“Οι Απείθαρχοι” της Σεμίνας Διγενή: Βέγγος και Σαραμάγκου «συνυπάρχουν» στη Μακρόνησο

Ανάμεσα στις συναρπαστικές «συνυπάρξεις» που μέσα από τις σελίδες του βιβλίου «Οι Απείθαρχοι» της Σεμίνας Διγενή, καλούν τον αναγνώστη να τις εξερευνήσει, ξεχωρίζει αυτή του αγαπημένου μας Θανάση Βέγγου και του σπουδαίου Πορτογάλου συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκου.

«Οι Απείθαρχοι» είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου της Σεμίνας Διγενή, που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις «Κάκτος». Πρόκειται για μια σύνθεση έρευνας, μελέτης και μυθοπλασίας, που μεταφέρει τον αναγνώστη στο «μεταιχμιακό» σύμπαν μιας εξαϋλωμένης ουτοπικής πόλης, όπου στο εσωτερικό ενός παράξενου «Κόκκινου Ουρανοξύστη» συνυπάρχουν και διεξάγουν συναρπαστικούς διαλόγους 100 απείθαρχοι  «ένοικοι»  – ξεχωριστές προσωπικότητες, συγγραφείς, ηθοποιοί, ποιητές, τραγουδιστές, επιστήμονες, όπως ο Μπάουι, ο Λένιν, η Νίνου, ο Αϊνστάιν, ο Μπέρνχαρντ, η Μονρόε, η Κοτοπούλη, ο Προυστ, ο Αττίλας, η Γουάινχαους, η Λαμπέτη, , ο Φρόιντ, ο Σιδηρόπουλος, ο Γουίλιαμς, η Γώγου, ο Πικάσο, ο Βάρναλης, ο Κομπέιν, η Βασιλειάδου, ο Χόκινγκ κ.ά.

Η συγγραφέας «φιλοξενώντας» αυτά τα πλάσματα στο σύμπαν ενός ολοζώντανου πύργου,  με δυνατότητες επιλογής εποχών, συναισθημάτων  και περιοχών στους ορόφους του, σαγηνεύεται απ’ αυτούς και δημιουργεί ισχυρούς δεσμούς μαζί τους. Ζει μέσα στην αλλόκοτη παράταση των  ζωών τους, με όσα συνεπάγεται κάτι τέτοιο…

Ανάμεσα στις συναρπαστικές «συνυπάρξεις» που μέσα από τις σελίδες του βιβλίου καλούν τον αναγνώστη να τις εξερευνήσει, ξεχωρίζει αυτή του αγαπημένου μας Θανάση Βέγγου και του σπουδαίου Πορτογάλου συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκου.

Μεταφέρουμε από το βιβλίο ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

“- Πάμε στον 23ο όροφο, να δούμε και τι κάνει ο Βέγγος; με ρωτάει ο Σαραμάγκου.
– Μα τι μανία είναι αυτή, τον τελευταίο καιρό με τον Θανάση; Όλο εκεί καταλήγουμε να πηγαίνουμε, κάθε φορά που συναντιόμαστε.

– Με κάνει χαρούμενο ο Θανάσης, μου εξηγεί χαμογελώντας. Θυμάσαι που έλεγα κάποτε, πως η αληθινή επανάσταση που έχουμε ανάγκη, είναι αυτή της καλοσύνης; Κάθε φορά που τον συναντάω, νομίζω πως ξαναδίνει νόημα στην έννοιά της. Αυτός ο άνθρωπος με κάνει να νιώθω βαθιά καλός. Εσύ δεν το νιώθεις αυτό;

– Ζώντας τόσον καιρό εδώ κι έχοντας πάει πολλές φορές σπίτι του για ξεσκόνισμα, κατάλαβα πως…

– Για τι έχεις πάει; Για ξεσκόνισμα είπες;

– Ναι, ναι ξεσκονίζει δύο τρεις φορές την ημέρα, τον ενημερώνω.. Δεν αντέχει τη σκόνη. Όχι μόνο την ύπαρξή της, αλλά και την υποψία της. Μου είπε, πως πάντα ξεσκόνιζε το ντεκόρ των ταινιών του, πριν από το γύρισμα κάθε πλάνου.

– Λες αλήθεια τώρα;

-Βέβαια. Κάποτε έβαλε το κινηματογραφικό συνεργείο να ξεσκονίσει τις Θερμοπύλες! Το πιστεύεις; Ξεσκόνισε τις Θερμοπύλες!

Αναρωτιέμαι σε ποιο σκηνικό ταινίας, θα ‘χει τοποθετήσει σήμερα το σπίτι του. Την τελευταία φορά, που ήταν παράξενα μελαγχολικός, βρισκόταν μέσα στο ντεκόρ της ταινίας «Ψυχή Βαθειά» του Παντελή Βούλγαρη. Πρέπει να ήταν κάπου στο 1949, τους τελευταίους μήνες του Εμφυλίου Πολέμου, στη Δυτική Μακεδονία. Δεν είπαμε πολλά, εκείνη τη φορά. Καθόμασταν για ώρα κάτω από μια καρυδιά, ήταν χειμώνας και με σηκωμένους γιακάδες, τουρτουρίζοντας, κοιτούσαμε αμίλητοι τον Γράμμο. Ήταν συνέχεια κόκκινα τα μάτια του και υγρά. Για να του αλλάξω διάθεση ξεκίνησα να του λέω, πως σ’ ένα ταξίδι μου πάνω από τον Αμάραντο, στα 1260 μέτρα υψόμετρο, πλησιάζοντας το βουνό, άκουσα κι ένιωσα έντονα, στο πρόσωπο μου την ανάσα της γης. Με ρώτησε τι εννοούσα και τον έβαλα σε μια εφαρμογή, μπήκαμε στο χωριό κι ένιωσε κι αυτός πάνω του, τον ατμό, που έβγαινε από 15 ρήγματα, μέσα από τα βουνά. Είχε ενθουσιαστεί τότε. Σχεδόν παραμιλούσε:

– Η φύση αναπνέει μπροστά στο πρόσωπό μου. Δεν το πιστεύω αυτό που γίνεται. Νιώσε πόσο ζεστή είναι η ανάσα της! Άκου την αναπνοή της φύσης… Άκου, άκου…

Έκανε σαν μικρό παιδί, που του αποκαλύπτεται κάτι μαγικό. Τα ορθάνοιχτα μάτια του, δεν κινούνταν. Νόμιζα θα κλάψει. Και τότε, μου είπε σοβαρότατα:

– «Όλα είναι ατμός! Υπογραφή, Θρασύβουλας!»

Με είχε πιάσει νευρικό γέλιο. Γελούσε κι εκείνος.

– Γι’ αυτό σου λέω πάντα. Ζήσε. Ζήσε με καλοσύνη και γέλιο. Γιατί ό,τι και να κάνεις στη ζωή, θα έρθει μια μέρα ο καπεταν-Μιχάλης και θα σου πει: «Μουσιού, γκελ μπουρντά».

Στο μεταξύ, γνωρίζοντας πως πάντα παρασύρομαι μαζί του, χάνοντας την αίσθηση του χρόνου, “παγώνω” τον χρόνο με τον Σαραμάγκου δίπλα μου, γιατί θέλω να θυμηθώ εκείνη την παλιότερη συνάντησή μας, στις λεπτομέρειές της.

”Θανάση, ξαναέστησες εδώ μέσα ποτέ, το σκηνικό του «Δράκου»;

– Μόνο μια φορά. Για να ξανακούσω τις μουσικές του Μάνου και να ξαναδώ τους φίλους μου και πιο πολύ τον Κούνδουρο. Στη Μακρόνησο γνωριστήκαμε, εξόριστοι κι οι δυο. Με πίεσε και στο τέλος με κατάφερε να παίξω στη «Μαγική πόλη» κι ύστερα στον «Δράκο». Αν δεν ερχόταν στη ζωή μου, μπορεί να δούλευα ακόμη σ’ εκείνο το πατάρι με τα δέρματα.

Παρατηρώ έναν νέο, προηγμένης τεχνολογίας, -αυτήν τη φορά- ιονιστή, στο δωμάτιο. Ένας ιονιστής παίζει πάντα, σε όλα τα σκηνικά που επιλέγει. Ακόμη και στα βουνά. Καθαρίζει -λέει- τον αέρα από τις σκόνες!

– Τι θα γίνει; Θα ξεσκονίσουμε σήμερα;

– Όχι, όχι. Μόλις ξεσκόνισα… Γιατί νομίζεις αστράφτουν έτσι, ο Γράμμος και το Βίτσι;”

Γελάμε πολύ. Σχεδόν πάντα ξεκινάμε με δάκρυα και κλείνουμε με γέλια. «Ξεπαγώνω» τον χρόνο και ο Σαραμάγκου βάζει τον κωδικό εισόδου. Μας ανοίγει τόσο πρόσχαρα, σαν μαμά που υποδέχεται τα παιδιά της από το σχολείο. Αγκαλιάζει πρώτα τον Ζοζέ.

– Καλέ μου άνθρωπε, πέρασε μέσα, καλώς τους, καλώς τους. Περάστε.

Τότε προσέχω γύρω μου. Έχει επιλέξει πάλι, για σπίτι του, τον χώρο της εξορίας του, το στρατόπεδο της Μακρονήσου. Ο Βέγγος μας λέει, με σχεδόν χαμηλωμένα μάτια:

– Δεν έχω να σας προσφέρω κάτι καλό. Πιο συγκεκριμένα δεν έχω να σας κεράσω τίποτε…

– Γιατί επιλέγεις, πάλι, να ζεις στο 1949; τον ρωτάει ο Σαραμάγκου.

– Πολλές οι εκκρεμότητες καλέ μου άνθρωπε, πρέπει να βοηθήσω πολλούς που έχουν ανάγκη.

– Θέλεις τσιγάρο;

– Δεν καπνίζω. Είμαι αθλητής, λέει καμαρώνοντας.

– Τρέξιμο να υποθέσω ε;

– Πρωταθλητής ανωμάλου δρόμου, πετιέμαι εγώ.

– Γιατί σ’ έφεραν εδώ; απορεί ο συγγραφέας.

– Ο πατέρας μου ήταν οργανωμένος στην Αντίσταση. Στη Μάχη της Ηλεκτρικής, ήταν με τον ΕΛΑΣ. Απέτρεψαν την ανατίναξη του εργοστασίου από τους Γερμανούς. Μετά απολύθηκε, γιατί ήταν …κομμουνιστής.

– Εσύ τι έκανες και σε τιμώρησαν;

– Εγώ στην Κατοχή, ήμουν στην ΕΠΟΝ. Μ’ έφεραν εδώ το 1949 να …εκτίσω τη θητεία μου. Δεν φοβάμαι εδώ, ούτε με κουράζει που με ξεπατώνουν στο κουβάλημα και στο σπάσιμο πέτρας, μόνο τη σκόνη δεν αντέχω. Αυτή να έλειπε… Εκεί παραδίνομαι.

Με το που το θυμάται, αναποδογυρίζει τις άδειες τσέπες του και τις τινάζει καλά καλά, μη τυχόν έχουν χνούδια.

Ο Σαραμάγκου χαμογελάει:

– Ξέρεις τι σκέφτομαι Θανάση μου, κάθε φορά που σε βλέπω; Όλο νομίζω, πως αν και τρέχεις συνέχεια, κάτι υπάρχει που δεν προλαβαίνεις… Υπάρχει πραγματικά, κάτι που δεν πρόλαβες να κάνεις και σε στοιχειώνει;

-Υπάρχει, ναι, λέει ο Θανάσης και κοιτάει τον καιρό που ετοιμάζεται να το γυρίσει σε βροχή. Το είχα πει και στον Κώστα Κακκαβά. Έκανα οικονομία παλιά και δεν έμαθα το τσιγάρο, για να μπορώ να αγοράζω τσιγάρα στον πατέρα μου, που ήταν πολύ φτωχός. Και όταν ήρθε η στιγμή κι έπιασα λεφτά, εκείνος δεν ζούσε για να του προσφέρω λίγο καλύτερη ζωή. Ζοζέ, δεν του πήγαινα τόσα τσιγάρα όσα έπρεπε.

Τους παρακολουθώ να συζητούν, κοιτώντας με θαυμασμό στα μάτια, ο ένας τον άλλον, με φόντο τις σκηνές στη Μακρόνησο και τότε μια μαγική γεννήτρια χαρακτήρων από το πάνσοφο Πουθενά, στέλνει σε υπότιτλο, ένα κείμενο του Ζοζέ, στο κάτω μέρος του κοινού πλάνου τους:

«Η λειτουργία του κόσμου έπαψε να είναι το απόλυτο μυστήριο που ήταν, οι μοχλοί του κακού βρίσκονται μπροστά στα μάτια όλων, για τα χέρια που τους χειρίζονται, δεν υπάρχουν πια γάντια ικανά να κρύψουν τις κηλίδες του αίματος».

Απέναντί μου είναι δύο άντρες, σε ειρήνη με ό,τι τους περιβάλλει: πρόσωπα, πράγματα, ζώα, δέντρα, ουρανό και θάλασσα. Είναι σαν να είναι ενταγμένοι, στον φυσικό τους χώρο, χωρίς να έχουν μετατραπεί σε εγωιστές που λένε: «Καθώς τώρα τα έχω όλα, τα υπόλοιπα μου είναι αδιάφορα». Όχι, αντίθετα. Εξακολουθούν να είναι αλληλέγγυοι, να παίρνουν μέρος σε ένα κάρο μάχες, μερικές μάλιστα από αυτές από χέρι χαμένες.

Αυτό, αν και μπορεί να μην έχει καμιά σχέση με την ευτυχία, αν όμως τους ρωτήσεις: «Είστε ευτυχισμένοι;»

«Ναι, ναι, είμαστε πολύ ευτυχισμένοι», θα σου πουν.

Κάποιος που τους αγαπούσε πολύ, έγραψε με μπογιά σε μια σκηνή εξορίας, χωρίς ίχνος σκόνης πάνω της, τη λέξη ΚΑΛΟΣΥΝΗ!”

Η  Σεμίνα Διγενή στο νέο της βιβλίο θέτει το ερώτημα: Θα καταφέρει τελικά, αυτός ο παράδοξος κόσμος των «Απείθαρχων», να δώσει σε όλα, ένα τέλος ή μια αρχή, με την έμπνευση που τους αξίζει; Θα τολμήσει να πάρει μια καθοριστική  απόφαση, για την  Μνήμη του Κόσμου;

Άνθρωποι του θεάτρου, εμπλέκονται με τα κεφάλαια του βιβλίου, μέσα από μικρά videos -μονόπρακτα, που μπορεί κανείς να παρακολουθήσει  στα social media του “Κάκτου” και της συγγραφέα: Η Σμαράγδα  Καρύδη  κάνει τις συστάσεις του βιβλίου, ο Γιώργος Κιμούλης “συνυπάρχει” με τον Σαραμάγκου και τον Βέγγο στη Μακρόνησο , ο Γιάννης Στάνκογλου με τον αγαπημένο του Ντέιβιντ Μπόουι στο Λονδίνο, η Ελένη Ράντου με τον Ρολάν Μπαρτ και την Μαρίκα Νίνου στην Κοκκινιά, ο Γρηγόρης Βαλτινός με τον Αινστάιν, τον Χόκινγκ και την Γουαινχάουζ στο Κάμντεν Τάουν,  ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος με τον Προυστ και την Κοτοπούλη στην Ομόνοια , η Βίκυ Σταυροπούλου με τον Ουγκώ στα Πυρηναία, ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης με τον Ρόμπιν Γουίλλιαμς στο Σικάγο, ο Νίκος Κουρής  με τον Πικάσο στο Παρίσι, ο Σταμάτης Φασουλής περιγράφει ένα φαντασμαγορικό πάρτι αυτοκτονιών, ενώ η Πέγκυ Τρικαλιώτη με την Κατερίνα Διδασκάλου ερμηνεύουν σύντομες ιστορίες κοριτσίστικων τραυμάτων.

«Οι Απείθαρχοι», της Σεμίνας Διγενή, κυκλοφορούν με εξώφυλλο έναν θαυμάσιο πίνακα του διεθνούς εικαστικού Κωστή Γεωργίου και επιμέλεια Γιώργου Προεστού, από τις εκδόσεις «Κάκτος».

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: