ακίνδυνους. Όταν αρχίσαμε να αποκτάμε οντότητα, αρχίσαμε και να γινόμαστε επικίνδυνοι γι’ αυτούς κι έτσι πήραν μεγάλες αποστάσεις. Πραγματικά σας το λέω, στα 37 μου χρόνια που βαδίζω, βλέπω κάποιους να κάνουν σαν…

Να χάνουν την κουτάλα;

Μα υπάρχει κουτάλα; Ξέρετε τι συνειδητοποίησα με τα χρόνια μέσα από κουβέντες με έμπειρους συναδέλφους, που έχουν τον αμέριστο σεβασμό μου για το ήθος τους; Ότι εγώ βλέπω τα νέα παιδιά και χωρίς να κάνω την καλή τώρα, θέλω να επιτύχουν. Θεωρώ ότι στους πρώτους που θα κάνουν καλό, θα είναι σε εμάς! Πόσο ωραίο θα είναι να δημιουργηθεί μια νέα σκηνή με νέες ερμηνεύτριες! Να μπορώ να δανειστώ κι εγώ πράγματα, να έχω την επιθυμία να δουλέψω κι εγώ μαζί τους! Δεν υπάρχει, επομένως, κουτάλα, υπάρχει μια κατσαρόλα, που μπορούμε να πάρουμε όλοι από’να κουταλάκι και να το βουτήξουμε μέσα. Και δεν μιλάμε για κατσαρόλα, αλλά για ένα κατσαρολάκι τόσο δα!

Εσείς ήσασταν και τυχεροί, παρόλα αυτά. Στηριχτήκατε πολύ από δημοσιογράφους, σαν τον συχωρεμένο Νίκο Ράλλη, αλλά και τη Στέλλα Βλαχογιάννη. 

Σωστά, απ’ ανθρώπους που είχε βάρος ο λόγος τους και η υπογραφή τους!

Πως, λοιπόν, σήμερα να καταφέρει να ξεχωρίσει μια νέα ερμηνεύτρια;

Έχετε δίκιο. Εμείς ήμασταν τυχεροί για δύο λόγους: Πρώτα απ’ όλα υπήρχε το ραδιόφωνο των παραγωγών και το άρθρο του δημοσιογράφου. Θυμάμαι τον Ραράκο, που είχε έρθει να με δει στην Πάντειο, όπως κι εσείς. Την επόμενη είπε στο ραδιόφωνο: «Ακούστε! Πήγα κι είδα την κοπέλα αυτή που κάνει αυτό κλπ.» κι έπαιξε τραγούδι μας! Ξέρετε πόσοι, απ’ αυτούς που αγαπούν και ακολουθούν τον Ραράκο, ήρθαν στην επόμενη παράσταση μας; Γέμισε το μαγαζί.

Μα κι εγώ που σας είχα δει σε ένα άλλο live, πολλά χρόνια πίσω, είχα σχολιάσει πως δεν σας πάει το «Βράδυ» της Πλάτωνος και του Καρυωτάκη, όπως δεν θα πήγαιναν και τα δικά σας τραγούδια στη Σαβίνα Γιαννάτου.

Το θυμάμαι καλά και ενδεχομένως να είχατε απόλυτο δίκιο. Ακόμη με ακούω καμιά φορά και λέω «Κορίτσι μου, πως τραγούδαγες έτσι;» Η κριτική σας μπορεί να με έκανε να πιστέψω ότι χρειάζεται λίγος χρόνος, γι’ αυτό και έβγαλα το συγκεκριμένο τραγούδι απ’ το πρόγραμμα. Υπάρχουν πολλά τραγούδια που δεν τα’χω ακουμπήσει και τα λατρεύω, αφού θεωρώ πως ούτε σήμερα είμαι έτοιμη για να τα τραγουδήσω.

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Πείτε μου και τον δεύτερο λόγο που εσείς ήσασταν ένα τυχερό team.

Η δισκογραφία δεν ασχολιόταν καθόλου με τη δική μας γενιά! Αυτό μας έδωσε την ευκαιρία, χωρίς πολλές άλλες «προτάσεις» και χωρίς να ξέρουμε ότι θα τα καταφέρουμε, να διαμορφώσουμε δικό μας αισθητικό περιβάλλον και να εκφραστούμε με τραγούδια, τα οποία δεν ξέραμε αν θά’χουν πέραση. Αναφέρομαι σε μας, στον Χαρούλη, στον Μαραβέγια, στον Μουζουράκη…

Στην Ελεονόρα Ζουγανέλη…

Η Ελεονόρα, επίσης, αλλά αυτή ήταν ανέκαθεν υποψιασμένη. Καταλάβαινε καλύτερα τα πράγματα, λόγω του ότι κατάγεται από μία καλλιτεχνική οικογένεια. Εμείς μπροστά της ήμασταν τελείως UFOs! Δεν την πήραν χαμπάρι τη γενιά μας οι εταιρείες! Πρώτα κάναμε την επιτυχία και μετά έψαχναν να μας βρουν. Ενώ τώρα κοιτάνε να δουν τι ξεχωρίζει στα live, κάτι που κάνει τους περισσότερους να θέλουν να ξεχωρίσουν στο play list και ίσως απομακρύνονται απ’ το βαθύτερο αίσθημα της μουσικής!

Πάντως, έτσι όπως τα λέτε, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως μέσα στους στραβούς, επικράτησε ο μονόφθαλμος.

Μπορεί! Θα το δείξει ο καιρός και η ιστορία! Κοιτάξτε, για μένα είναι λίγα τα 15 χρόνια που υπάρχουμε. Την πιστεύω, την αγαπώ τη γενιά μας, ξέρω πόσο έχουνε ματώσει τα γονατάκια όλων για να κάνουν ότι έκαναν, αλλά η διαχρονικότητα απαιτεί παραπάνω χρόνο. Ξέρετε ποιο είναι το πιο θετικό στη γενιά μας; Έχουμε ένα success story, που μπορεί κάποιος να πει «Αυτοί το έκαναν από την πλάγια οδό, θα το κάνω κι εγώ»! Το παράδειγμα του outsider που κάνει την επιτυχία, η γενιά μας το έδωσε με σφραγίδα!

Ο χρόνος δεν φοβάστε μη σας βάλει και στο τριπάκι της κορυφής; Η επιτυχία δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμη.

Ο πρωταθλητισμός, θέλετε να πείτε! Κάθε μέρα κινδυνεύεις απ’ αυτό και κάθε μέρα θέλει δουλειά με τον εαυτό σου! Να του υπενθυμίζεις ότι υπάρχουν «κοιλιές» σε όλα τα πράγματα και πρέπει να υπάρχουν. Η «κοιλιά» σου δίνει την ώθηση να ξανανέβεις. Κινδυνεύεις, επίσης, κι απ’ άλλα θέματα, πρακτικά. Από σένα, π.χ., ζουν άλλοι άνθρωποι. Αν έχεις την ελάχιστη συνείδηση αυτού, το ότι οικογένειες ολόκληρες ζουν απ’ τη δική σου επιτυχία, έχεις αυτή την αγωνία. Επίσης, οι υποχρεώσεις τρέχουν ασταμάτητα. Πρέπει να τα πηγαίνεις καλά, να φέρνεις κόσμο, να κόβεις εισιτήρια, για να μπορείς κι εσύ ν’ ανταπεξέρχεσαι. Υπάρχει το ότι δούλεψες τόσο σκληρά! Γι’ αυτό και δεν πρέπει να δημιουργούμε παραπανίσιες ανάγκες!

Καταναλωτικές, εννοείτε;

Γενικώς, σε όλα τα πράγματα και στον εαυτό σου. Δεν πρέπει να λες «Δεν είμαι η Νατάσσα, είμαι η Νατάσσα Μποφίλιου»! Δεν πρέπει να την έχεις αυτή την ανάγκη! Βρες άλλα πράγματα να σε προσδιορίσουν! Οι πρωταθλητές βιώνουν την αγωνία τους, αλλά όλα λύνονται με προσπάθεια και με δουλειά, δεν θα σταματήσω να το λέω! Μου λέει ο 9χρονος αδερφός μου, που ήρθε να με δει πρόσφατα: «Μου αρέσει που θα βγεις τώρα και θα τραγουδήσεις σε τόσο κόσμο! Θέλω κι εγώ να κάνω κάτι να με βλέπει τόσος κόσμος»! Και μετά: «Ναι, ξέρω, ξέρω, σκληρή δουλειά και αφοσίωση»! Έχω γίνει γραφική, αλλά τίποτα, μα τίποτα στη ζωή, δεν κατακτιέται χωρίς δουλειά, ακόμη και η σχέση με τον σύντροφο σου. Το να συνεχίζεις να έχεις μια καλή ερωτική ζωή, θέμα δουλειάς και αφοσίωσης είναι.

Βάζετε όρια στις επιθυμίες της σάρκας σας;

Ναι, την έχω πολύ υπό έλεγχο τη σάρκα μου. Κάποια στιγμή ένιωσα ότι πραγματικά είμαστε αυτό που τρώμε. Έζησα μια οκταετία σαβουροτρώγοντας και του δίνω μία κοινωνικο-πολιτική διάσταση τώρα! Έπιασα κάποια στιγμή τον εαυτό μου να μη με νοιάζει καθόλου τι θα φάω, να τρώω όπου νά’ναι και ότι ώρα να’ναι. Σκεφτόμουν γιατί, αφού όλα στη ζωή τα προσέχω; Εγώ κάθε πρωί πίνω καφέ σαν να είναι ο τελευταίος στη ζωή μου! Έχω το φλιτζάνι που μου αρέσει, βάζω απ’ την καφετιέρα σε τσαγιέρα τον καφέ, γιατί έτσι μ’ αρέσει. Είναι δυνατόν να μην προσέχεις τι βάζεις μέσα; Όταν άρχισα να το κοιτάω κι αυτό, έγινα ένας άνθρωπος που λέω στη σάρκα μου: «Πρόσεξε, μωρή, δεν θα με ελέγξεις εσύ! Εγώ θα σε ελέγχω»!

Η μεγαλύτερη μοναξιά είναι στη λύπη ή στη χαρά σας;

(ορθά κοφτά) Δεν έχω νιώσει ποτέ μοναξιά!

Αλήθεια;

Ποτέ! Ίσα – ίσα, νιώθω ασφυκτική αγάπη!

Δεν γίνεται, όμως, να μην σας επισκεφτεί και η μοναξιά.

Δεν με φοβίζει αυτό! Δεν πιστεύω ότι θα αισθανθώ ποτέ μόνη! Είμαι τόσο σίγουρη για τους ανθρώπους μου και την ειλικρινή τους αγάπη! Για τίποτα άλλο δεν είμαι σίγουρη στη ζωή, αλλά γι’ αυτό είμαι!

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Κι όταν μεγαλώνοντας, βιώσετε τις πρώτες απώλειες στη ζωή σας;

Αυτό δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι…Θα νιώσω απώλεια, όχι μοναξιά…

Πόσο φυγόπονη ακούγεστε.

Ναι, είμαι φυγόπονη. Δεν το αντέχω αυτό, δεν το χωράει το μυαλό μου…Δεν το ξέρω αυτό το συναίσθημα…

Εδώ η Μαργαρίτα Θεοδωράκη, η κόρη του Μίκη, που και οι δύο γονείς της κοντεύουν τα 100 ζωή νά’χουν, μου έλεγε πως δεν ξέρει τι είναι απώλεια…

Ναι…Ούτε εγώ μπορώ να το διανοηθώ…Ξέρετε τι φοβάμαι πολύ; Το πως θα διαχειριστώ την απώλεια και το τέλμα που μπορεί να φτάσω. Μου αρέσει που, αν και είμαι νέα γυναίκα πλέον, ακόμη νιώθω κορίτσι κι έχω τον ενθουσιασμό των πάντων που ανοίγονται μπροστά μου.

Αυτό που λέτε τό’χω δει και σε γυναίκες 80 ετών. Δεν παίζει ρόλο η ηλικία.

Δεν ξέρω τι κάνει ο χρόνος στους ανθρώπους. Με φοβίζει…Πάντως, τα συζητάω συνέχεια όλα αυτά τώρα τελευταία. Μεγαλώνουν οι γονείς μας, οι αγαπημένοι μας άνθρωποι κι έχουμε την αγωνία τους. Και, βέβαια, όλοι κάνουν αυτό που κάνω εγώ και που δεν είναι το σωστό: Αλλάζουν θέμα, αλλάζουν κουβέντα…Πρόπερσι χάσαμε το μπαμπά μιας απ’ τις κολλητές μου. Αυτό ήτανε πολύ μεγάλο χτύπημα και το βιώναμε απ’ την πλευρά της παρόλο που το αντιμετώπισε με γενναιότητα και ανωτερότητα. Ελπίζω να της μοιάζουμε…Βέβαια, είχε εμάς! Δεν είμαστε σίγουροι ότι θέλουμε επίσης να κάνουμε ένα παιδί και κανένας απ’ τους φίλους μου δεν έχει την σκέψη αυτή. Στις γιορτές μαζευτήκαμε πάλι και κάναμε τα ίδια πράγματα – φαντάσου!

Μόνο που εσείς είστε μια γυναίκα 37 ετών και το βιολογικό ρολόι θα χτυπήσει για ένα παιδί όπου να’ναι.

Ακόμη δεν έχει χτυπήσει…Ίσως γι’ αυτό με πετυχαίνετε σε υπαρξιακή αναζήτηση.

Ένα παιδί είναι η συνέχεια μας ή μετατοπίζει λίγο και το πρόβλημα διαχείρισης του Εγώ μας;

(δυσανασχετεί ελαφρώς με τη συζήτηση) Είπαμε θα το κάνουμε το παιδί όποτε είμαστε έτοιμοι και ακόμη δεν έχω φόβο, ούτε άγχος για το βιολογικό ρολόι. Ε, δεν θέλω νά’χω, ξέρω γω;

Η πίστη στο τραγούδι έχει να κάνει με μια προσήλωση θρησκευτικού τύπου;

Πολύ συχνά με ρωτάνε: «Μα δεν πιστεύεις στον Θεό;» Σκέφτομαι ότι αυτή τη θρησκευτικότητα τη βρίσκω στις ιδέες μου! Οι ιδέες μου, αυτά που πιστεύω, είναι η δική μου θρησκεία! Ο άνθρωπος έχει απόλυτη ανάγκη να πιστεύει ότι με έναν τρόπο είναι αιώνιος. Η θρησκεία εκφράζει την ανάγκη των ανθρώπων για αθανασία. Γι’ αυτό δημιουργήσαμε θεούς, για να πιστεύουμε σ’ αυτούς και για να νιώθουμε ότι δεν είμαστε 100% υπεύθυνοι για όσα μας συμβαίνουν. Είναι μεγάλη ανακούφιση να το πιστεύεις αυτό και γι’ αυτό ζηλεύω πάρα πολύ τους θρησκευόμενους.

Είδες τι κάνει το μεγάλωμα ανάμεσα σε «παλιοκουμμούνια», που είπατε στην αρχή;

Είναι όλοι άθρησκοι στην οικογένεια μου, εκτός απ’ τη γιαγιά μου. Είναι μόνη της απέναντι σε όλους. Θυμάμαι που’χε πάρει κρυφά τα αδέρφια μου τα μικρά να τα πάει στην εκκλησία για να κοινωνήσουν…

Εσείς ιερομόναχη δεν θα καταλήγατε ποτέ, πάντως.

Οι φίλοι μου θα έλεγαν ότι είμαι τόσο τρελή που κι αυτό θα μπορούσε να μου «σκάσει» και να το κάνω. Όχι, όμως! Όχι, πως να ζούσα χωρίς τους ανθρώπους μου, χριστιανέ μου; Πάρ’τα μου όλα, δεν με νοιάζει τίποτα, μα τίποτα άλλο, αλήθεια το λέω, μη μου στερήσεις όμως τους ανθρώπους μου! Μα την Παναγία και τον Χριστό δηλαδή, που δεν πιστεύω!

Είστε μια γυναίκα που μιλάει με όλο τον κόσμο, κινείται ανάμεσα στον κόσμο. Δεν απομυθοποιείτε, έτσι, την καλλιτεχνική σας περσόνα;

Δεν μ’ ενδιαφέρει! Μου το λένε συνέχεια ο Θέμης και ο Γεράσιμος: «Έι, πίσω σου κάθονται άνθρωποι, ακούν όλα αυτά που λες»! Δεν με νοιάζει! Μπορεί να μη συμφωνούν. Πάλι δεν με νοιάζει! Επειδή με έναν τρόπο πάντα ήμουν διάσημη, απ’ το σχολείο μου μέχρι τη γειτονιά, που θα πιάσω με όλους κουβέντα, είχα δίπλα μου ανθρώπους που με ήξεραν. Δεν κατάλαβα πότε έγινα διάσημη, ούτε πότε ένιωσα την ανάγκη να προστατεύσω κάτι. Επίσης, θεωρώ ότι η εποχή μας με τα social media δεν μπορεί να φτιάξει μύθους!

Τό’χω πει κι εγώ πολλές φορές αυτό.

Άρα δεν είναι αστείο να θες να χτίσεις έναν μύθο;

Εκτός αν είναι ψώνιο κανείς.

Και πάλι μέσα απ’ τα social media βγάζεις το ψώνιο σου. Αν δεις τα πραγματικά μεγάλα ψώνια, δείχνουν συνέχεια στα social media απομυθοποιημένες σκηνές της ζωής τους. Όλους μας κάνουν μύθους που απομυθοποιούνται! Αυτό είναι όλο το κανάλι, έτσι στημένο. Όλοι μπορούμε να γίνουμε για μία μέρα οι απομυθοποιημένοι μύθοι του εαυτού μας!

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Έχετε αναφορές όποτε τραγουδάτε;

Μόνο αναφορές έχω! Πάντα, όταν προσεγγίζω ένα τραγούδι, ξέρω ότι ο τρόπος μου έχει ένα σύμφωνο από τη Γαλάνη, μία ανάσα από τη Χαρούλα, ένα «Άιντε, ρε παιδιά» από την Πρωτοψάλτη, ένα τσάκισμα της Τάνιας, τη δωρικότητα και τη σοβαρότητα της Φαραντούρη, την ευγένεια και την τρυφερότητα της Βενετσάνου – όλες αυτές οι φωνές υπάρχουν μεσ’ στο σώμα μου και στη φωνή μου. Ελπίζω να μη ντρέπονται γι’ αυτό, να λένε «Πω, ρε γαμώτο, είμαι στη φωνή αυτής που τραγουδάει έτσι; (γέλια)

Το τραγούδι και μόνο σας οδηγεί στις συγκεκριμένες αναφορές;

Το τραγούδι και μόνο!

Κάποια εξαίρεση;

Δεν γίνεται. Μα είμαι εγώ! Ο τρόπος που τραγουδάω, ας πούμε, τα δικά μας τραγούδια, εμπεριέχει τον Θέμη και τον Γεράσιμο. Δεν είναι εύκολο να τραγουδηθούν αλλιώς, γιατί είναι αποτέλεσμα πολύ συγκεκριμένης χημείας. Για να τα πει κάποιος, πρέπει να τα αγαπάει και να τα καταλαβαίνει πραγματικά.

Δεν μπορεί μια νέα τραγουδίστρια να πει το «Εν λευκώ»; Πως θα κοινωνήσετε στους επόμενους το «success story» σας;

Θέλω να πω ότι αν δεν αναγνωρίζει αυτή τη χημεία, δεν θα καταλάβει γιατί ο Θέμης σε πάει, ως συνθέτης, τόσο χαμηλά και μετά τόσο ψηλά. Εγώ ξέρω, αποκωδικοποιώ στα τραγούδια τι τον έκανε να πάει προς τα κει ή γιατί ο Γεράσιμος βάζει την τάδε λέξη. Αντιλαμβάνομαι την ψυχοσύνθεση τους και γι’ αυτό ακούς ένα τραγούδι μας και λες «Αυτό είναι Θέμης – Γεράσιμος». Τους εμπεριέχω, όπως εμπεριέχω και τους προκατόχους μου όποτε κάνω μια επανεκτέλεση ή διασκευή. Και πρέπει να ξέρετε ότι έχω μάθει να τραγουδάω πολύ πάνω στους άνδρες τραγουδιστές! Μου αρέσει να θυμίζω λίγο απ’ όλες τις φωνές, πάρα πολύ το ήθελα από παλιά. Όταν μου λένε «Αυτό το είπες σαν την Τάνια», εγώ το αγκαλιάζω σαν σχόλιο. Ο κόσμος έχει ανάγκη να πει «Α, σαν τον…», «Σαν την…», χωρίς να σημαίνει αυτό και ότι κάνεις μίμηση. Προσπαθούσα να τραγουδήσω πάντα πάνω στους άνδρες. Ο Νταλάρας, που τον λατρεύω, με έκανε να πατάω πάνω στη φωνή του, μου άρεσε να τον τραγουδάω.

Πιστεύετε ότι όλοι οι καλλιτέχνες, κυρίως ηθοποιοί και τραγουδιστές, είναι λίγο «του γιατρού», που κάνουν θεραπεία μέσω του αντικειμένου τους;

Μου το λέει συνέχεια ο άντρας μου αυτό! Πιστεύει πως αν δεν είχα τη διέξοδο της σκηνής, θα’ μουν τελείως φευγάτη. Θα’ μουν κούκου ρούκου. Εγώ, όμως, έχω πολλά κουτάκια μεσ’ στο κεφάλι μου, είμαι πολύ οργανωμένη. Ίσως επειδή έχω θέμα, είμαι πάρα πολύ ψυχαναγκαστική. Αν δείτε την τσάντα μου, θα το καταλάβετε!

Και ο Θανάσης Βέγγος ήταν υποχόνδριος με τη σκόνη, ως γνωστόν.

Εγώ δεν είμαι υποχόνδρια με τη σκόνη, αν και έχω θέμα με την καθαριότητα, είμαι σιχασιάρα κι όλα αυτά, αλλά όχι, δεν θα το άντεχα να’μαι τόσο υποχόνδρια, παλεύοντας με τον ψυχαναγκασμό ταυτόχρονα. Βέβαια, το ότι είμαι ψυχαναγκαστική, προσδίδει κάτι στην προσωπικότητα μου μαζί με την παρουσία μου στη σκηνή. Πάντως, όλοι κάνουμε ψυχοθεραπεία μέσα απ’ αυτό! Κάθε φορά, λόγου χάριν, η ερμηνεία μου στο «Εν λευκώ» είναι η κατάθεση μου γι’ αυτά που πιστεύω απέναντι στον κόσμο. Υπάρχουν βράδια που τα «σπάω» και πετάω κάτω το μικρόφωνο, το κάνω όμως με την καρδιά μου. Αν δεν είχε βάλει ο Γεράσιμος στο στόμα μου τους στίχους αυτούς, θα έπρεπε να βρω κάτι άλλο για να εκτονωθώ.

Ποια θεωρείτε μεγαλύτερη σας κατάκτηση;

Τη χρησιμότητα.

Απέναντι στο κοινωνικό σύνολο;

Νιώθω ότι έχω καταφέρει πράγματα, επειδή αυτό που κάνουμε έχει έναν αντίκτυπο. Η μεγαλύτερη κατάκτηση, που την έχω μάθει απ’ τους γονείς μου, είναι να μην έχω καμία σχέση με την κτήση! Δεν θέλω να έχω πράγματα δικά ΜΟΥ! Νιώθω έτσι και ότι μου ανήκουν όλα!

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Ελπίζετε σε μία επανάσταση;

Εννοείται. Η επανάσταση θα σώσει τον κόσμο!

Με την έννοια μιας ουτοπίας;

Φυσικά. Η ουτοπία θα σώσει τον κόσμο! Η επανάσταση για την ουτοπία. Δεν το λέω από την πολιτική μόνο, αλλά από την προσωπική και από την κοινωνική του διάσταση. Τα πράγματα περνάνε όλα πια μέσα από το προσωπικό. Να πιστεύεις ότι θα γίνεις καλύτερος, πράγμα που μπορεί να’ναι μια ουτοπία, γιατί ως υπάρξεις έχουμε βαρίδια που μας τραβάνε προς τα κάτω. Όταν πιστέψεις στην ουτοπία, ότι εγώ ψυχικά θα’μαι ανώτερος, αυτό θα σε σώσει. Γιατί να μη συμβεί και στην κοινωνία; Το όνειρο, Αντώνη, το όνειρο!

Κάνατε πρόσφατα στα social media post για το Πολυτεχνείο…

Αλίμονο!

Κατακεραυνώσατε τη Χρυσή Αυγή, επίσης.

Γιατί, τώρα, αυτά που ζούμε, αυτά που βλέπουμε; Τι είναι αυτά που ζούμε; Θέλει οργανωμένη αντίδραση απέναντι στο φασισμό.

Είστε στα Εξάρχεια μια μέρα. Μία αστυνομικός που δεν ξέρει ποια είστε, σας διατάζει να την ακολουθήσετε στην τουαλέτα για να γδυθείτε. Πως θα αντιδρούσατε;

Καταρχάς μου έχει συμβεί! Όχι να μου πουν «Γδύσου», αλλά να νιώσω τη βία! Τη βία της εξουσίας του μπάτσου απέναντι στον ανυπεράσπιστο άνθρωπο! Δεν είναι σημερινά πράγματα αυτά! Πριν μία πενταετία περίπου, πήγαμε στην πορεία του Πολυτεχνείου τέσσερις γυναίκες, η μάνα μου με τις αδερφές μου, συν ο μικρός μου αδερφός που ήταν πέντε ετών. Η αδερφή μου τότε έμενε στα Εξάρχεια. Παρακολουθούμε την πορεία, τελειώνει, όλα ειρηνικά και μια χαρά, όπως συμβαίνει στις πορείες και όχι όπως δείχνουν τα κανάλια. Στρίβουμε χαμηλά από Σόλωνος για να μπούμε στα Εξάρχεια. Βλέπει ξαφνικά η μητέρα μου έναν άνθρωπο να τον έχουν ρίξει κάτω, να του βγάζουν το μπουφάν και τη μπλούζα και να τον βαράνε. Πριν πέντε χρόνια, έτσι; Αρχίζουμε να φωνάζουμε «Τι κάνετε στο παιδί; Αφήστε το!» κλπ., αλλά εκείνη την ώρα πέφτει μια ομάδα αναρχικών πάνω στους μπάτσους. Γίνεται αναμπουμπούλα, το παιδί γλιτώνει κι αρχίζουν όλοι να τρέχουν. Στα Εξάρχεια πια, εκεί που περπατάμε και θέλουμε να πάρουμε αναψυκτικά απ’ το περίπτερο, μπαίνει η ομάδα ΔΙΑΣ μεσ’ στην πλατεία και αρχίζουν να χτυπάνε με τα γκλομπς εμένα, τη μάνα μου και την αδερφή μου. Να περνάνε και να χτυπάνε τα πόδια μας – είχα σημάδια για καιρό – ενόσω ο αδερφός μου, μωρό παιδί, ούρλιαζε. Χτύπησαν ως και στο καφενείο τον κόσμο. Τους έβγαζαν έξω…Κατέβασαν μια γυναίκα 60 χρονών από το μηχανάκι της. Χτυπούσαν ένα σκύλο με μανία! Στα καλά του καθουμένου! Με την πρόφαση ότι τους επιτέθηκαν λίγο πιο πάνω…Τώρα πια μπαίνουν στα σπίτια των ανθρώπων και κατανοείς ότι το πράγμα δεν κάνει πια διακρίσεις! Γι’ αυτό το λόγο πρέπει να πάρουμε μια θέση. Όλοι μπορούμε να γίνουμε θύματα ανά πάσα στιγμή! Τώρα ξεσπάνε στις καταλήψεις! Τι σημαίνει καταλαμβάνω ένα κτίριο; Σημαίνει μπαίνω μέσα σ’ ένα ακίνητο που ρημάζει…Τα είπε πολύ όμορφα, όπως τα λέει πάντα, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Εν ολίγοις, αν μου συνέβαινε ότι με ρωτήσατε, θα φώναζα. Όπως μου συνέβη και κάτι άλλο πέρσι. Πέρναγα τη Ριζάρη, φόραγα και μια κουκούλα και μου κάνει ένας αστυνομικός: «Που πας εσύ;» «Όπου θέλω πάω, έχεις κάνα πρόβλημα;» του απάντησα κι ακόμη δεν ξέρω γιατί δεν μ’ έπιασε, ενώ θα μπορούσε.

Λίγοι καλλιτέχνες παρόλα αυτά παίρνουν θέση δημόσια.

Θέση δεν είναι να γράφεις τη γνώμη σου στο facebook και στο instagram! Πάλι καλά, αλλά τη θέση πρέπει να την πάρεις εκεί έξω, στο δρόμο, στο τραπέζι το οικογενειακό, από κει ξεκινάνε όλα! Τι διάολο δηλαδή να συζητάμε με τους δικούς μας γύρω απ’ το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι;

Και τι γίνεται με την αληθινή ζωή, όπου οι άνθρωποι ελάχιστα ενδιαφέρονται για την τέχνη και το τραγούδι; Πως μπορείτε εσείς άραγε να κερδίσετε αυτό τον κόσμο που είναι και η πλειοψηφία;

Αυτή είναι η ουτοπία μου. Είμαι στην Κύπρο κάποτε και τραγουδάω α καπέλα το «Πέραμα» του Μαρκόπουλου και του Χρονά. Κάνουν φασαρία, μεγάλη φασαρία. Σταματάω. Τους λέω «Σας παρακαλώ, ακούστε ένα μεγάλο τραγούδι για το οποίο πρέπει να νιώθουμε τυχεροί που γράφτηκε και που απόψε θα μοιραστούμε την εμπειρία του»! Σταμάτησαν όλοι, το άκουσαν και μετά ήρθε και με βρήκε μια παρέα δεκατετράχρονων παιδιών. Μπήκαν στο καμαρίνι, μ’ αγκάλιασαν και είπαν «Ευχαριστούμε για το ”Πέραμα”»! Στην Κύπρο που μπορεί να μην ήξεραν καν που πέφτει το Πέραμα, ένα μικρό σποράκι όμως μπήκε μέσα τους.

Χαλαρή σας βρίσκω. Έχω ακούσει συνάδελφό σας να φωνάζει «Σκάστε, ζώα» στον κόσμο που μιλούσε, ενόσω τραγουδούσε.

Αγάπη μου, έχω πετάξει ντέφι πάνω σε άνθρωπο. Έχω πετάξει το παπούτσι μου, ρωτήστε τη μπάντα μου! Το έβγαλα και το πέταξα σ’ ένα τραπέζι, γιατί με κορόιδευαν αισχρά! Μα, εγώ γι’ αυτό γινόμουν αντιπαθητική, αλλά είχα μεγάλη επιμονή. Μου λέγανε «Και ποια νομίζεις πως είσαι; Εμείς πληρώσαμε για να έρθουμε να σ’ ακούσουμε»!

Α, ακούγατε και τέτοια. Μάλιστα…

Μια και δυο φορές; Τι νομίζετε; Πως έβγαινα εκεί χάμω ως Νατασσούλα; Ή άλλες φορές να ακούω «Άντε, μωρή χοντρή, που θα μας πεις να κάνουμε ησυχία»! Και πολλά άλλα…Είχα όμως τέτοια πίστη σ’ αυτό που κάναμε και έλεγα πως δεν θα επιτρέψω να τραγουδάω εγώ το «Νυν και αεί» ή τη «Λένγκω» κι από κάτω να μιλάνε! Σιγά – σιγά με μάθανε και δεν ξανάρχονταν. Έχω πει σε άνθρωπο: «Βγες έξω και πάρε πίσω τα λεφτά σου! Μην ξανάρθεις! Δεν σε θέλω εδώ πέρα. Αδερφέ, εδώ τελειώσαμε. Φιλιά και άντε γεια»! Εντάξει, δεν μπορείς να λες «Σκάστε, ζώα», αλλά τον καταλαβαίνω κι αυτόν που το λέει. Είναι άλλο να το λες επειδή σέβεσαι τα λεφτά που αφήνει ο κόσμος και θες να μην πάνε στο βρόντο, όπως και είναι άλλο να βρίζεις επειδή θεωρείς ότι’σαι κάτι ανώτερο εσύ. Τα καταλαβαίνει αυτά ο κόσμος…Μιαν άλλη φορά τραγουδούσα στον Σταυρό του Νότου το «Πως έφυγες» του Σταμάτη. Ακουγόταν οχλαγωγία και ξαφνικά πετάγεται μια φωνή: «Σταματήστε, αυτή είναι κακιά, μας μαλώνει» (γέλια) Καταπληκτικό! Τώρα πια δεν λέω τίποτα, κάνουν από μόνοι τους ησυχία. Διαμορφώνονται τα πράγματα.

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Με τι θα δηλώνατε ερωτευμένη τη νέα χρονιά; Οτιδήποτε μπορεί να’ναι αυτό.

(σκέφτεται πολύ) Σκέφτομαι συνέχεια τον επόμενο δίσκο και δηλώνω ήδη ερωτευμένη με τα τραγούδια. Έχω ακούσει έξι, αλλά ένα απ’ αυτά τό’χω πραγματικά ερωτευθεί. Δεν ξέρουμε αν θα μπουν και τα έξι, πάντως με την «Άπνοια» – έτσι λέγεται το κομμάτι – έπαθα πλάκα! Λέει ο στίχος του Γεράσιμου: «Ας αρχίσει λίγο να φυσάει, να έρθει κανένας σπόρος, να πευκώσουν τα βουνά, ν’ ανθίσουνε τα γόνατα»!

Υπέροχο, σαν τα δημοτικά δίστιχα μοιάζει.

Αυτό το τραγούδι με έχει ξετρελάνει, η εικόνα του να είσαι κάτω στα γόνατα ώσπου ένας σπόρος που φέρνει το αεράκι, κάνει τη γη καταπράσινη κι ανθίζει στα ίδια σου τα γόνατα.

Θα σας το έχουν ρωτήσει πολλές φορές και ούτε εγώ θα πρωτοτυπήσω τώρα: Έχετε κάνει ένα δίσκο με τον Στάμο Σέμση, με τον Ιωάννου και τον Μάλαμα. Ο Ευαγγελάτος πάλι έχει κάνει λιγότερες άλλες δουλειές συγκριτικά με τον Καραμουρατίδη που γράφει πια για τις μεγαλύτερες φωνές. Δεν κρύβει μία ατολμία να μην προχωράτε και σε άλλες συνεργασίες, πέραν των τριών σας;

Σωστά, κατά το «ομάδα που κερδίζει, γιατί να την αλλάξεις;» Μας έχει προβληματίσει αρκετές φορές, έχουμε κάτσει και ψάχνουμε γιατί μας αρέσει να δουλεύουμε τόσο πολύ μαζί. Το κάνουμε άραγε από ανασφάλεια; Δεν ειν’ αυτό! Δουλεύουμε κι οι τρεις μαζί γιατί έχουμε την ίδια στάση απέναντι στη ζωή και θέλουμε να λέμε τα ίδια πράγματα. Είναι η καρδιά μας η ίδια. Ακόμη κι αυτά που κάνουμε με τους άλλους, τα φέρνουμε μεσ’ στο σπίτι μας. Άρα καθόλου δεν οφείλεται σε ατολμία! Είναι πάρα πολύ δύσκολο να δουλεύεις με την ίδια ομάδα, θέλει να γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος, αυτό να επιδιώκεις…

Πολλοί προσπάθησαν στο παρελθόν να το κάνουν, αλλά ελάχιστοι το πέτυχαν.

Εμάς είναι λίγο στα όρια του εμμονικού, αλλά σαν πείραμα ολοκληρώνεται πάντα σε όλες τις εκφάνσεις του. Είναι άλλο να δουλεύεις με μια ομάδα, να ζεις σαν μια οικογένεια, να οργανώνετε τα live μαζί. Αυτή η συνεχόμενη σύμπραξη μας κάνει να βαριόμαστε τον εαυτό μας και να θέλουμε συνεχώς να ανανεωθούμε.

Θα κάνατε έναν ακραία πειραματικό δίσκο, στον οποίο δεν θα υπήρχαν καν τραγούδια;

Κολασμένα! Αυτά που με τρελαίνουν περισσότερο είναι τα πειραματικά.

Θέλω να πω να μην έχετε τραγούδια με τη σύμβαση κουπλέ – ρεφρέν…

Μα, μήπως έχει ρεφρέν το «Εν λευκώ» ή το «Πονάει η καρδιά όταν ψηλώνει»;

Είναι, όμως, τραγούδια – τραγουδένια!

(γελάει) Τ’ ακούς, Θέμη; Παίρνει ο Μποσκοΐτης εκδίκηση για τον Γεράσιμο, που σου δίνει τραγούδια και του λες πως δεν έχουν κουπλέ – ρεφρέν κι αυτός σου απαντάει πως είναι τραγουδένια!

Το διαπίστωσα κι εγώ βλέποντας κόσμο όλων των ηλικιών να λέει τα κομμάτια σας.

Κοιτάξτε, το πειραματικό και το αντεργκράουντ το σέβομαι, αλλά είμαι ακροάτρια του. Δεν τό’χω δοκιμάσει ποτέ. Το ίδιο και το λαϊκό. Πρόσφατα, που κάναμε το αφιέρωμα στον Τσιτσάνη με τη Γαλάνη, δούλευα έξι μήνες. Δεν ήθελα να’μαι η Μποφίλιου που λέει Τσιτσάνη, αλλά μια τραγουδίστρια του Τσιτσάνη. Και μου ήταν πολύ δύσκολο! Αν υπήρχε, λοιπόν, ένας άνθρωπος που θα με καθοδηγούσε σε κάτι σωστά, θα αφηνόμουν ασυζητητί.

Νατάσσα Μποφίλιου, ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή τη συνέντευξη. Εύχομαι όλα τα καλά για την καινούργια χρονιά, πάνω απ’ όλα υγεία.

Εγώ θέλω να ευχηθώ σ’ όλους τους ανθρώπους να έχουν ακεραιότητα, υψωμένο ανάστημα και ισχυρό φρόνημα, γιατί έρχονται δύσκολες ανηφόρες. Εγώ ευχαριστώ για τη συνέντευξη αυτή. Σας νοιάζει ν’ ακούτε τους ανθρώπους και τους κάνετε να σας ανοίγονται. Έτσι έγινε κι εδώ τώρα.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: