Άκης Πάνου, ένας αναρχικός «τρελός»

Ονειροπόλος και βαθιά συναισθηματικός, κάθετος στην κρίση του και αστρογγύλευτος στις απόψεις του, μονίμως διαμαρτυρόμενος, με το παράπονο και την πίκρα να τον συνοδεύουν μέχρι το τέλος της ζωής του. Ένας ρομαντικός με αρχές, παλιάς κοπής, που ασφυκτιούσε τη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία στη λάθος εποχή, ένας τρελός, όπως θα βόλευε κάποιους, που όμως τα είχε τετρακόσια.

Ο Άκης Πάνου σημάδεψε το λαϊκό τραγούδι και το λαϊκό μας πολιτισμό δωρίζοντας  απλόχερα τραγούδια απαράμιλλης ομορφιάς, που τραγουδήθηκαν και θα τραγουδιούνται από πολλές γενιές. Η ποιότητα των τραγουδιών του αντιστρόφως ανάλογη προς τον αριθμό τους, είναι χαρακτηριστική του τραγουδοποιού που δημιουργεί «χειροποίητα», μακριά από έτοιμα καλούπια και επαναλήψεις, τραγούδια προικισμένα με μεράκι και κομμάτια ψυχής.

Άκης Πάνου, ένας αναρχικός «τρελός»

Άκης Πάνου, ένας αναρχικός «τρελός»

Δήλωνε αναρχικός «με την πραγματική έννοια του όρου και όχι του βιτρινοθραύστη». Ήταν ο ιδρυτής, ο αρχηγός και ο μόνος οπαδός, του δικού του κόμματος. «Αυτή είναι η ξεκάθαρη πολιτική μου θέση» είπε κάποτε σε μια συνέντευξή του στον αξέχαστο Πάνο Γεραμάνη.

Με τα τραγούδια του φώτισε τα σκοτάδια της βαρβαρότητας που προκαλούν οι κοινωνικές ανισότητες, ανέδειξε την ψευτιά των δήθεν, τη διαφθορά και τη σαπίλα των «καθωσπρέπει». Ο Άκης Πάνου ήταν ένας μεγάλος δημιουργός, που δεν κατατάσσεται σε κατηγορίες, παρά μόνο στη δική του. Εμπνευσμένος συνθέτης, εξαιρετικός μουσικός και ένας αυθεντικός λαϊκός ποιητής που τραγούδησε τους πόνους και τις αγωνίες των λαϊκών ανθρώπων και ύμνησε με αξιοπρέπεια και σεβασμό τον έρωτα.

Οι ανεπανάληπτες φωνές των Στέλιου Καζαντζίδη, Μαρινέλλας, Πάνου Γαβαλά, Γρηγόρη Μπιθικώτση, Πόλυς Πάνου, Κάιτης Γκρέυ, Πρόδρομου Τσαουσάκη, Γιώτας Λύδια, Βίκυς Μοσχολιού, Στράτου Διονυσίου, Μιχάλη Μενιδιάτη, Βούλας Γκίκα, Γιώργου Χατζηαντωνίου, Γιώργου Νταλάρα, Μανώλη Μητσιά, Χαρούλας Λαμπράκη και Λίτσας Διαμάντη, ήταν οι «γέφυρες» απ’ τις οποίες έφτασε σε μας η δική του φωνή.

Άκης Πάνου, ένας αναρχικός «τρελός»

Ο Άκης Πάνου με τον Στέλιο Καζαντζίδη

«Η ζωή μου όλη»…

Μάρτης 1990. Στο στούντιο του 2ου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, ο Στέλιος Καζαντζίδης φιλοξενούμενος του αξέχαστου Πάνου Γεραμάνη σε μια συνέντευξη που μεταδόθηκε σε 10 εκπομπές, εγκαινιάζοντας τη θρυλική εκπομπή του Πάνου «Λαϊκοί Βάρδοι». Η συνέντευξη φτάνει στο τέλος, και ο Πάνος ρωτά τον Στέλιο:

«ΠΑΝΟΣ ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ: (…) θα θέλαμε να σε ρωτήσουμε ποιο είναι το πιο αγαπημένο σου τραγούδι και ποιο αφιερώνεις αυτή τη στιγμή, στο κλείσιμο της σειράς αυτών των εκπομπών (…) Και να αφιερώσεις δυο απ’ τα τραγούδια σου στα εκατομμύρια των θαυμαστών σου και των ακροατών μας.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ: Ε, αυτό, Παναγιώτη, είναι γνωστό, το ’χω πει εκατοντάδες φορές και θα το ξαναπώ. «Η ζωή μου όλη» είναι το τραγούδι που αγάπησα περισσότερο. Του Άκη Πάνου. Αυτού του μεγάλου συνθέτη. Στον οποίο εύχομαι να μην παραδώσει και αυτός τα όπλα όπως εγώ, κι αν μπορεί να συνεχίσει.

Π.Γ.: Κι ένα άλλο τραγούδι σου;

Σ.Κ.: Όλα τ’ άλλα μαζί κάνουν το τραγούδι αυτό…»

Ονειροπόλος και βαθιά συναισθηματικός, κάθετος στην κρίση του και αστρογγύλευτος στις απόψεις του, μονίμως διαμαρτυρόμενος, με το παράπονο και την πίκρα να τον συνοδεύουν μέχρι το τέλος της ζωής του. Ένας ρομαντικός με αρχές, παλιάς κοπής, που ασφυκτιούσε τη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία στη λάθος εποχή, ένας τρελός, όπως θα βόλευε κάποιους, που όμως τα είχε τετρακόσια.

«Όταν κάποιος λέει αλήθειες και δεν θέλουν να τον καταλάβουν, τον λένε τρελό. Αυτός έχει τις δικές του ιδέες και οι άλλοι βομβαρδίζουν το μυαλό του για να τις μεταβάλουν» έλεγε αναφερόμενος στο κλασικό ομώνυμο  τραγούδι του που ο καθένας λίγο πολύ έχει σιγοτραγουδήσει. Αυτός ήταν ο τρελός του Άκη Πάνου, που προσέδιδε στον όρο κοινωνική  σημασία. Κι αυτό, εκτός από εμβληματικό, ήταν ίσως κι ένα από τα πιο βιωματικά του δημιουργήματα.

Ο Άκης Πάνου γεννήθηκε στις 15 του Δεκέμβρη 1933 σε μια γειτονιά της Καλλιθέας, όπου οι κάτοικοι στην πλειοψηφία τους ήταν πρόσφυγες. Πάλεψε από μικρή ηλικία με τη φτώχεια αλλάζοντας πολλά επαγγέλματα: έκανε θελήματα, πούλαγε τσιγάρα, κουλούρια, υπήρξε τσιλιαδόρος δίπλα στους σαλταδόρους στην Κατοχή, δούλεψε σε εργοστάσιο, εργάτης. Στο σχολείο έμεινε ώσπου να μάθει να διαβάζει και να γράφει, μετά το εγκατέλειψε.

Με το μπουζούκι δέθηκε από παιδί. Αιτία στάθηκε ο αδελφός του Βαγγέλης, σπουδαίος δεξιοτέχνης της εποχής, που χάθηκε πρόωρα. Στου Χαροκόπου γνωρίστηκε με τον Γιάννη Σταματίου, τον θρυλικό «Σπόρο», τεράστιο δεξιοτέχνη του μπουζουκιού. Με τον Σπόρο και μ’ έναν ακόμα φτιάξανε τρίο και παίζανε στις ταβέρνες τα σαββατοκύριακα για να βγαίνει το χαρτζιλίκι.

Με τον Σπόρο θα πρωτοβγεί στο λαϊκό πάλκο. Με τον Χρήστο Κολοκοτρώνη θα βγει στη δισκογραφία το 1957, με το τραγούδι «Το παιδί μου απόψε πίνει» που ερμηνεύει η Καίτη Γκρέυ. Ακολουθούν: «Ένα δάκρυ έσταξα» με την Πίτσα Νέγκρη και «Μια βραδιά καταραμένη» με τη Δούκισσα. Μεταξύ 1960-1970 ο Άκης Πάνου δημιουργεί και κυκλοφορεί τις πολύ μεγάλες επιτυχίες «Ρολόι κομπολόι», «Θα κλείσω τα μάτια», με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, «Η πιο μεγάλη ώρα» – Γιώτα Λύδια, «Δεν θέλω τη συμπόνια κανενός» – Γιώργος Χατζηαντωνίου, «Στον σταθμό του Μονάχου», «Του κόσμου το περίγελο» – Στράτος Διονυσίου και στη συνέχεια, μετά το 1970: «Κοίτα με στα μάτια», «Πυρετός» με τη Μαρινέλλα, «Η ζωή μου όλη», «Οι μισοί καλοί», «Τα όνειρα», «Άντε να περάσει η μέρα» με τον Στέλιο Καζαντζίδη, «Θέλω να τα πω» με τον Γιώργο Νταλάρα και δεκάδες ακόμα μεγάλα τραγούδια – επιτυχίες.

Άκης Πάνου, ένας αναρχικός «τρελός»

Άκης Πάνου (1933-2000)

Ο Άκης Πάνου ήταν άνθρωπος ιδιόρρυθμος, με τους δικούς του απροσπέλαστους κώδικες, απροσπέλαστος κι ο ίδιος από τους πολλούς.  Ένας μοναχικός λύκος που πάλευε με το σύστημα καταφέρνοντάς του δαγκωματιές, για την αποτελεσματικότητα των οποίων ούτε ο ίδιος έτρεφε αυταπάτες. Ήταν γι’ αυτόν ζήτημα αρχής και τιμής.

Έφυγε από τη ζωή στις 7 του Απρίλη 2000, μέσα στη φυλακή. Έζησε, ταξίδεψε με – και μας ταξίδεψε – στα πάθη του, ανάμεσα σε δυο κόσμους. Στο δικό του, που έχτισε με τους δικούς του αξιακούς κανόνες και οριζόταν απ’ τους δικούς του νόμους, που αντανακλάται στα τραγούδια του και, κατ’ ανάγκη, στους σκοτεινούς δρόμους του κόσμου «των πολλών», πάντα εχθρικά διακείμενος, πότε στην επίθεση και πότε στην άμυνα. Ενός κόσμου που αφαιρεί χώρο από τους διαφορετικούς και τους σπρώχνει, συχνά χωρίς να το καταλάβουν, στο περιθώριο, με τον οποίο ποτέ δε συμβιβάστηκε, χωρίς όμως να πάψει να ονειρεύεται…

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: