Προσπέρ Ολιβιέ Λισαγκαρέ – «Ο εφιάλτης των Βερσαλλιών»

“Πιστεύετε πως οι εργάτες παίρνουν διαταγές, πως τις απεργίες τις υποθάλπουν μυστικοί πράκτορες! Οι πράκτορες που μας υποκινούν είναι οι ατελείωτες ώρες δουλειάς, τα άπληστα αφεντικά, οι άνεργοι, οι άθλιοι. Ορίστε οι συνωμότες.”

«Η Εθνοσυνέλευση των Βερσαλλιών είναι σε πλήρη απαρτία. Η μέρα είναι επίσημη. Θέλουν να καταρτίσουν Σύνταγμα για τη Γαλλία, για να εγκαινιάσουν τη νέα εποχή, την εποχή μετά από τις επαναστάσεις. (…)

Αξαφνα, μέσα σ’ αυτό το σκοτεινό πανδαιμόνιο, αντηχεί μια φωνή. Φωνή διαπεραστική, ξερή, σα να μη βγαίνει από ανθρώπινες χορδές. Τόσο διαπεραστική, που κυριεύει την ξέφρενη οχλοβοή. (…)

Στα έδρανα των υπουργών, ο Θιέρσος, εμφανώς ταραγμένος, παρακολουθεί το θέαμα, που του προκαλεί αποστροφή. Μια τρομερή σιωπή πέφτει απότομα, σαν τη σιωπή του θανάτου που ακολουθεί το τελευταίο δεινό ψυχορράγημα. Πότε – πότε ακούγονται κορμιά να πέφτουν με ένα θόρυβο βουβό, όπως πέφτουν τα νεκρά κλαδιά στην απέραντη ερημιά του δάσους.

Είναι εκεί. Απέναντι από τον πρόεδρο. Ακουμπάνε τα χέρια τους στα έδρανα. Το φως των κεριών διαγράφει αχνά το περίβλημα των προσώπων τους (…): Φερέ… Κρεμιέ… Μπουρζουά… Ροσέλ… Ζαντόν… Σεριζιέ… Ερπάν-Λακρουά… Μποντουάν1… και όλοι οι άλλοι… γιατί είναι όλοι εκεί. Οι εκτελεσμένοι, όρθιοι, με μάτια ολοζώντανα, προσηλωμένα.. (…) Ολων τα σπινθηροβόλα μάτια κοιτάνε τους άθλιους βουλευτές, που έχουν τρομοκρατηθεί».

Σε αυτό το αλληγορικό διήγημα ο Λισαγκαρέ μεταφέρει τον αναγνώστη στην αίθουσα του παλατιού των Βερσαλλιών, όπου συνεδριάζει η Εθνοσυνέλευση της Γαλλίας με σκοπό τη συγκρότηση Συντάγματος μετά από την κατάπνιξη της Παρισινής Κομμούνας τον Μάη του 1871.

Μέσα από μυθοπλαστικά στοιχεία ο συγγραφέας, με το έντονα δηκτικό του ύφος, παρουσιάζει τους αστούς βουλευτές της Εθνοσυνέλευσης να ξιφουλκούν για το ποιος θα έχει το πάνω χέρι στην αιματοβαμμένη τάξη που βασιλεύει μετά από τη σφαγή του παρισινού προλεταριάτου, για να εξασφαλιστεί η διαιώνιση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Τη συνεδρίαση διακόπτει η εμφάνιση των εξαϋλωμένων μορφών των εκτελεσμένων Κομμουνάρων, που κατακλύζουν την αίθουσα και απαιτούν τη δικαίωση του αγώνα τους: «Λαέ, να θυμάσαι τους εκτελεσμένους του Μάη!», είναι το ανάθεμα που προκαλεί τρόμο στη σαστισμένη Εθνοσυνέλευση.

Με αυτόν τον ευρηματικό τρόπο ο Λισαγκαρέ συστήνει στους αναγνώστες τις μορφές των επαναστατών που πρωταγωνίστησαν στην Κομμούνα, αναδεικνύει τον ηρωισμό των προλετάριων αντρών, γυναικών και παιδιών που πολέμησαν στα οδοφράγματα του Παρισιού, λοιδορεί την αστική κυβέρνηση «Εθνικής Αμυνας» και αποτυπώνει τη φρίκη των δεκάδων χιλιάδων εκτελέσεων κατά την καταστολή της Κομμούνας.

Η συγγραφή και η έκδοση του διηγήματος έγιναν την περίοδο 1872-1873 στις Βρυξέλλες, όπου είχε καταφύγει ο Λισαγκαρέ μετά από την ήττα της Κομμούνας. Η νέα αυτή έκδοση της «Σύγχρονης Εποχής» που μόλις κυκλοφόρησε θα διατεθεί επίσης ως προσφορά στους συνδρομητές της ΚΟΜΕΠ με το τ. 2/2021.

Οι φωνές των Κομμουνάρων στοιχειώνουν τις Βερσαλλίες

Μέσα από τα λόγια των εκτελεσμένων ο συγγραφέας αποτυπώνει τους πόθους του καταπιεσμένου λαού που εξεγέρθηκε και κατακεραυνώνει τους σφαγιαστές της Κομμούνας.

Ο Βαρλέν, ηγετική φυσιογνωμία της Κομμούνας και μέλος της Α’ Διεθνούς, ο οποίος τουφεκίστηκε από τις κυβερνητικές δυνάμεις στις 28 Μάη, εμφανίζεται να λέει προς τους βουλευτές:

«Πολεμήσατε την Κομμούνα, και τι καταλάβατε; Η επανάσταση ξεκινούσε και πιστέψατε ότι έρχεται το τέλος του κόσμου (…) Οσο για τις τερατώδεις αδικίες της οικονομικής σας οργάνωσης, όσο για τις ανάγκες των εργατών, όσο για το οικονομικό σπαθί που αντικατέστησε το σπαθί του αριστοκράτη, δε λέτε λέξη. Το σοσιαλισμό, τον καταπνίγετε και τον αρνείστε. Σε αυτό το σημείο, συμφωνείτε και ταυτίζεστε πλήρως, δεξιοί κι αριστεροί, συντηρητικοί και δημοκρατικοί. (…) Ομως, το ξέρετε καλά πως σε όλο το Παρίσι, σε κάθε δρόμο, σε κάθε σοκάκι, δεν υπάρχει ούτε ένα χορταράκι που να μη φυτρώνει στο στέρνο κάποιου ομόσπονδου, ούτε κήπος, ούτε ένα τόσο δα μέρος που να μην έχει δικό του ομαδικό τάφο προλετάριων. Και κάτω από τη γη αυτή, την παραγεμισμένη με νεκρά κορμιά, κανείς από σας δε νιώθει να βράζει μια κοινωνική αναταραχή;

Πιστεύετε πως οι εργάτες παίρνουν διαταγές, πως τις απεργίες τις υποθάλπουν μυστικοί πράκτορες! Οι πράκτορες που μας υποκινούν είναι οι ατελείωτες ώρες δουλειάς, τα άπληστα αφεντικά, οι άνεργοι, οι άθλιοι. Ορίστε οι συνωμότες.

Τα μυδραλιοβόλα σας συνέτριψαν μια ολόκληρη γενιά εργατών. Και μετά; Δε χρειάζονται πάντα εργάτες; Τι άλλο θα κάνετε για ν’ αποφύγετε τις αναπόφευκτες επαναστάσεις;».

Οι εκτελεσμένοι ζητούν εκδίκηση

Οι μορφές των εκτελεσμένων αγωνιστών, των ανδρών και γυναικών που θανατώθηκαν βίαια κατά χιλιάδες, επιστρέφουν ως Ερινύες για να ζητήσουν εκδίκηση, να κυνηγήσουν τους δημίους τους.

– «Με σκοτώσατε επειδή πέρασα από τον κυβερνητικό στρατό με το μέρος της επανάστασης. Επειδή θύμισα στο στρατιώτη πως μαθαίνει να μην έχει συνείδηση και ν’ ανήκει στους ανωτέρους του. Να την θυμάστε, μπουρζουάδες, τη μέρα που η μπότα ενός στρατιώτη θα διαλύσει τα ιερά αυτά έδρανά σας!», φωνάζει ένας εκτελεσμένος στρατιώτης.

– «Εμπρός! Φύγετε! Είμαστε οι γυναίκες που εσείς μας αποκαλείτε εμπρήστριες, επειδή ήμασταν με το πλευρό των εργατών. Μας εκτελέσατε κατά χιλιάδες!», φωνάζουν τρομακτικά στους βουλευτές οι εκτελεσμένες αγωνίστριες.

– «Είμαστε οι εκτελεσμένοι του Περ-Λασέζ. Είμαστε εμείς που μας αναγκάσατε να σκάψουμε τους λάκκους μας πριν μας τουφεκίσετε!», ακούγονται άλλες φωνές.

– «Οι εργάτες παλεύουν για τους εαυτούς τους. Είμαστε τα θύματα αυτού του αιώνα και δε θα φύγουμε αν δε δικαιωθούμε!», δηλώνουν αποφασιστικά οι εκτελεσμένοι εργάτες.

«Σύντομα, οι φωνές συνενώνονται σε μία και μόνη φρικτή κατάρα. Απ’ όλα τα μέρη του αμφιθεάτρου, οι εκτελεσμένοι πέφτουν στο πάτωμα, με τα δάχτυλα τσακισμένα, τα πρόσωπα διάτρητα, ντυμένοι με σάπια κουρέλια. Τα μπράτσα τους μοιάζουν να μακραίνουν και να θέλουν να πιάσουν τους βουλευτές. Οι εφτακόσιοι άθλιοι ξαναβρίσκουν λίγο κουράγιο μέσα στον πανικό τους και τρέχουν προς όλες τις εξόδους.

Ολες οι δίοδοι όμως είναι φραγμένες. Οι τριάντα χιλιάδες νεκροί του Μάη φράζουν τους διαδρόμους, τα γύρω δωμάτια, τις κρυφές διόδους».

*

Οι χιλιάδες αγωνιστές της Κομμούνας που εκτελέστηκαν, φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, έχουν πάρει πραγματικά την εκδίκησή τους από τους αστούς εκτελεστές τους. Τους Κομμουνάρους, όπως επισήμανε ο Μαρξ στη γνωστή συγκλονιστική του αποστροφή, «τους έχει κλείσει στην καρδιά της» η παγκόσμια εργατική τάξη, ενώ τους αξιοθρήνητους σφαγιαστές της Κομμούνας η Ιστορία τούς κρέμασε «στον πάσαλο της ατίμωσης».

Η Κομμούνα μπορεί να ηττήθηκε, αλλά το παράδειγμα και τα διδάγματα που έδωσε ζουν, φωτίζουν και δυναμώνουν τον αγώνα του προλεταριάτου σήμερα.

Σημείωση:

1. Πρόκειται για εκτελεσμένους ήρωες και πρωταγωνιστές της Κομμούνας

*

Ο Προσπέρ Ολιβιέ Λισαγκαρέ (Prosper-Olivier Lissagaray, 1838-1901) ήταν Γάλλος δημοσιογράφος, που πήρε ενεργό μέρος στα γεγονότα της Κομμούνας, πολεμώντας στα οδοφράγματα και διευθύνοντας τις επαναστατικές εφημερίδες «Δράση» (L’ Action) και «Βήμα του Λαού» (Le Tribun du peuple). Μετά από την ήττα της Κομμούνας διέφυγε αρχικά στις Βρυξέλλες, όπου έγραψε το έργο «Οκτώ μέρες του Μάη πίσω από τα οδοφράγματα» (Huit journees de mai derriere les barricades), καθώς και το παρόν διήγημα με τίτλο «Ο εφιάλτης των Βερσαλλιών» (La vision de Versailles). Επειτα ταξίδεψε στο Λονδίνο, όπου γνωρίστηκε με τον Καρλ Μαρξ και φιλοξενήθηκε έως το 1880 στο σπίτι της οικογένειας Μαρξ. Κατά την παραμονή του στο Λονδίνο έγραψε την «Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας του 1871» (L’ histoire de la commune de 1871), την οποία ο Μαρξ επαίνεσε ως έργο, ενώ την μετάφρασε στα Αγγλικά η κόρη του Μαρξ, Ελεονόρα.

Ριζοσπάστης

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: