Nomadland / Ένα ταξίδι επιβίωσης, ένα ταξίδι προς την ελευθερία

Μία ταινία που φτιάχτηκε όχι απλώς για να παρουσιάσει διαδρομές, αλλά για να ανοίξει διαδρομές. Έγκειται στην οπτική του καθενός μας να τις δει!

«Είδα πολλά… Μια οικογένεια ελαφιών σε ποταμό στο Αϊντάχο, έναν αργυροπελεκάνο να πέφτει σχεδόν πάνω μου στο Κολοράντο, έναν βράχο με χιλιάδες χελιδονοφωλιές πάνω του και τα χελιδόνια να πετούν γύρω του και να καθρεφτίζονται στο νερό και εγώ να φαίνομαι σαν να πετώ μαζί τους. Ήταν εκπληκτικό! Η ζωή μου ήταν πλήρης. Αν πέθαινα εκείνη τη στιγμή δεν θα με ένοιαζε…»

Σε αυτά τα λόγια της μελλοθάνατης ηρωίδας του έργου (οι γιατροί της έχουν δώσει 7 μήνες ζωής) καλούμαστε να αναζητήσουμε τον πυρήνα της εσωτερικής διαδρομής των χαρακτήρων της ταινίας «Nomadland», πραγματοποιώντας ταυτόχρονα και τη δική μας υπαρξιακή αναζήτηση.

Ένα ταξίδι επιβίωσης, ένα ταξίδι προς την ελευθερία. Ένας δρόμος δύσβατος, ανηφορικός, γεμάτος δυσκολίες. Μοναχικός, με πολλά ρίσκα. Και με στιγμές μεγάλης αποφασιστικότητας. Στιγμές όπου πρέπει να επιλέξεις. Ή, μάλλον, να απαλλαγείς από την ψευδαίσθηση των επιλογών που σου παρέχει μια χώρα σαν την Αμερική – η κοιτίδα του καπιταλισμού και των ψευδαισθήσεων –, να αντιληφθείς τις πραγματικές σου ανάγκες και να συναισθανθείς τις υπαρξιακές σου αγωνίες.

Η απώλεια, ο αποχωρισμός, η καταφρόνηση και η εγκατάλειψη είναι τα κυρίαρχα θέματα της ταινίας. Όπως επίσης και η αναζήτηση τρόπων για να τα αντέξεις. Η Φερν, η κεντρική ηρωίδα (την υποδύεται εξαιρετικά η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ), προσπαθεί να αντιμετωπίσει την απώλεια του αγαπημένου της συζύγου, να απαλλαγεί από την επώδυνη ανάμνησή του και να απαγκιστρωθεί από οτιδήποτε την συνδέει με εκείνον. Θέλει να κρατήσει στη μνήμη της λιγοστές στιγμές, μόνο εκείνες που ξαναζεί μέσα από τις φωτογραφίες τους.

Η Φερν επιλέγει να ζήσει σαν νομάς περιφερόμενη με το παλιό βανάκι της στις δυτικές και μεσοδυτικές Πολιτείες των ΗΠΑ, κάνοντας διάφορες δουλειές για να βγάζει τα προς το ζην. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της, συναντάει κι άλλους σύγχρονους νομάδες – μεσήλικες που ζουν σε τροχόσπιτα και προσωρινές κοινότητες, αναζητώντας έναν διαφορετικό τρόπο ζωής, μακριά από την παρηκμασμένη Αμερική των πολυεθνικών και της παρακμής, της υποτιθέμενης αφθονίας και της εξαθλίωσης.

Οι νομάδες προσπαθούν να περιορίσουν τις ανάγκες τους και να στηρίξουν την ύπαρξή τους σε κάτι που στον σύγχρονο κόσμο πολλές φορές χάνεται: στην επικοινωνία, στην αλληλοβοήθεια, στο ανταλλακτικό εμπόριο, στην ουσιαστική επαφή με τον εαυτό τους και τους άλλους. Όσο πιο πολύ ελαχιστοποιούν την επαφή τους με τον έξω κόσμο, όσο πιο πολύ απομακρύνονται από αυτόν, τόσο πιο πολύ πλησιάζουν στην ουσία της ύπαρξής τους.

Η Φερν ανακαλύπτει ότι ο μόνος τρόπος για να διαφυλάξει τον χαρακτήρα και τις αξίες της είναι η εγκατάλειψη όλων εκείνων που την κρατούν εγκλωβισμένη και της στερούν ακόμα και τη δυνατότητα να βιώσει την απώλεια. Αναζητά μία στέγη για να στεγάσει τον πραγματικό της εαυτό, τους ανθρώπους που κουβαλά μέσα της και τις εμπειρίες που αποκομίζει από την περιπλάνησή της στη ζωή. Υποστηρίζει πως δεν είναι άστεγη, πως απλώς δεν έχει σπίτι… Η στέγη της είναι το ταξίδι. Ένα ταξίδι απαλλαγμένο από βάρη και «αποσκευές» που την εμποδίζουν να το απολαύσει. Ένα ταξίδι που περιλαμβάνει τον εαυτό της, τους ανθρώπους που γνωρίζει στη διαδρομή και τη φύση που απλόχερα της χαρίζει τις ομορφιές της, κινητοποιώντας εσωτερικές δυνάμεις που την βοηθούν να αντέξει τις απώλειες και την ανθρώπινη φθορά – από τη στιγμή που ο άνθρωπος γεννιέται, ο χρόνος μετράει αντίστροφα.

Η Φερν φεύγει. Όχι για να ξεχάσει, αλλά για να θυμηθεί. Όχι για να αποχωριστεί, αλλά για να ενώσει και να ενωθεί. Όχι για να τα αφήσει όλα πίσω της, αλλά για να επανέλθει σε αυτά με ακόμη πιο πλούσιες εμπειρίες και διευρυμένους ορίζοντες. Φεύγει για να ζήσει σε βάθος τις στιγμές. Φεύγει, αποχαιρετώντας τους φίλους και τους αγαπημένους της, γνωρίζοντας ωστόσο ότι στο ανθρώπινο νομοτελειακό σύμπαν οι αποχωρισμοί δεν εμπεριέχουν τίποτα το οριστικό, πως η διαδρομή προς την ελευθερία δεν είναι ευθύγραμμη αλλά βασίζεται σε ομόκεντρους κύκλους, πως απαιτείται προσπάθεια μέχρι να καταλήξεις στο κέντρο, τον πυρήνα της ύπαρξής σου. Και όταν φτάσεις εκεί, να επαναλάβεις τα λόγια της μελλοθάνατης: «Και τώρα αν πεθάνω, δεν με νοιάζει. Γιατί η ζωή μου ήταν πλήρης…»

Την Κλόε Ζάο την γνωρίσαμε στην ταινία «Καλπάζοντας με το όνειρο», στην οποία οι ήρωές της έπαιζαν δραματοποιημένες εκδοχές των εαυτών τους, σε μια ιστορία αναζήτησης ταυτότητας στη σύγχρονη Αμερική.

Η σκηνοθέτης καταφέρνει να αποσπάσει εξαιρετικές ερμηνείες από τους ηθοποιούς και στην ταινία Nomadland, καθοδηγώντας τους να αναδείξουν την απλότητα και τη φυσικότητα του ρόλου τους.

Στη χώρα των νομάδων, λοιπόν… Μία ταινία που φτιάχτηκε όχι απλώς για να παρουσιάσει διαδρομές, αλλά για να ανοίξει διαδρομές. Έγκειται στην οπτική του καθενός μας να τις δει!

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: