«Σ’ αφήσανε μωρή Βουλγάρα;» – Η Σωτηρία Μπέλλου στην Αντίσταση

Τα βασανιστήρια στα μπουντρούμια της οδού Μέρλιν, οι φυλακίσεις, η απομόνωση, το διαρκές κυνηγητό επειδή ήταν αριστερή. Η Σωτηρία Μπέλλου συνδέθηκε με το λαό, εκτός από τα τραγούδια της και με κοινούς αγώνες.

Είκοσι χρόνια από τον θάνατο της μεγάλης ερμηνεύτριας Σωτηρίας Μπέλλου συμπληρώνονται σήμερα (γεννήθηκε στις 22 του Αυγούστου 1921  και «έφυγε» στις 27 του Αυγούστου 1997).

Η ζωή της Σωτηρίας Μπέλλου πέρασε από σαράντα κύματα: φτώχεια, αγώνας για την επιβίωση, αντίσταση, εμφυλιοπολεμικές διώξεις, πίκρες, πάθη και τραγούδι. Όμως η μεγάλη μας ερμηνεύτρια εκτός από τα τραγούδια της, συνδέθηκε με το λαό και με κοινούς αγώνες.

«Ήμουν, είμαι και θα είμαι αριστερή. Το λέω και το φωνάζω… Πέρασα πολλά. Και ξύλο και φυλακές», θα πει η ίδια σε συνέντευξή της στο Ριζοσπάστη, την εφημερίδα που η ίδια διακινούσε κρυφά εκείνα τα πέτρινα χρόνια. Οι Γερμανοί την πιάνουν και τη φυλακίζουν. Τον Δεκέμβρη του 1944 παίρνει μέρος με τον ΕΛΑΣ στις μάχες της Αθήνας και τραυματίζεται.

Η ίδια διηγείται στην δημοσιογράφο Σοφία Αδαμίδου (συγγραφέα της αυτοβιογραφίας της Σωτηρίας Μπέλλου «Πότε ντόρτια, πότε εξάρες», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη), συγκλονιστικές λεπτομέρειες από το πέρασμά της στα μπουντρούμια της οδού Μέρλιν, στις φυλακές Χατζηκώστα και αλλού, όπου χιλιάδες αγωνιστές και αγωνίστριες βασανίστηκαν απάνθρωπα και φυλακίστηκαν. Αντιγράφουμε από τον σημερινό Ριζοσπάστη:

«Το μαρτύριο της Κατοχής δεν μπορώ να το ξεχάσω. Θυμάμαι τα φρικτά μπουντρούμια της οδού Μέρλιν. Οσοι ακούνε για τα υπόγεια αυτά τους πιάνει τρόμος, γιατί όλοι ξέρουν ή έχουν ακούσει τι γινόταν εκεί. Εγώ τα έζησα. Είκοσι χρονών κοριτσάκι. Πήγα να κλέψω μια κουραμάνα από ένα γερμανικό αυτοκίνητο επειδή πεινούσα. Μ’ άρπαξαν, με σπάσανε στο ξύλο και με πήγαν στα μπουντρούμια. Με χτύπησαν πρώτα με τον υποκόπανο και μετά, που με πήγαν εκεί, συνεχίσθηκε το ξύλο. Με σακάτεψαν. Μετά από βασανιστήρια πολλά με πήγαν στον ανακριτή. Κατάλαβαν ότι δεν ήμουν επικίνδυνη, με είδαν μικρή κοπέλα και συνεσταλμένη και με άφησαν.

“Ελαβα μέρος σε πολλές μάχες”, έλεγε καθώς ξεδίπλωνε το κουβάρι με τις μνήμες των δύσκολων καιρών.

“Ημουν με τους αριστερούς της Χαλκίδας και σε μια μάχη κοντά στην Ομόνοια, οδός Βούλγαρη και Πειραιώς, τραυματίστηκα στο χέρι. Αμέσως μετά την οπισθοχώρηση δεν πρόλαβα να φύγω, έμεινα λίγο πίσω και κάτι… μην πω… με κάρφωσαν στην Εθνοφυλακή και κοντά στον Σταθμό Λαρίσης, εδώ στον Αγιο Παύλο, με συνέλαβαν. Μετά από το Στ’ Αστυνομικό Τμήμα που μας πήγαν στην αρχή, μαζί με άλλες γυναίκες σαν τσούρμο μας μετέφεραν σε ένα παλιό καμπαρέ που είχαν επιτάξει, το “Κιτ-Κατ” που ήταν στην αρχή της οδού Βουκουρεστίου».

«Μετά από λίγες μέρες», θυμόταν η Σωτηρία, «μας πήγαν σε μια παλιά πολυκατοικία στην οδό Θεμιστοκλέους, γιατί οι φυλακές Αβέρωφ είχαν καταστραφεί από τους αγωνιστές της Αντίστασης. Ενα βράδυ ήρθαν κάτι καμιόνια και καμιά σαρανταριά από μας, μας πήραν και δεν ξέραμε πού μας πάνε. Τελικά μας μετέφεραν στις φυλακές Χατζηκώνστα, στην οδό Πειραιώς, που κι αυτές από το κίνημα ήταν κατεστραμμένες. Σπασμένα τζάμια και ερείπια. Μας έβαλαν πρώτα να καθαρίσουμε τις φυλακές. Εν τω μεταξύ, είχα τραυματιστεί στο χέρι. Είχα υψηλό πυρετό κι επειδή δεν υπήρχαν μέσα περιθάλψεως είχε πρηστεί η μασχάλη μου. Ενα πρωί μας σήκωσαν με το κρύο να κάνουμε βόλτα μέσα στο προαύλιο των φυλακών. Βόλτα χειμώνας καιρός. Ηταν ένας αρχιφύλακας εκεί που το διέταξε. Ενας… τέλος πάντων.

Δεν μπορούσα εγώ να κάνω βόλτα στο προαύλιο γιατί απ’ το τραύμα είχα πυρετό. Ημουν σε κατάσταση αξιοθρήνητη. Αυτός, όμως, δεν καταλάβαινε από τέτοια και μ’ αρπάει από τα μαλλιά, με πλακώνει στο ξύλο και με κλείνει στα μπουντρούμια. Σε κάτι μπουντρούμια, Παναγιά μου! Ενα δωμάτιο μισό επί ένα μέτρο. Εκείνη την ώρα φαίνεται ότι με λυπήθηκε ο Θεός και οι άλλες γυναίκες επάνω επαναστάτησαν. Αρχιζαν να φωνάζουν γιατί με χτυπούσε χωρίς λόγο. Και κείνη την ώρα για καλή μου τύχη έρχεται ο Ερυθρός Σταυρός. Ηταν και μια άλλη γυναίκα εκεί, φυλακισμένη μαζί με μας, που ήταν επιστήμων, νομίζω δικηγόρος, δε θυμάμαι το όνομά της, αν ζει καλή της ώρα κι αν έχει πεθάνει ο Θεός να τη συγχωρέσει, που τρέχει αμέσως στους εκπροσώπους του Ερυθρού Σταυρού και λέει με λεπτομέρειες ό,τι συνέβη. Με ζήτησαν αυτοί του Ερυθρού, κατέβηκαν κάτω, με είδαν στα κακά μου χάλια, είχα 40 πυρετό και αμέσως έδωσαν διαταγή να φύγω και να γυρίσω πίσω στις φυλακές, ας τις πούμε, της οδού Θεμιστοκλέους. Εκεί είχαν κάτι ψευτοφάρμακα, κάτι ασπιρίνες».

«Στη Θεμιστοκλέους, όταν γύρισα τράβηξα πάλι μαρτύρια. Μια μέρα ζήτησα να μας δώσουν λίγο ψωμί περισσότερο. Η κατάσταση ήταν τραγική. Πείνα και δυστυχία. Είχαμε μια κουβέρτα δέκα γυναίκες. Οταν, λοιπόν, ζήτησα λίγο παραπάνω ψωμί, μου είπαν “Αντάρτισσα είσαι; Κι εδώ μέσα είσαι αντάρτισσα”; Με παίρνουν αμέσως και με πολλές φασαρίες με κλείνουν στο πειθαρχείο».

«Μετά από καιρό περνάγαμε από μια επιτροπή και κάθε μέρα, δύο – τρεις κάθε φορά τις άφηναν ελεύθερες. Κάποια μέρα, λοιπόν, ήρθε και η δική μου σειρά. Με άφησαν ελεύθερη. Μόλις βγήκα είχα πάρει μια κουβέρτα και κάτι σχισμένα παπούτσια και βάδιζα προς την Ομόνοια. Με βλέπει ένας αξιωματικός που ήταν στη Θεμιστοκλέους και μου λέει: “Σ’ αφήσανε μωρή Βουλγάρα;” Του λέω δεν είμαι Βουλγάρα είμαι Ελληνίδα. Με πλακώνει στο ξύλο και με ξαναπάει φυλακή. Διαμαρτυρήθηκα όμως στην Επιτροπή και με άφησαν να φύγω».

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: