Ad Astra και ο κοσμικός ρεαλισμός

Υπάρχει εξωγήινη ζωή και πολιτισμός; Η ταινία απαντά στο ζήτημα από τη σκοπιά του κοσμικού ρεαλισμού και αξίζει να την δείτε στο σινεμά για τα εφέ και τον οπτικό της ρεαλισμό, παρά τα ελαττώματά της.

Στις αρχές του Οχτώβρη βγήκε στα σινεμά η ταινία επιστημονικής φαντασίας Ad Astra του Τζέιμς Γκρέι, σκηνοθέτου που γενικά οι ταινίες του ψιλοπάτωσαν στο παρελθόν, όλες μπήκαν “μέσα”, τούτη δω ίσα που βγάζει τα λεφτά της μέχρι στιγμής. 

Πρωταγωνιστούν ο πολύς Μπραντ Πιτ κι ο Τόμι Λι Τζόουνς· το στόρι είναι γενικά ενδιαφέρον, έχει και διαστημικό “πιστολίδι” πάνω στη Σελήνη, δράση που δεν το περιμένεις γενικά σε τέτοιες ταινίες “σοβαρής” σκιφί (sci-fi στα χωριάτικα). Βρίσκουμε αρκετές επιρροές από άλλες μεγάλες ανάλογες ταινίες της εποχής: Solaris του Σόντερμπεργκ, Interstellar, Gravity. Επιπλέον τα ειδικά εφέ και ο οπτικός ρεαλισμός είναι σε πολύ υψηλό επίπεδο, πράμα που την καθιστά πολύ ελκυστική. Μέχρι εδώ καλά. 

Εκεί που η ταινία βάζει σοβαρά ζητήματα στην εισήγηση προς συζήτηση, είναι το υπαρίθμ ένα ζήτημα που απασχολεί τον σκιφί ντουνιά: υπάρχει πολιτισμός με έξι – ένα πάνω απ’ τα πέντε τα δικά μας – δράμια μυαλό; εξωγήινοι που να “την παλεύουν”; Η ταινία λοιπόν αποφαίνεται, ΣΠΟΪΛΕΡ… Μάλλον όχι! 

Ναι κυρίες και κύριοι. Όλη η σκιφί κουλτούρα από απαρχής κόσμου είχε αυτό το πρερόγκατιβ, ότι η φάση με την εξερεύνηση του διαστήματος έχει απώτατο σκοπό να έλθουμε εις επικοινωνίαν με κάνα εξωγήινο, φίλο ή οχτρό, μπας και βγάλουμε καμιά άκρη για το νόημα της ζωής, πού πάμε ως ανθρωπότητα κλπ, ή ότι οι εξωγήινοι που μόνοι τους μας βρήκαν και που κατά τεκμήριο είναι πιο μπροστά από μας στην τεχνολογία, άρα και στα μυαλά, μαζί παν αυτά, αν θα ‘ναι εχθρικοί ή φιλικοί. Οι συγγραφείς σκιφί εξερεύνησαν επαρκώς και τα δυο ενδεχόμενα. 

Η συζήτηση πάντως στην επιστημονική κοινότητα που κρατάει πολλές δεκαετίες, μέχρι πρότινος έτεινε στο να θεωρεί σίγουρη την ύπαρξη τέτοιων πολιτισμών, βασισμένη στο εξής αναντίρρητο γεγονός: το γνωστό σύμπαν, αυτό που μπορούμε να παρατηρήσουμε, είναι ΤΕΡΑΣΤΙΟ, όχι αστεία. Κι αν η ύλη κατάφερε να παράγει συνείδηση τουλάχιστον εδώ, σε τούτο τον απειροελάχιστο βράχο μερικά εκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά από ένα αστέρι της σειράς απ’ τα δισεκατομμύρια που έχει ο γαλαξίας μας ΜΟΝΟ (έχουν παρατηρηθεί κάτι εκατομμύρια μέχρι στιγμής), οι πιθανότητες είναι πολύ μεγάλες να υπάρχουν και αλλού, παρά τις τεράστιες αποστάσεις. 

Θα έχετε ακούσει για την περιβόητη εξίσωση Ντρέικ, μια μαθηματική φόρμουλα που λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες ανάπτυξης νοήμονος ζωής εδώ· με πολύ πολύ συντηρητικούς υπολογισμούς, παίζει να υπάρχουν τουλάχιστον καμιά εκατοσταριά χιλιάδες (!) μόνο στο γαλαξία μας, βγάλε τους άλλους γαλαξίες που είναι στου διαόλου τη μάνα. 

Η ταινιάρα Επαφή (1989) του Ρόμπερτ Ζεμέκις, σε σενάριο Καρλ Σέιγκαν και Ανν Ντρούιαν που εξερευνά μια τέτοιου είδους επαφή, βάζει μια πολύ αισιόδοξη και καλοδεχούμενη τέτοια πιθανότητα ανταλλαγής τεχνογνωσίας, παρά τις αδυναμίες του ανθρώπινου πολιτισμού. 

Ωστόσο υπήρξαν και ταινίες που λίγο πολύ έβαλαν το ζήτημα της ανυπόφορης μοναξιάς της ανθρωπότητας χωρίς να θίγουν το παραπάνω ερώτημα όπως π.χ το Sunshine, στο οποίο έχω αναφερθεί οχτακόσες φορές στο παρελθόν: εδώ είναι η προσπάθεια για επιβίωση κι όταν έρχεσαι στο αμήν ως ανθρώπινο είδος πώς το αντιμετωπίζεις. Το ξεπερνάς κι επιβιώνεις, για μουρλαίνεσαι και σε τρώει η κοσμική μαρμάγκα; 

Το Ad Astra λοιπόν, καταπιάνεται με αυτό ακριβώς. Υπάρχει η αλληγορία του γιου που ψάχνει να βρει τον estranged πατέρα του στα πέρατα του ηλιακού συστήματος, συγκεκριμένα στον τελευταίο πλανήτη που είναι ο Ποσειδώνας κύριοι, όχι ο Πλούτωνας που τον βγάλαν απ’ την κατηγορία “πλανήτης” κάπου στις αρχές της χιλιετίας καθώς δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις, είναι πολύ μικρός και η τροχιά του γύρω απ’ τον ήλιο είναι κάπως διαφορετική. Πρώτη πρωτοτυπία: ξεφύγαμε πια απ’ τους σελέμπριτι πλανήτες, Κρόνο με τα σέξι δαχτυλίδια και τον (γαμώ τον) Δία με το τεράστιο μέγεθος και το σέξι “μάτι”. 

Είμαστε στον ταπεινό Ποσειδώνα που επίσης είναι γίγας αερίων. 

Ο πατέρας του πρωταγωνιστή Μπραντ Πιτ λοιπόν έχει ζουρλαθεί κι αυτός απ την μοναξιά και την απομόνωση. Ψάχνει να βρει ίχνη νοημοσύνης αλλά δεν έχει βρει τίποτα. Αυτός όμως επιμένει. Το πλήρωμά του του λέει “αντε να τα μαζώξουμε να γυρίσουμε σπιτάκι μας, στις λιακάδες, στις φτινοπωρινές βροχούλες, στα πρωινά αγιάζια κλπ. Δεν πρόκειται να βρούμε τίποτα ντιπ, τι προσπαθούμε τζάμπα κλπ”, “όχι” λέει ο πατέρας (Τόμι Λι Τζόουνς) και τους σφάζει όλους πριν κάνουν ανταρσία (των μελών). Κι όχι μόνο, με τα εργαλεία που έχει εκεί, στέλνει κάτι ηλεκτρομαγνητικά κύματα για να καταστρέψει τη γη κλπ. 

Ο γιος έχει αποστολή να τον βρει, να τον μπαγλαρώσει και να γυρίσουν μαζί πριν τα κάνει γης μαδιάμ. Σημειωτέον ότι ο μπαμπάς εγκατέλειψε γυναίκα και παιδιά γιατί πίστευε στον ανώτερο κι απ’ την οικογένεια σκοπό εύρεσης νοήμονος πολιτισμού. 

Το ταξίδι του γιου στο ηλιακό σύστημα να βρει τον πατέρα του που τον εγκατέλειψε μικρόν, είναι επίσης η πάλη του με τα ψυχικά τραύματα που του προξένησε αυτή η εγκατάλειψη.  

Η όλη φάση είναι η αλληγορία της ανθρωπότητας που ψάχνει να βρει τάχαμου ένα νόημα στην ύπαρξή του στο σύμπαν με αποτέλεσμα να ξεχνάει αυτά που έχει ήδη. Βασικά το ερώτημα που μπαίνει είναι: έχει κάποιο νόημα η αναζήτηση αυτή; Έχει σε τελική ανάλυση νόημα η εξερεύνηση του διαστήματος; Εδώ δεν έχουμε λύσει ένα σωρό προβλήματα, φτώχεια, πείνα, ανισότητες, πόλεμοι κλπ. Το διάστημα μας μάρανε. Και σωστά θα πω κι εγώ. 

Εδώ μπαίνουμε στον πυρήνα της συζήτησης. Ξέρουμε καλά ότι η εξερεύνηση του διαστήματος στον 20ό αιώνα ήταν παράπλευρη πολιτική διαμάχη ανάμεσα σε ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, ανάμεσα σε καπιταλισμό και σοσιαλισμό αν το καλοσκεφτείς. Οι Αμερικάνοι ξεκωλώθηκαν να πατήσουν πρώτοι στη Σελήνη, ένα απίστευτο εγχείρημα με τα μέσα της εποχής, μόνο και μόνο για να πάρουν το αίμα τους πίσω για την ήττα με τον Γκαγκάριν. 

Όταν πια διαλύθηκε η ΕΣΣΔ κανείς δεν ξαναπάτησε στο φεγγάρι, δεν υπήρχε πια λόγος για υπεροχή, για τόσα έξοδα και τόσο κίνδυνο. Υπάρχει βέβαια ακόμα ο Διεθνής Διαστημικός Σταθμός που παράγει σοβαρό επιστημονικό έργο, ωστόσο τα κόστη έχουν πέσει. 

Τώρα πια στην εξερεύνηση του διαστήματος έχει μπει το μεγάλο κεφάλαιο: Μπέζος, Μπράνσον και φυσικά η μεγάλη καπιταλιστική μούρη που λέγεται Ίλον Μασκ. Η ταινία κάνει μια πολύ ωραία νύξη σ’ αυτό με τον Πιτ που πάει στη Σελήνη με ιδιωτικό εμπορικό σκάφος και πληρώνει 125 δολάρια για μια κουβερτούλα! Η “εξερεύνηση” έχει μετατραπεί σε μπίζνα, ταξιδάκια αναψυχής για τους λίγους. Κι επιπλέον, οι χώρες που έχουν μπει στο παιχνίδι, Κίνα, Ινδία, ΕΕ κλπ κυνηγάν την εκμετάλλευση των πόρων. 

Δεν είναι άραγε επαρκής λόγος για την ανθρωπότητα η αναζήτηση πρώτων υλών, για να δικαιολογηθεί το τεράστιο κόστος για το διάστημα; Ίσως. 

Πέραν όλων αυτών, το αρχικό ερώτημα περί ύπαρξης νοήμονος ζωής στο σύμπαν έχει μπει υπό αμφισβήτηση τα τελευταία χρόνια με σοβαρά επιχειρήματα, μια τάση που έχει την ανεπίσημη ονομασία “κοσμικός ρεαλισμός”. Ένας εκ των “αρνητών” του εξωγήινου ρομαντισμού είναι ο Βρετανός αστροφυσικός και σημαντικός συγγραφέας και επιστημονικός εκλαϊκευτής Τζον Γκρίμπιν, ο οποίος μόλις το 2011 στο βιβλίο του Alone in the Universe: Why Our Planet Is Unique, λέει το εξής: οι συνθήκες υπό τις οποίες υπάρχουμε ως πολιτισμός είναι προϊόν τυχαίων γεγονότων, εξαιρετικά σπάνιων που “παίζει” να μας καθιστά μοναδικό φαινόμενο στην εξέλιξη της ύλης! Τρομαχτικό, αλλά τα επιχειρήματά του έχουν βάση. 

Υπάρχουν και άλλες διαστάσεις στη συζήτηση αυτή. Π.χ. ότι ακόμα και να υπάρχουν άλλοι πολιτισμοί, είναι εξαιρετικά μικρή η πιθανότητα να τους βρούμε ή να τους συναντήσουμε τυχαία λόγω των τεραστίων αποστάσεων που ξεπερνά την υποτιθέμενη μέση διάρκεια ζωής ενός πολιτισμού. Ποια η πιθανότητα ας πούμε ένα μυρμήγκι στο περβάζι του παραθύρου μου στη Σαλονίκη να συναντήσει μια κατσαρίδα σε ένα μέσο διαμέρισμα στην Κουάλα Λουμπούρ; Κι αν ακόμα το μυρμήγκι ξεκίναγε μ’ αυτόν τον σκοπό για την Κουάλα Λουμπούρ θα ζούσε αρκετά για να φτάσει; Κι αν πες έφτανε, θα έβρισκε την πολυπόθητη κατσαρίδα; Κι αν πες την έβρισκε, θα μπορούσε να βγάλει συνεννόηση; 

Υπάρχουν κι άλλα πιο πρακτικά ζητήματα, όπως το κατά πόσον μπορεί να επιβιώσει ο άνθρωπος, ένα εξαιρετικά εύθραυστο βιολογικό κατασκεύασμα, ικανό να ζήσει μόνο στο φιλόξενο περιβάλλον της γης, στο αχανές, αφιλόξενο, γεμάτο κοσμικές ακτινοβολίες και άλλες επιβλαβείς συνθήκες διάστημα. Το κόστος προστασίας του θα ήταν άπιαστο. 

Δεν μιλάμε φυσικά για τις αποστάσεις όταν το κοντινότερο άστρο, ο Proxima Centauris απέχει “μόλις” 4μισι έτη φωτός, ήτοι καμιά 40ριά τρισεκατομμύρια χιλιόμετρα, που με τα σημερινά μέσα, επί εκατό σου βάζω εγώ, θες 4.000 χρόνια. Βάλε να ταΐσεις, να ποτίσεις, να μην ζουρλαθεί το πλήρωμα και τα παιδιά – εγγόνια – δισέγγονα που θα επιβαίνουν… Άστο καλύτερα. 

Στην τελική, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε το ερώτημα, ποιο μπορεί να είναι το ακριβές πανανθρώπινο κίνητρο στην επιθυμία μας να έρθουμε σε επαφή με άλλες οντότητες; Υπάρχει τέτοιο πράμα καν; 

Επομένως, φαίνεται από τα στοιχεία ότι μάλλον δεν έχει και πολύ νόημα η ενεργητική αναζήτηση πολιτισμού· αν πέσουμε πάνω τους κατά τύχη, εξαιρετικά μικρή πιθανότητα, έχει καλώς, θα ανησυχήσουμε τότε. 

Ως προς την εξερεύνηση του διαστήματος, το επιχείρημα ότι “εδώ άλλοι λαοί δεν έχουν να φαν, εμείς στέλνουμε ρουκέτες σε ξερούς πλανήτες” κλπ, αν και έχει μια κοινωνική βάση, στην παρούσα κοινωνικοπολιτική κατάσταση δεν λειτουργούν έτσι τα πράματα. Όπως ακριβώς οι κοινωνίες της Ευρώπης, οι άρχουσες τάξεις τους δηλαδή, ξόδευαν ένα σωρό πόρους να εξερευνήσουν τη γη στην εποχή των εξερευνήσεων (15ος – 17ος αιώνας) χωρίς φυσικά να νοιάζονται για την εξαθλιωμένη μάζα, έτσι λειτουργεί και σήμερα ο καπιταλιστικός κόσμος. 

Η ταινία λοιπόν λοιπόν κατατάσσεται στην κατηγορία του κοσμικού ρεαλισμού ως προς το φιλοσοφικό της υπόβαθρο. Ως προς τη μορφή, τα εφέ, τις σκηνές δράσης, τα διάφορα συναισθηματικά μασκαραλίκια, αξίζει να τη δείτε στο σινεμά για τον οπτικό ρεαλισμό της, έχει και τις απαλεψιές της, π.χ ο ρόλος της Λιβ Τάιλερ είναι διακοσμητικός. Δεν τσίριξα από ενθουσιασμό, αλλά με χαρά θα την ξανάβλεπα μερικές φορές ακόμα. 

 

Στοιχεία αντλήθηκαν απ’ αυτόν τον σύνδεσμο

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: