Για τη “Ρένα” του Αύγουστου Κορτώ

Ακόμη κι αν δεν είσαι πρωταγωνιστής, ακόμη κι αν είσαι στο περιθώριο των εξελίξεων, ακόμη κι αν δεν πολυκαταλαβαίνεις τι ακριβώς διακυβεύεται, οφείλεις να είσαι παρών, στο πλευρό αυτών που αγωνίζονται. Στο πλευρό της τάξης σου. Αυτό είναι το ένα από τα δύο κεντρικά μηνύματα του έργου που αποφεύγουν να αναφέρουν οι αστικές κριτικές, ακόμα και σε “εναλλακτικά” μέσα.

Η «Ρένα» είναι το τελευταίο μυθιστόρημα του Αύγουστου Κορτώ, το οποίο πρόσφατα μεταφέρθηκε στο θέατρο σε σκηνοθεσία της Νικαίτης Κοντούρη, με την Υρώ Μανέ στον ομώνυμο ρόλο.

Πρόκειται συνολικά για μια ευχάριστη αλλά και απροσδόκητα πολιτική και χρήσιμη θεατρική παράσταση. Αρχικά είναι και το δημοτικό θέατρο του Πειραιά, όπου παίζεται από τις αρχές Δεκέμβρη, που σε προδιαθέτει θετικά από μόνο του. Ένα πραγματικό στολίδι, με τη διαδρομή προς τη θέση -σε περίπτωση που έχεις επιλέξει να παρακολουθήσεις παράσταση από εξώστη- να θυμίζει την αναζήτηση καμπίνας στο εσωτερικό πλοίου. Κατάστρωμα Β, καμπίνα 8. Ανοίγεις πόρτα, παίρνεις θέση και το ταξίδι ξεκινά…

Βέβαιο είναι πως η Υρώ Μανέ αποδίδει πολύ καλά τον ρόλο της «Ρένας». Τις μικρές κωμικές επαναλήψεις και παύσεις μιας μεγάλης γυναίκας με σημάδια άνοιας. Την ελαφρότητα με την οποία έπαιρνε τις αποφάσεις της στα νεανικά της χρόνια, όταν και είχε κατά περιόδους κάποιες πιθανότητες να ξεφύγει από τον δρόμο της πορνείας. Την καπατσοσύνη και τσαχπινιά, με την οποία αναμφίβολα πρέπει να είναι εξοπλισμένη μια «παλιά πουτάνα», προκειμένου να τα βγάζει πέρα. Εν τέλει, την κωμική αφήγηση μιας ζωής που ήταν πάντοτε στο περιθώριο της κοινωνίας, προσλαμβάνοντας έτσι με έναν ιδιαίτερο τρόπο όλες τις αλλαγές που επέρχονταν σε αυτήν, κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Όλα αυτά είναι από μόνα τους ικανά να κάνουν μια παράσταση ευχάριστη. Δεν αρκούν όμως μόνο αυτά, για να την κάνουν και χρήσιμη. Χρήσιμη την κάνει το δέσιμο της ζωής αυτής με τους κοινωνικούς αγώνες που εκτυλίχθηκαν στη χώρα όλη αυτή την περίοδο. Και πάνω από όλα η στάση της ίδιας απέναντί τους.

Έρωτας της ζωής της «Ρένας» αναδεικνύεται ένας κομμουνιστής, μικρασιάτης πρόσφυγας μεροκαματιάρης. Δίπλα του βιώνει την πάλη της εργατικής τάξης στο μεσοπόλεμο, στη Θεσσαλονίκη του ’36, στη μεταξική δικτατορία, στην κατοχή και την αντίσταση. Πάντοτε από το περιθώριο, πάντοτε όμως με αντανάκλαση αυτών των γεγονότων και στην προσωπική της οπτική κι αντίληψη.

Γιατί, στεκόμενη στο πλάι του αγαπημένου της και επηρεαζόμενη από τη δική του στάση ζωής, κάνει και η ίδια τις δικές της επιλογές:

Επιλογή δική της να μην «πάρει» φασίστες κατακτητές στην κατοχή, με όλες τις συνέπειες που είχε κάτι τέτοιο. Επιλογή δική της η μη υπογραφή «δήλωσης», όταν πλέον δεν υπάρχει στο προσκήνιο ο σύντροφός της. Επιλογή της η πολύχρονη εξορία, όπου «όλοι ξέρανε τι ήταν» αλλά «ποτέ κανείς δεν άπλωσε χέρι πάνω της». Κανείς δε μένει όρθιος σ’ αυτά μόνο λόγω «σεβασμού μιας αγάπης», αν δεν τον έχουν επηρεάσει βαθιά αυτές οι ιδέες και τον ίδιο.

Η «Ρένα» λοιπόν παίρνει ξεκάθαρα και πολιτική θέση. Από τα γεγονότα μέσα στα οποία τοποθετείται -άμεσα ή έμμεσα- από το συγγραφέα η ηρωίδα (Μάης ’36, διαδηλώσεις Δεκεμβριανών, Πολυτεχνείο), προβάλλει μια προσωπική στάση ζωής απέναντι στους κοινωνικούς αγώνες: Ακόμη κι αν δεν είσαι πρωταγωνιστής, ακόμη κι αν είσαι στο περιθώριο των εξελίξεων, ακόμη κι αν δεν πολυκαταλαβαίνεις τι ακριβώς διακυβεύεται, οφείλεις να είσαι παρών, στο πλευρό αυτών που αγωνίζονται. Στο πλευρό της τάξης σου.

Αυτό είναι εν τέλει και το ένα από τα δύο κεντρικά μηνύματα της παράστασης. Το, αν θέλετε, κι απρόσμενο από το συγκεκριμένο συγγραφέα, το οποίο διόλου τυχαία αποφεύγει ν’ αναφέρει οποιαδήποτε αστική «κριτική» της παράστασης.

Το άλλο, βεβαίως, είναι η χαρά του έρωτα, χωρίς κανένα όριο, ταμπού, δαιμονοποίηση ή προκατάληψη. «Ανώμαλο είναι ν’ αρνείσαι ό,τι σε κάνει χαρούμενο κι ευτυχισμένο», όπως περίπου λέει και η Ρένα. Αλλά αυτό το μήνυμα είναι ούτως ή άλλως η «βιτρίνα» της παράστασης, που με χαρά προβάλλει ως μοναδικό και το κάθε «εναλλακτικό» μέσο μαζικής ενσωμάτωσης…

Τέλος, ούτε κανονισμένο να ήταν, βγαίνοντας από το θέατρο έχεις φάτσα-κάρτα απέναντί σου το γιγαντοπανό που «κοσμεί» την πρόσοψη της πρώην ΚΟΠ. Τρία κόκκινα γράμματα. Που στον πρώτο αιώνα της ύπαρξης τους, τελικά δεν υπάρχει πτυχή της ελληνικής κοινωνίας, που να μην την έχουν σημαδέψει. Εμπρός για τον δεύτερο. Καλή χρονιά σε όλους.

Χαρούλα Πεπονάκη

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

2 Σχόλια

  • Ο/Η Father Montaneli λέει:

    Έβαλες τις τρεις τελείες για το “ο νοών νοείτω” αλλά μήπως θα είχες την καλοσύνη να πεις ποιο είναι το «εναλλακτικό» μέσο μαζικής ενσωμάτωσης που προβάλλεται ως μοναδικό γιατι σε έχασα στο σημείο αυτό.

    • Ο/Η Βασίλης Κρίτσας λέει:

      Νομίζω ότι αναφέρεται γενικά σε “εναλλακτικά ΜΜΕ” και όχι σε κάποιο συγκεκριμένα.
      Το μοναδικό πηγαίνει στα μηνύματα του έργου. Ακόμα και τα “εναλλακτικά ΜΜΕ” προβάλλουν ως μοναδικό νόημα τη χαρά του έρωτα, και όχι αυτό που αναλύει η ΧΠ παραπάνω.

Κάντε ένα σχόλιο: