Τσακ Νόρις εναντίον κομμουνισμού – Σοσιαλισμός, ψέματα και βιντεοκασέτες

Ένα ντοκιμαντέρ που υπόσχεται να μας δείξει πώς οι λαθραίες βιντεοκασέτες αμερικανικών έργων έριξαν τον Τσαουσέσκου, ρίχνοντας παράλληλα και το IQ μας μερικές μονάδες πιο κάτω.

Το πρώτο σκέλος του τίτλου δεν προέρχεται από κάποιοι από τα εκατοντάδες ανέκδοτα για το γνωστό ήρωα δράσης, αλλά είναι τίτλος ταινίας. Πιο συγκεκριμένα, ενός ντοκιμαντέρ με στοιχεία δραματοποίησης. Γυρίστηκε το 2015 ως ρουμανοβρετανική συμπαραγωγή, σε σκηνοθεσία της Ιλίνκα Καλουγκαρεάνου και απέσπασε μια σειρά βραβείων σε φεστιβάλ εκείνη τη χρονιά. Προσωπικά αγνοούσα την ύπαρξή του, μέχρι που έλαβα φωτογραφία της αφίσας από συνεργάτη σε πρόσφατο ταξίδι του στην Ιταλία. Η αφίσα για κάποιο λόγο είναι στα γερμανικά, συνοδευόμενη από ιταλικό κείμενο με την πλοκή. Εκτός από τον πολλά υποσχόμενο τίτλο, ο υπότιτλος μας ιντριγκάρει ακόμα περισσότερα, καθώς υπόσχεται πως η ταινία θα μας μάθει “πώς το Χόλιγουντ έσκισε το σιδηρούν παραπέτασμα”.

 

 

Μια ματιά στην υπόθεση και πείθομαι πως το διαμάντι αυτό δεν πρέπει να μου ξεφύγει. Με μια γρήγορη αναζήτηση ανακαλύπτω πως η ταινία προβάλλεται στη γνωστή συνδρομητική πλατφόρμα κι η χαρά  για το αντικομμουνιστικό καλτ που με περιμένει χτυπάει κόκκινο.

Ας το πάρουμε όμως από την αρχή. Βρισκόμαστε στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’80, στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου, ασπρόμαυρα πλάνα του οποίου προβάλλονται καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας αντιστικτικά προς τις πολύχρωμες σκηνές χολιγουντιανών επιτυχιών της εποχής, για όσους δεν πιάσατε την αντίθεση του γκρίζου σοσιαλισμού προς την πανδαισία του ελεύθερου κόσμου με την πρώτη. Είμαστε στην εποχή της μεγάλης λιτότητας, όταν η Ρουμανία ξεχρέωνε (με επιτυχία εν τέλει) τα χρέη της από το ΔΝΤ, που παρείχε νωρίτερα αφειδώς δάνεια στο “άτακτο παιδί” του Συμφώνου της Βαρσοβίας, αλλά σιγά μην περιμένατε να το ακούσετε αυτό στην ταινία. Οι Ρουμάνοι υποφέρουν επειδή κακοί κομμουνιστές αργκκκ…

Η σύνοψη της ταινίας στα ιταλικά

Όπως πληροφορούμαστε, εκείνη την περίοδο η κρατική τηλεόραση έφτασε να έχει μόλις δυο ώρες πρόγραμμα ημερησίως, όπως αφήνεται να εννοηθεί κυρίως προπαγανδιστικά δελτία και ομιλίες του “conducator” (ηγέτη). Οι δυτικές ταινίες απαγορεύονται, ή τέλος πάντων δεν εισάγονται, ποτέ δε μαθαίνουμε από πότε, ποιες και με ποια κριτήρια. Αυτό που βλέπουμε στην ταινία είναι πάντως πως υπήρχε μεταφράστρια της κρατικής τηλεόρασης, που είναι και η πρωταγωνίστριά μας, ονόματι Ιρίνα Μαργκαρέτε Νίστορ. Εκείνη λοιπόν συμμετέχει στις συνεδριάσεις της “Ιδεολογικής Επιτροπής” που εγκρίνει τα προγράμματα κι εκεί τη βλέπουμε να υπομένει αγόγγυστα βλοσυρούς ινστρούχτορες που κόβουν σκηνές με πολλά φαγητά από αμερικανικά έργα (α οκ, δεν απαγορεύονταν τελείως δηλαδή), αλλά και μια σκηνή από σοβιετικό καρτούν όπου ένας ήρωας είχε την ατυχή έμπνευση να κουβαλάει τρία μπαλόνια στα χρώματα της ρουμανικής σημαίας (μπλε, κίτρινο, κόκκινο). Κατά το βλοσυρό ινστρούχτορα, αυτό δείχνει πως οι Σοβιετικοί ελέγχουν τη Ρουμανία, άρα κόβεται γιατί “τι παράδειγμα θα πάρουν τα παιδιά μας;”. Μεταξύ μας, έναν εθνικισμούλη τον είχε ο Νικόλας, οπότε απίθανο δεν το βρίσκω το περιστατικό.

H Ιρίνα Νίστορ επί το έργον

Μια ωραία πρωία λοιπόν, κάποιος πλησιάζει την Ιρίνα και της προτείνει μια δουλίτσα. Η Ιρίνα αμέριμνη τον ακολουθεί και βρίσκεται σε ένα μεγάλο σπίτι, στο υπόγειο (;) του οποίου βρίσκεται ένα γραφείο γεμάτο αφίσες δυτικών ταινιών και σύγχρονο εξοπλισμό. Εκεί της συστήνεται κάποιος κύριος Ζαμφίρ, που είναι και το δεύτερο βασικό πρόσωπο της ταινίας. Για το δικό του μπακγκράουντ δε θα μάθουμε ποτέ λεπτομέρειες, ξέρουμε απλά ότι εισάγει δωροδοκώντας τελωνειακούς υπαλλήλους βιντεοκασέτες ξένων ταινιών, που στη συνέχεια αντιγράφει μέχρι να τις λιώσει και τις μοσχοπουλάει στο διψασμένο κοινό. Για την ακρίβεια σε όσους μπορούσαν να αγοράσουν video player, καλώντας μετά τους γειτόνους τους έναντι αντιτίμου για θεάσεις που μπορούσαν να ξεκινήσουν από τις 8 το βράδυ και να τελειώσουν ξημερώματα (πάλι μας μπερδέψατε, δεν είπαμε ότι ο Τσαουσέσκου έδινε ρεύμα με το δελτίο;).  Υπάρχει όμως ένα μικρό προβληματάκι, που είναι η μεταγλώττιση. Το προβληματάκι καλείται να λύσει η Ιρίνα, που έναντι 200 λέι (το κόστος μιας αυστριακής σοκολάτας στη μαύρη αγορά, όπως μας πληροφορεί η ίδια) ερμηνεύει όλους τους ρόλους από την αρχή, με την τσιριχτή φωνούλα της, που σύντομα γίνεται η πιο αναγνωρίσιμη σε όλη τη Ρουμανία. Η Ιρίνα αναδεικνύεται σε αντιστασιακή μαχήτρια, βροντοφωνάζοντας “βρωμεροί κομμουνιστές”σε έργα ανάλογης θεματολογίας, επειδή όμως οι κακές σταλινικές συνήθειες δεν κόβονται έτσι εύκολα, λογοκρίνει μόνη της όλες τις παλιοκουβέντες, που μετατρέπονται ανεξαρτήτως συμφραζομένων και σημασίας σε “άει χάσου” ή το πολύ σε “άει στο διάολο”. Στη συνέχεια στην ομάδα προστίθεται κι ένας γιωτάς – σύμφωνα με τις μαρτυρίες θεατών, οι οποίοι κατά τους υπολογισμούς μου στην πλειονότητά τους ήταν παιδιά τα χρόνια εκείνα – άντρας διερμηνέας, που στη συνέχεια αποδεικνύεται πράκτορας της Σεκουριτάτε (μην τρομάζετε, οι καλοί νικάνε στο τέλος).

Ρουμανόπουλα σε στιγμές αντίστασης κατά του κόκκινου ζυγού

Στην πραγματικότητα, η Ιρίνα υποψιαζόταν και το Ζαμφίρ για τέτοιον και εκείνος το ίδιο για εκείνη (όπως και αρκετοί θεατές, παρεμπιπτόντως). Υπάρχει επίσης άλλος ένας πιστοποιημένος πράκτορας στην υπόθεση, ένας συνάδελφος της Ιρίνα στην κρατική τηλεόραση, η οποία ζούσε με τη διαρκή αγωνία αν θα την καταδώσει ή όχι, προφανώς γιατί ήταν ο μόνος γνωστός της που αναγνώρισε τη φωνή της. Κι εκεί που ετοιμάζεσαι για ανακρίσεις κάτω από μια λάμπα, άγρια βασανιστήρια σε σκοτεινά κελιά, τελικά μας αφήνει με 1 – 2 σκηνές λεκτικού μπούλινγκ στην Ιρίνα, με αποκορύφωμα όταν εκείνη τολμά να μεταγλωττίσει τον “Ιησού από τη Ναζαρέτ” του Τζεφιρέλι και δεν προσέχει καν να μη λέει τη λέξη “θεός”, αλλά “ανώτερο ον”. Εκείνη του λέει πως “έχουμε ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης”, της απαντά να μαζέψει τη γλώσσα της ή κάτι τέτοιο φριχτό και η καρδιά μας πηγαίνει στη θέση της. Το στυγνότερο πρόσωπό του δείχνει ο κρατικός μηχανισμός όμως σε όσους έχουν μετατρέψει τα σαλόνια τους σε σινεμά, καθώς σε δυο περιπτώσεις μπουκάρουν στα σπίτια και κατάσχουν τις κασέτες και τα μηχανήματα, ενώ σε μία από αυτές, η κόρη της ιδιοκτήτριας έμεινε κλειδωμένη για δύο ώρες στο δωμάτιό της, όσο διαρκούσε η έφοδος των οργάνων ασφαλείας. Απορεί κανείς πώς γλίτωσε τα γκούλαγκ, τι πάει να πει δεν ήταν στη Ρουμανία κι είχαν κλείσει 30 χρόνια πριν. Τα “ντου” αυτά έρχονταν από καρφωτές, όπως ενός ζευγαριού κομματικών γειτόνων πανεπιστημίου. Αλλά τι περιμένει κανείς από θολοκουλτουριάρηδες, να εκτιμήσουν την αξία του Τσακ Νόρις να τα βάζει με τους Βιετκόνγκ;

Τελικά μαθαίνουμε ότι μέχρι κι ο γιος του Τσαουσέσκου προμηθευόταν βιντεοκασέτες από το κύκλωμα του Ζαμφίρ, οπότε η απάντηση στο “αθώο” ερώτημα της Νίστορ “δεν ξέρω γιατί δε μας πιάσανε” είναι προφανώς “γιατί κανείς δε σας θεωρούσε πραγματικά επικίνδυνους”. Κάτι που ένας εκ των ομιλητών παραδέχεται στο τέλος, λέγοντας μάλιστα πως αυτή η υποτίμηση της “απειλής” που συνιστούσαν οι ταινίες επέτρεψε τη μεγάλη τους διάδοση και υπέσκαψε τα θεμέλια του κομμουνισμού. Σε αυτό το τελευταίο συμφωνούν όλοι οι ομιλητές πάντως, προσπαθώντας αμέτι μουχαμέτι να παρουσιάσουν μια δραστηριότητα παραοικονομίας τόσο τυπική στον όψιμο υπαρκτό ως φοβερή και τρομερή πράξη “αντίστασης”.

Συγκινητικές είναι οι παρεμβάσεις των θεατών, κάποιοι από τους οποίους κάνουν τον καθ’ όλα μετριοπαθή ισχυρισμό πως οι περιπέτειες του Ράμπο, του Τσακ Νόρις και του Ζαν Κλοντ βαν Νταμ τους “βοήθησαν να επιβιώσουν” τα μαύρα εκείνα χρόνια. Άλλοι επισημαίνουν τις προσπάθειές τους να μιμηθούν τις προπονητικές συνθήκες του Ρόκι Μπαλμπόα στα ξεκινήματά του, μεταξύ άλλων και την κατανάλωση ωμού αυγού. Πληροφορούμαστε ότι οι ταινίες ήταν πηγή έμπνευσης για τις γυναίκες σε θέματα μόδας, διότι τι να κάνουμε, δεν ήταν όλες οι ΛΔ στιλάτες σαν τη Γερμανία της καρδιάς μας.

Η δήλωση όμως που με συγκίνησε περισσότερο απ’ όλες, ήταν εκείνη ενός 35άρη όταν γυρίστηκε η ταινία, για τον οποίο κορυφαία στιγμή ήταν όταν είδε για πρώτη φορά στη ζωή του μια Λαμποργκίνι στην οθόνη, γιατί “δεν υπήρχαν τέτοια αυτοκίνητα στους δρόμους της Ρουμανίας”. Ενώ τώρα δεν χωράς να περάσεις ανάμεσά τους από Βουκουρέστι μέχρι Ιάσιο. Για να είμαι τελείως ειλικρινής, αν και διανύω την τέταρτη δεκαετία της ζωής μου, δεν νομίζω πως έχω δει ποτέ Λαμποργκίνι από κοντά. Αλλά αυτό ίσως να οφείλεται απλά στο γεγονός πως η Ελλάδα είναι η τελευταία σοβιετική γωνιά της Ευρώπης.

Η αλήθεια είναι πως δεν περιμέναμε να δούμε τη λατρεία στο Ράμπο για να πειστούμε πως κάτι δεν είχε πάει και τόσο καλά στη σοσιαλιστική οικοδόμηση στη Ρουμανία, άσχετο που χρόνια μετά οι δημοσκοπήσεις εμφάνιζαν αξιοσημείωτα ποσοστά νοσταλγίας για την εποχή που οι Ρουμάνοι κοιμόντουσαν με ανοιχτά τα video player. Από αυτή την άποψη το ντοκιμαντέρ μεταδίδει μάλλον αρκετά καλά το κλίμα παρακμής του σοσιαλιστικού λυκόφωτος. Ο κύριος λόγος όμως που αξίζει να το δείτε είναι για τον τρόπο με τον οποίο, όταν δεν υπάρχει επαρκώς τρομαχτικός κόκκινος μπαμπούλας για να ικανοποιήσεις το κοινό σου, πρέπει να τον εφεύρεις. Και να τον μεταγλωττίσεις.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

2 Σχόλια

  • Ο/Η vassilis λέει:

    Πριν την κρίση, ή το βάθεμα της κρίσης, στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου, αν θυμάμαι καλά 79-80, το κρατικό κανάλι, πρόβαλε τη γνωστή σαπουνόπερα “Ντάλας”. Για τους Ρουμάνους, ήταν μια ιερή στιγμή. Τα πάντα σταματούσαν και το δάκρυ έπεφτε κορόμηλο! Εμείς οι “ελληναράδες οι αναίσθητοι”, κάναμε χαβαλέ εκείνες τις στιγμές και είμασταν το κόκκινο πανί. Κάποια στιγμή που προσπαθήσαμε να κάνουμε μια κάπως σοβαρή συζήτηση για το τι βρίσκουν σ αυτή τη σαπουνόπερα και εκστασιάζονται, πήραμε την ανεπανάληπτη απάντηση, ότι δείχνει ότι τελικά και οι πλούσιοι έχουν βάσανα και δεν είναι όλα ρόδινα γι αυτούς!!! Μετά απ αυτό εγκαταλείψαμε κάθε προσπάθεια “διαφώτισης”.
    Για την ιστορία, τη σοβιετική σειρά “17 στιγμές της άνοιξης”, που έτρεχε” τότε, το ρουμάνικο κρατικό κανάλι, δεν την πρόβαλε ποτέ. Εμείς, οι ΚΝΙτες τότε, την βλέπαμε από σταθμό του Κισινάου (για να τη “σπάσουμε” τους Ρουμάνους, που παραληρούσαν κυριολεκτικά από εθνικισμό, το προφέραμε “Κισινιώφ”) στη Μολδαβία, που πιάναμε με μια τεράστια κεραία και για την οποία μας είχαν γίνει ένα σωρό παρατηρήσεις.
    Επί Τσαουσέσκου, ο φιλοαμερικανισμός και ταυτόχρονα ο αντισοβιετισμός, υποθάλπονταν κανονικά από το καθεστώς, σε απίστευτο βαθμό.

  • Ο/Η Orestis Komep λέει:

    Ήδη βάσει του τίτλου – πόσο μάλλον βάσει της περίληψης του περιεχομένου – πιστεύω, δε συντρέχει λόγος να παρακολουθήσει κάποιος το εν λόγω ”προϊόν”. Οι κομμουνιστές και, ευρύτερα, οι προοδευτικοί άνθρωποι δεν είναι δόκιμο να μετατρέπονται, κατά κάποιον τρόπο, σε ”κυνηγούς” του όποιου αντικομμουνιστικού, κατάδηλα προπαγανδιστικού βδελύγματος (στο προκείμενο υπό μορφή κιν. ταινίας), με σκοπό, πιθανόν, να αποκτήσουν όσο το δυνατόν πιο σφαιρική αντίληψη των μέσων και μεθόδων του αντιπάλου. Διαθέτουν και δικές του προτάσεις και πολύ πιο σοβαρές προτεραιότητες.
    Η εν λόγω ”μεταφορά” συνιστά εξ’ ολοκλήρου ένα εμετικό κατασκεύασμα, δίχως την ελάχιστη καλλιτεχνική αξία. Λοιπές αναλύσεις περιττεύουν, εκτιμώ.
    *
    Πολλά ”συν”, ωστόσο, στις ”Δύσκολες Νύχτες” για τον πάντα εύστοχο χιουμοριστικό τόνο παρουσίασης!

Κάντε ένα σχόλιο: