Μαντόνα: Σεξ, Ιεροσυλίες και Μάρκετινγκ – Ένα αστέρι στα χρόνια του καπιταλισμού…

Στην πραγματικότητα οι αντισυμβατικές πράξεις της Μαντόνα, μόνο εναλλακτικές ή αντισυμβατικές δεν ήταν, αφού είχαν ως αποκλειστικό στόχο να τραβήξει σα μαγνήτης την προσοχή του κόσμου κι η αλήθεια είναι ότι το έκανε ίσως καλύτερα από τον καθένα. Έπαιξε πολύ έξυπνα με τους κανόνες του συστήματος κι έγινε σταρ κυρίως για την εικόνα της και το περιτύλιγμα, χωρίς να σημαίνει πως δεν έκανε σημαντικές μουσικές δουλειές

Σήμερα η Μαντόνα κλείνει τα 60, αλλά εδώ και τρεις δεκαετίες τουλάχιστον, από τα “τιμημένα 80’ς”, έχει κερδίσει τον τίτλο της βασίλισσας της ποπ. Η διαφορά της πχ από το βασιλιά της ποπ, Μάικλ Τζάκσον, που μεσουρανούσε την ίδια εποχή, κερδίζοντας τον ίδιο τίτλο, ήταν πως αυτή συνέχισε να εξελίσσεται μουσικά και πως οι διάφορες μεταμορφώσεις της κατά καιρούς δεν την οδήγησαν στη βιολογική αποσύνθεση. Από την άλλη, είναι σαφές πως η δική της εκτόξευση δε βασίστηκε σε κάποιο σπάνιο, ανεπανάληπτο ταλέντο, αλλά σε ένα (αυθεντικό μεν, αλλά και επιμελώς καλλιεργημένο) προφίλ γεμάτο τσαμπουκά, υπερβάσεις και προκλήσεις που “σοκάριζαν” τη διεθνή κοινή γνώμη.

Η Μαντόνα γεννήθηκε σα σήμερα -μία μέρα μετά τη γιορτή της Παναγίας, αν και αυτή η σύμπτωση δε λέει κάτι για το εορτολόγιο των καθολικών- το 1958 στο Μίτσιγκαν από οικογένεια με ιταλικές ρίζες, και το πλήρες όνομά της ήταν Μαντόνα Τσικόνε. Έχασε πολύ μικρή τη μητέρα της, αναπτύσσοντας μάλλον εχθρικά αισθήματα για τον πατέρα της και το δεύτερο γάμο του με μια οικονόμο. Στα 20 της έφυγε από το σπίτι της για τη Νέα Υόρκη, όπου πέρασε δύσκολες στιγμές, ατσάλωσε το χαρακτήρα της με ισχυρές δόσεις κυνισμού και κατάφερε να βγει τελικά στον καλλιτεχνικό αφρό, αρχικά ως χορεύτρια και στη συνέχεια ως τραγουδίστρια, ενώ στο ενδιάμεσο είχε κάνει και μια γυμνή φωτογράφιση ως άσημο μοντέλο για το Πλέι Μπόι, η οποία απέκτησε αργότερα συλλεκτική αξία.

Η εκτόξευση στην κορυφή ήρθε με το Like A Virgin, που μπορεί να ακούγεται σχεδόν ειρωνικό με βάση τη δική της περιπετειώδη ζωή. Στη δεκαετία που ακολούθησε, η Μαντόνα κυκλοφόρησε τον πιο πετυχημένο δίσκο της (το True Blue), ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο κερδίζοντας και μια υποψηφιότητα για Χρυσό Βατόμουρο, έκανε δύο γάμους με το Σον Πεν και το ράπερ Vanilla Ice, χωρίς μεγάλη διάρκεια, έβγαλε το βιβλίο “Sex” με προκλητικές πόζες σαδομαζοχιστικού περιεχομένου, που ήταν κι η αφορμή για το ένα διαζύγιό της, έκανε χρυσές περιοδείες, συναυλίες με δεκάδες χιλιάδες θαυμαστές ανά την υφήλιο, καθιέρωσε το στιλ με το πλατινέ μαλλί, τις δαντελωτές μπλούζες, τα δικτυωτά καλτσόν, τα κολάν, τα θρησκευτικά σύμβολα, τα σκισμένα τζιν, το έντονο μέικ-απ κοκ, ενώ κατάφερε να προκαλέσει ουκ ολίγες φορές την Καθολική Εκκλησία, αν και Μαντόνα…

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν το πολυσυζητημένο video-clip της Like A Prayer, που της στοίχισε και τη χορηγία της Pepsi, αφού η εταιρία έκανε πίσω φοβούμενη τις αντιδράσεις του κόσμου, ενώ αντιθέτως η Μαντόνα έτρεφε το δικό της μύθο από αυτές. Άλλο κλασικό μοτίβο της συναντάμε στο Papa Don’t Preach, που προκάλεσε ντόρο σχετικά με το ζήτημα των εκτρώσεων, με πιθανές έμμεσες αυτοβιογραφικές αναφορές στη σχέση με το δικό της πατέρα. Η Μαντόνα έγραφε κι η ίδια στίχους από αρκετά τραγούδια της, χωρίς να θέσει ποτέ κάποιο σοβαρό προβληματισμό, ούτε καν στο Material Girl, που ήταν φόρος τιμής στη Μέριλιν Μονρόε, χωρίς κάποια φιλοσοφική αναφορά στο ρεύμα του υλισμού…

Τα επόμενα χρόνια η Μαντόνα άλλαξε το στιλ της, ακολουθώντας τη μόδα κάθε εποχής και συνέχισε να εξελίσσεται σε κάθε τομέα. Άλλαξε παράλληλα πολλούς ερωτικούς συντρόφους-συζύγους, αποκτώντας δύο παιδιά (ένα γιο και μια κόρη) και υιοθετώντας άλλα δύο από χώρες του τρίτου κόσμου. Συνέχισε να δοκιμάζει στον κινηματογράφο την τύχη της, με την “Εβίτα” να σημειώνει μεγάλη επιτυχία και να γίνεται ο πιο κλασικός ρόλος της, με το πασίγνωστο “Don’t Cry For me Argentina“, που συνοδεύει έκτοτε με κλάμα τις αποτυχίες της Εθνικής Αργεντινής στα Μουντιάλ.

Έβγαλε χρυσούς δίσκους, έκανε διάφορα ρεκόρ σε πωλήσεις και τραγούδια που έφτασαν στην κορυφή των charts, έγινε η πιο εμπορική γυναίκα τραγουδίστρια, και μια από τους πιο εμπορικούς ερμηνευτές συνολικά, ανεξαρτήτως φύλου, πίσω μόνο από τους Μπιτλς, το Μάικλ Τζάκσον και τον Έλβις Πρίσλεϊ -που έχει κι αυτός επέτειο σήμερα. Το βασικό όμως είναι πως συνέχισε να βασίζεται σε οτιδήποτε μπορούσε να προκαλέσει το κοινό, γνωρίζοντας πως στη δική της περίπτωση δεν υπήρχε καλή ή αρνητική διαφήμιση -ο μύλος του μάρκετινγκ όλα τα αλέθει.

Αντάλλαξε λεσβιακά φιλιά με άλλες διάσημες σταρ μπροστά στις κάμερες, ξεγύμνωσε επί σκηνής μια θαυμάστριά της, έγινε δημοφιλής στην κοινότητα των γκέι, ενέταξε σκηνές βίας στις περιοδείες της τον καιρό του πολέμου στο Ιράκ -χωρίς ωστόσο κάποιο σαφές αντιπολεμικό μήνυμα- έκανε κάποιες προκλητικές εμφανίσεις για να υπενθυμίσει πόσο καλά κρατιέται στην ηλικία της…

Στην πραγματικότητα οι αντισυμβατικές πράξεις της Μαντόνα, μόνο εναλλακτικές ή αντισυμβατικές δεν ήταν, αφού είχαν ως αποκλειστικό στόχο να τραβήξει σα μαγνήτης την προσοχή του κόσμου κι η αλήθεια είναι ότι το έκανε ίσως καλύτερα από τον καθένα. Έπαιξε πολύ έξυπνα με τους κανόνες του συστήματος κι έγινε σταρ κυρίως για την εικόνα της και το περιτύλιγμα, χωρίς να σημαίνει πως δεν έκανε σημαντικές μουσικές δουλειές, για τα δεδομένα της ποπ σκηνής πάντα.

Κατάφερε έτσι να γίνει ένα αστέρι στην εποχή του Μάρκετινγκ (και του καπιταλισμού), το πιο αντιπροσωπευτικό αυτής της εποχής, και να πουλάει έξυπνα τον εαυτό της μέχρι και σήμερα που γίνεται εξήντα χρονών, χωρίς να της φαίνεται ιδιαίτερα πως μεγάλωσε ή… “ωρίμασε”.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: