Κι αν πήρα καναδυό γαλόνια, ποτέ δεν ήμουν φαβορί…

Στην Απανεμιά σμίγουν αυτό τον καιρό, κάθε Κυριακή, τέσσερις ξεχωριστοί καλλιτέχνες. Ο Γιώργος Μεράντζας συνεργάζεται για μια ακόμα χρονιά με τον Ντάσο Κούρτι (ακορντεόν), τον Μανώλη Πάππο (μπουζούκι) και τον Δημήτρη Σίντο (πιάνο, λαούτο), όλοι τους σπουδαίοι δεξιοτέχνες και συνθέτες – δημιουργοί όμορφων τραγουδιών. Εκεί πήγα να τους συναντήσω…

Δρασκέλισα το κατώφλι της Απανεμιάς λίγο πριν ολοκληρωθεί η πρόβα. Ο Ντάσο Κούρτι, καθιστός στο σκαλοπάτι της σκηνής, έπαιζε με το ακορντεόν ένα δικό του ζεϊμπέκικο και ο Γιώργος Μεράντζας τραγουδούσε. Όσο πιο διακριτικά και αθόρυβα μπορούσα κάθισα σε μια άκρη και ρούφαγα λαίμαργα τις στιγμές… Μόλις τέλειωσε το τραγούδι, ο Γιώργος, σαν ένα παιδί που του κάνεις το χατίρι, άφησε ένα επιφώνημα επιδοκιμασίας κι έσκυψε και φίλησε τον Ντάσο…

Ήταν τέτοιες μέρες, κρύο Σαββατόβραδο, κι ήμουν σχεδόν παιδί, όταν τα στενά σοκάκια μ’ έβγαλαν με την παρέα μου στην Απανεμιά, τη θρυλική μπουάτ της Πλάκας. Ο Γιώργος Ζωγράφος μας είχε χαρίσει τότε μια μαγική βραδιά, που δεν πρόκειται να ξεχάσω.

Κι αν πήρα καναδυό γαλόνια, ποτέ δεν ήμουν φαβορί…

«Τίποτα, τίποτα δε χάθηκε στ’ αλήθεια, όλα είναι εδώ…»

Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά, στην Απανεμιά τίποτα δεν έχει αλλάξει και τίποτα δεν είναι όπως παλιά… Η ίδια μικροσκοπική σκηνή στο κέντρο της μακρόστενης αίθουσας, το πιάνο στην ίδια θέση, τα ίδια κάδρα με τις προσωπογραφίες μεγάλων συγγραφέων, συνθετών και ποιητών μας, ανέγγιχτα σαν εικονίσματα, η ίδια διάταξη των καθισμάτων. Με τον χρόνο να έχει αφήσει την πατίνα του μ’ έναν τρόπο γενναιόδωρα γλυκό, όπως σ’ ένα πρόσωπο που γερνά όμορφα, χωρίς οι ρυτίδες να το βαραίνουν.

Ήμουν μαθητής όταν τον πρωτάκουσα: «Να πάψουν πια οι κιθάρες/ έχει η πατρίδα πένθος./ Σκοτάδι πέφτει στη γη μας, / μάς σκότωσαν τον αντάρτη Μανουέλ Ροδρίγες…» και «Σύντροφοι, στης Μαδρίτης την κόκκινη αυγή/ ο Χουλιάν Γκριμάου μαζί μας ζει/ Ζει κι ωστόσο είναι νεκρός…». Η υποβλητική μουσική του Χρήστου Λεοντή, στο πρώτο, και του Θάνου Μικρούτσικου, έστηνε το σκηνικό απ’ όπου ξεπηδούσε, δίπλα στους νεκρούς ήρωες, σαν οργισμένος θρήνος η φωνή του Γιώργου Μεράντζα.

Μετρημένοι στα δάχτυλα ηχογραφημένοι δίσκοι, πολλές συναυλίες (οι θρυλικές του 1981 κυκλοφορούν σε δίσκο), μετά σταμάτησε ξαφνικά κι εξαφανίστηκε για δεκαεφτά (αν δεν κάνω λάθος) χρόνια, για να επανακάμψει την τελευταία δεκαετία με νέα όμορφα τραγούδια και συνεργασίες… και με την υπέροχη φωνή του, εκείνη που με σημάδεψε από την εφηβική ηλικία, στο απόγειο της ωριμότητάς της.

Στην Απανεμιά σμίγουν αυτό τον καιρό, κάθε Κυριακή, τέσσερις ξεχωριστοί καλλιτέχνες. Ο Γιώργος Μεράντζας συνεργάζεται για μια ακόμα χρονιά με τον Ντάσο Κούρτι (ακορντεόν), τον Μανώλη Πάππο (μπουζούκι) και τον Δημήτρη Σίντο (πιάνο, λαούτο), όλοι τους σπουδαίοι δεξιοτέχνες και συνθέτες – δημιουργοί όμορφων τραγουδιών. Εκεί πήγα να τους συναντήσω…

Κι αν πήρα καναδυό γαλόνια, ποτέ δεν ήμουν φαβορί…

Ντάσο Κούρτι, Δημήτρης Σίντος, Γιώργος Μεράντζας , Μανώλης Πάππος στην Απανεμιά

«Είναι ένας χώρος όπου κάθε Κυριακή εμείς κάνουμε ψυχοθεραπεία, λέμε ό,τι μάς πονάει… τα άλλα μπορείτε να τα ακούσετε αλλού και να διασκεδάσετε…Όποιος ήρθε εδώ απόψε για να διασκεδάσει πρέπει από τώρα να το πει… για να του επιστραφούν τα χρήματα!…Μπαίνουμε στα Χριστούγεννα…για άλλους είναι πολύ ωραίες μέρες για άλλους είναι στενάχωρες…Θα προσπαθήσουμε και αυτό το βράδυ με τη δικιά μας διάθεση και απολογία μήπως και βρεθούμε στο δρόμο», ήταν το καλωσόρισμα  του Μεράντζα λίγο πριν οι νότες του «Φαβορί» («αυτό το τραγούδι θα μπορούσε να είναι η αυτοβιογραφία μου…») φορτίσουν την ατμόσφαιρα και ανοίξουν το δρόμο σ’ ένα ποτάμι από διαλεγμένα ένα κι ένα τραγούδια των Μ. Θεοδωράκη, Β. Τσιτσάνη, Στ. Ξαρχάκου, Χρ. Λεοντή, Θ. Μικρούτσικου, Μ. Πλέσσα, Μ. Λοΐζου, Ορ. Περίδη, Σ. Μάλαμα, Ζ. Λιβανελί, Β. Αλαγιάννη, Ντ. Κούρτι, Δ. Σίντου, Τ. Μπουρμά, Χ. και Π. Κατσιμίχα («Τίποτα, τίποτα δε χάθηκε στ’ αλήθεια, όλα είναι εδώ…») με «ένθετα» ένα μικρό αφιέρωμα στον Μάνο Ελευθερίου, και κάποια παραδοσιακά (αξεπέραστη η ερμηνεία του Γιώργου στα συγκλονιστικά «Ξεχωρίσματα»…).

Κι αν πήρα καναδυό γαλόνια, ποτέ δεν ήμουν φαβορί…

Σαν αστείρευτη τζουμερκιώτικη πηγή η φωνή του Γιώργου Μεράντζα κι από μέσα της αναβλύζουν μαζί το φυσικό χάρισμα, η παιδεία και η καλλιέργεια του καλλιτέχνη, η αγάπη του για την ποίηση, που είναι αγάπη για την ίδια τη ζωή και τον άνθρωπο, ο σεβασμός στην τέχνη και στους αποδέκτες της. Στο ηχόχρωμα της φωνής του συναντιούνται το βουητό του έλατου με τα κουδουνίσματα απ’ τα κυπριά των κοπαδιών στις Αθαμανικές βουνοκορφές, οι βυζαντινές ψαλμωδίες με το αχ του Καζαντζίδη, ο θρήνος της Ηπειρώτισσας μάνας με την κλαγγή των αντάρτικων τουφεκιών. Ίσως ο ίδιος, περισσότερο λόγω σεμνότητας και του τρόπου που προσεγγίζει την τέχνη του (δεν βιοπορίζεται από το τραγούδι), και όχι λόγω έλλειψης αυτογνωσίας, να μη συνειδητοποιεί το μεγαλείο της φωνής του.

Δεν χρειάζεται να είσαι ειδικός για να πεις ότι ο Μεράντζας συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους ερμηνευτές του ελληνικού τραγουδιού. Μεγάλο δεν σε κάνει ντε και καλά η αψεγάδιαστη φωνή και τα επιδέξια βήματά της πάνω στους τόνους, ο όγκος της παραγόμενης δισκογραφίας, οι πωλήσεις δίσκων και η κατάταξη σε λίστες που αφορούν στο μάρκετινγκ της μουσικής βιομηχανίας και της κατευθυνόμενης διασκέδασης. Μεγάλο στη συνείδηση και στις καρδιές του κόσμου σε ορθώνουν οι επιλογές και τα όχι σου, η διάρκεια, και η σχέση που χτίζεις με αυτούς που σε ακούν, που δεν στηρίζεται απλά στην αποδοχή, αλλά βασίζεται στην εκτίμηση, τον αλληλοσεβασμό και την αγάπη. Μια τέτοια σχέση, χτισμένη με τέτοια άφθαρτα υλικά, δεν ξεθωριάζει ανάλογα με το πόσο συχνά εμφανίζεσαι, ή απασχολείς τη δημοσιότητα. Αυτό επιβεβαιώνεται και στην Απανεμιά κάθε Κυριακή…

Κι αν πήρα καναδυό γαλόνια, ποτέ δεν ήμουν φαβορί…

Δημήτρης Σίντος

Γέφυρες ανάμεσα στα τραγούδια του προγράμματος η επικοινωνία του Μεράντζα με το κοινό, με την αμεσότητα που δίνει η γνωριμία χρόνων, αλλά και η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη. Η  ατμόσφαιρα πότε ελάφρυνε από τα πειράγματα μεταξύ του Γιώργου και του Ντάσο (απολαυστικός στο ανέκδοτο με το… ντίο – μηδέν στην Τούμπα) και πότε φορτιζόταν: «Όλη μας η διαδρομή κι οι μνήμες μας κι η ιστορία μας πατάνε πάνω σε νεκρούς… Σας στεναχωρώ, αλλά μόνο με τους νεκρούς μας προχωράμε». Με τα λόγια αυτά ο Μεράντζας μνημόνευσε τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, πριν τραγουδήσει το «Γελαστό παιδί», «ένα τραγούδι σημαδιακό, που μαζί του έχουμε πορευτεί μ’ όλους τους χαμούς» …και που ο νεαρός εγγονός του Μίκη που βρισκόταν στην Απανεμιά αγνοούσε ότι το έγραψε ο παππούς του…

Κι αν πήρα καναδυό γαλόνια, ποτέ δεν ήμουν φαβορί…

Μανώλης Πάππος

Τα αποσπάσματα από ποιήματα του αγαπημένου Τάσου Λειβαδίτη, που διάβασε ο Γιώργος Μεράντζας ανάμεσα στα τραγούδια, γέμιζαν τις ψυχές συγκίνηση. Όχι ντυμένη με τα ρούχα της αναπόλησης και της θλίψης, μα μια συγκίνηση ρωμαλέα και σπινθηροβόλα, που οι σπίθες της συντηρούν «τη χόβολη της ελπίδας» μας αναμμένη…

«Εξάλλου είμαστε πολύ περήφανοι για να ακουγόμαστε πιο δυνατά./ Οι άνθρωποι μας σπίλωσαν, μα θα μας διατηρήσει ωραίους η ανωνυμία της ιστορίας…»

Όμορφες στιγμές της βραδιάς η εμφάνιση της Χαρούλας Πάπαρη (ερμήνευσε αισθαντικά το «Αυτή η νύχτα μένει του Στ. Κραουνάκη) και του Βασίλη Προδρόμου («υπενθύμισε» το υπέροχο, πάντα επίκαιρο και διαχρονικό «Γουόκμαν» του Δήμου Μούτση), που βρίσκονταν ανάμεσα στο κοινό και κλήθηκαν από τον Μεράντζα να τραγουδήσουν, ενώ το δικό του «Μήλο» τραγούδησε ο Ντάσο Κούρτι, ο εξ Αλβανίας  – βαλκάνιος όπως νιώθει ο ίδιος – εκπληκτικός ακορντεονίστας και εξαιρετικός τραγουδοποιός που εδώ και χρόνια γράφει το δικό του κεφάλαιο στην ελληνική μουσική.

Κι αν πήρα καναδυό γαλόνια, ποτέ δεν ήμουν φαβορί…

Ντάσο Κούρτι

Πόσες φορές δεν πιάνουμε τους εαυτούς μας να γκρινιάζουμε, συγκρίνοντας το σήμερα με τις «παλιές εποχές», τότε που γράφονταν μεγάλα τραγούδια… Εύκολο να πέσεις στην παγίδα, αλλά φτάνει να έχεις τα μάτια και τα αυτιά σου ανοιχτά, να μπορείς να βλέπεις και να ακούς πίσω από τις οθόνες και τα ηχεία της άχρηστης πληροφορίας και της προπαγάνδας, για να δεις ότι δίπλα σου γίνονται σπουδαία πράγματα, από δημιουργούς που παλεύουν κόντρα στις αντιξοότητες και τα εμπόδια που τους ορθώνει η εποχή, και αφήνουν το στίγμα τους.

Κι αν πήρα καναδυό γαλόνια, ποτέ δεν ήμουν φαβορί…

Χαρούλα Πάπαρη – Βασίλης Προδρόμου

Κάτι ακόμα για την Απανεμιά. Δεν χρειάζεται χοντρό πορτοφόλι για να την επισκεφτείς. Το εισιτήριο είναι προσιτό στον καθένα, και περιλαμβάνει ένα ποτό. Κανείς δεν σε υποχρεώνει να πιείς δεύτερο, δεν υπάρχει ελάχιστη κατανάλωση, και δεν είναι υποχρεωτικό να ανοίξεις «φιάλη»… Ο χώρος είναι μικρός, όλοι σχεδόν γίνονται μια παρέα, καλλιτέχνες και κοινό. Όπως πρόλαβε να μας πει ο Γιώργος Μεράντζας λίγο πριν αρχίσει το πρόγραμμα, ο ίδιος χαίρεται να εμφανίζεται σε τέτοιους χώρους, που σέβονται και δεν βλέπουν τους ανθρώπους σαν πορτοφόλια. Τις επόμενες Κυριακές (άγνωστο για πόσες, πάντως όχι πολλές) Γιώργος Μεράντζας, Ντάσο Κούρτι, Μανώλης Πάππος και Δημήτρης Σίντος θα βρίσκονται στην Απανεμιά. Σπεύστε, λοιπόν, να κλείσετε εγκαίρως θέσεις. Από αυτή τη συνάντηση δεν πρέπει να λείπετε…

Κι αν πήρα καναδυό γαλόνια, ποτέ δεν ήμουν φαβορί…

Ο Γιώργος Μεράντζας στην Απανεμιά

«Λοιπόν τι κάνουμε εδώ;/ Και πότε θα αλλάξει ο κόσμος;/ Όμως απόψε βιάζομαι να παραμερίσω όλη τη λησμονιά/ και στη θέση της να ακουμπήσω μια μικρή ανεμώνη/ Α, ωραίο να ’σαι μοναχός/ να ’μαστε δυο, να ’μαστε όλοι…»

Πώς να χωρέσουν, Γιώργο, σε τρεισήμισι ώρες όλα όσα μας πονάνε… Είναι πολλά αυτά που μας πονάνε και θα πονάμε μέχρι να πάρουν οι πόνοι μας εκδίκηση…

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: