Βασίλης Λεβέντης – Ένας “οικουμενικός” λαγός του συστήματος

Με τηλεοπτικό χρόνο και υπομονή, Λεβέντης μπήκε στη βουλή.

Δύο ήταν τα όνειρα που σημάδεψαν τον 20ό αιώνα, εκείνο του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ για ισότητα λευκών και αφροαμερικανών κι εκείνο του Βασίλη Λεβέντη να εκλεγεί βουλευτής. Κι αν το πρώτο πραγματοποιήθηκε μόνο θεωρητικά κι εν μέρει, το δεύτερο πήρε σάρκα κι οστά στις περασμένες εκλογές του Σεπτέμβρη 2015, κι αφότου είχε ήδη δημιουργηθεί ένα δημοσκοπικό και διαδικτυακό ρεύμα υπέρ του στην προηγούμενη αναμέτρηση του Γενάρη, όπου είχε κάνει την “έκπληξη” στην Α’ Θεσσαλονίκης, αφήνοντας με 5,11% πίσω το ΠΑΣΟΚ κατά μία μονάδα. Κατά μία έννοια η περίπτωση του κόμματός, της Ένωσης Κεντρώων, αποτελεί μια κάπως πιο επιτυχημένη επανάληψη εκείνης των Οικολόγων Πράσινων το 2009, που αφού είδαν φουσκωμένα ποσοστά σε κάποιες δημοσκοπήσεις, τελικά περιορίστηκαν σε ένα οριακό ποσοστό (3,5%) στις ευρωεκλογές εκείνης της χρονιάς για να ακολουθήσει σειρά αποτυχιών, διάχυση στο Σύριζα και ουσιαστικά αυτοδιάλυση πριν κάποιους μήνες. Παρόμοιες φυγόκεντρες τάσεις παρατηρούνται και στην Ένωση Κεντρώων, που πρακτικά αποτελούσε πάντα ένα όχι απλά αρχηγικό, αλλά “προσωπικό” κόμμα του ιδρυτή της, με τους βουλευτές της, αλλά και τον αρχηγό της να αναζητούν παντοιοτρόπως θέση για την επόμενη μέρα.

Ο Βασίλης Λεβέντης γεννήθηκε σαν σήμερα στη Μεσσήνη Μεσσηνίας το 1951 και σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο ΕΜΠ, συνεχίζοντας με μεταπτυχιακές σπουδές στο Μόναχο. Κατά δήλωσή του υπήρξε αντιστασιακός κατά της χούντας, μοιράζοντας προκηρύξεις μαζί με…δισκάκια, όπου τραγουδούσε ο ίδιος. Στην πραγματικότητα, μόνο η ύπαρξη δισκογραφίας του Λεβέντη τεκμηριώνεται στα χρόνια εκείνα, κι όχι οποιαδήποτε δράση του κατά της δικτατορίας, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του ίδιου να τα συνδέσει.

Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του ΠΑΣΟΚ το 1974, από το οποίο αποχώρησε το 1981, καταγγέλλοντάς το για εγκατάλειψη των ιδρυτικών του αρχών. Διεκδίκησε ανεπιτυχώς τη δημαρχία του Πειραιά το 1982 και της Αθήνας το 1986, ενώ πειραματίστηκε με μια σειρά κομματικών μορφωμάτων με οικολογικό πρόσημο, προσπαθώντας να αντιγράψει τους Πράσινους της Γερμανίας στην Ελλάδα. Τον Ιούνη του 1989 δοκίμασε να εκλεγεί με τη ΝΔ, κατακτώντας την τρίτη θέση…από το τέλος, ανάμεσα σε 31 υποψηφίους στη Β’ Αθήνα. Έφτασε πάντως στην πηγή (του εδράνου) στις επεισοδιακές αναπληρωματικές εκλογές την άνοιξη του 1992, που διεξήχθησαν όταν έχασε τη βουλευτική του έδρα λόγω καταδίκης από το ειδικό δικαστήριο για το σκάνδαλο Κοσκωτά ο Δημήτρης Τσοβόλας. Από τις εκλογές αυτές, που έγιναν μόνο στη Β’ Αθήνας, απείχαν όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα πλην του ΠΑΣΟΚ, κι ο Λεβέντης, ως πρόεδρος πια της Ένωσης Κεντρώων, που είχε ιδρυθεί δυο χρόνια πριν, ήρθε δεύτερος με 114. 942 ψήφους, πίσω από τον Γ.Α. Μαγκάκη που κατέκτησε με άνεση την έδρα για το ΠΑΣΟΚ.

Η παρ’ολίγον εκλογή του Βασίλη Λεβέντη όφειλε βέβαια πολλά στην ανάδειξή του σε μια από τις πιο καλτ φιγούρες της εκκολαπτόμενης ιδιωτικής τηλεόρασης, ως ιδρυτή και βασικού παρουσιαστή του θρυλικού καναλιού 67. Οι εκπομπές του, με τον ίδιο να εμφανίζεται ενίοτε να τρώει μακαρονάδες και πίτσες στον αέρα, ήταν απαύγασμα καταγγελτικού πολιτικού λόγου και πεδίο δόξης λαμπρόν για τα προδιαδικτυακά τρολ της εποχής, που αρέσκονταν να κάνουν φάρσες στο λάβρο πρόεδρο της ΕΚ στον αέρα, αποσπώντας του απολαυστικές αντιδράσεις, όπως παρακάτω, όπου δηλώνει με μειλίχιο ύφος πως “αγαπάει” τον “ψυχανώμαλο αλήτη” που έβαλε δικομματισμός να τον χτυπήσει, μοτίβο που ακολουθούσε και σε άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις:

Ο κολοφώνας της καλτ δόξας του ήρθε βέβαια με το κλείσιμο του καναλιού, κατόπιν εντολής Μητσοτάκη, με το συνεργείο να κατεβάζει την κεραία από τον Υμηττό συνοδεία διμοιρίας των ΜΑΤ. Ο πρόεδρος, αποφασισμένος να θυσιάσει και την τελευταία ρανίδα τηλεοπτικού χρόνου για να αντιπαλέψει την αδικία, μας χάρισε τον καλύτερο τηλεοπτικό μονόλογο από καταβολής ελληνικής τηλεόρασης. Δι ρεστ ιζ χίστορι:

Την ίδια μέρα διεξήχθη και η “μεγαλειώδης” προεκλογική συγκέντρωση της Ένωσης Κεντρώων στην Χαλκοκονδύλη ενόψει της αναμέτρησης στις 10 Οκτώβρη 1993, όπου ένα πλήθος χαβαλετζήδων φώναζε οπαδικά συνθήματα, κυρίως κατά της ομάδας του λιμανιού, “ολέ – ολέ” και “Λεβέντη ζούμε για να σε ακούμε”, “Νάτος – Νάτος ο πρωθυπουργός”, ενώ αν πιστέψει κανείς σχολιαστή του εν λόγω βίντεο στο youtube, στη συγκέντρωση ακούστηκε και το “Λεβέντη Εβίβα, την Παπαρήγα πήδα”, καθώς την ίδια μέρα στο Σύνταγμα είχε την κεντρική του συγκέντρωση το ΚΚΕ:

Ιδιαίτερης μνείας χρήζει και το “ομάζ” των Απαράδεκτων στις εκπομπές του Λεβέντη, στις αλήστου μνήμης σκηνές του “Σπύρου με το ΚΟΛΑΝ”:

Έκτοτε ο Λεβέντης έπεσε σε σχετική αφάνεια, επιμένοντας καρτερικά να συμμετέχει σε όλες τις εκλογικές μάχες, ενώ ο σταθμός του μετονομάστηκε σε Κανάλι 40 και αργότερα μεταπωλήθηκε στο Γιώργο Κουρή, που τον μετέτρεψε σε Extra channel, όπου ο Λεβέντης διατηρούσε εβδομαδιαία μεταμεσονύχτια εκπομπή, όπως και αρθρογραφία στην Αυριανή.

Ανάμεσα στα πολλά “φρούτα” των χρόνων της κρίσης, ήταν και ο πολλαπλασιασμός βίντεο με τις “προφητείες” του Λεβέντη, που στην πραγματικότητα ήταν ένα κράμα κοινοτοπιών και γενικολογίας, αυτονόητων διαπιστώσεων και κριτικής τύπου “μαζί τα φάγαμε”:

Κάπως έτσι, κι αφού ο τηλεοπτικός γελωτοποιός αναδύθηκε από την πολιτική ανυποληψία, βρέθηκε τελικά το Σεπτέμβρη του 2015 η κρίσιμη μάζα συμπολιτών μας που έκρινε πως ο Λεβέντης ήταν αυτό ακριβώς που έλειπε από τη Βουλή των Ελλήνων. Πολλά ειπώθηκαν τότε για “αντισυστημική” ή “πλακατζίδικη” ψήφο, στην πραγματικότητα όμως τα κίνητρα των ψηφοφόρων της ΕΚ παραμένουν σχεδόν το ίδιο μυστηριώδη με την ταυτότητά τους, τουλάχιστον για την υποφαινόμενη, που θεωρεί πως η μόνη διαφορά τους με το Βέλγιο είναι πως ξέρουμε ότι υπάρχουν. Κάθε εμπειρική συμβολή στη “λεβέντικη” ανθρωπογεωγραφία από φίλους αναγνώστες θα εκτιμηθεί ως εκ τούτου δεόντως.

Σε κάθε περίπτωση, αν ευσταθούν τα σενάρια περί μιας – χύμα έστω- καταγγελτικής ψήφου, μάλλον οι φορείς της θα απογοητεύτηκαν από τη μετέπειτα πολιτεία του αρχηγού της, που αναδείχθηκε σε βασικό στυλοβάτη της μνημονιακής πολιτικής και “λαγό” ακόμα πιο αντιδραστικών πολιτικών. Αυτό βέβαια δε θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη για κανέναν, αφού ο Λεβέντης υπήρξε οπαδός του διορισμού του Λουκά Παπαδήμου μήνες πριν το σχηματισμό της κυβέρνησής του το Νοέμβρη του 2011. Αν και πύρινος κατήγορος του νεποτισμού στην ελληνική πολιτική ζωή, έβαλε στα ψηφοδέλτια τα μισά του σόγια, επιτυγχάνοντας τελικά την εκλογή του Μάριου Γεωργιάδη, γιου της συζύγου του από τον πρώτο της γάμο, στην Α’ Αθηνών, που αργότερα έγινε και Θ’ αντιπρόεδρος της Βουλής. Ανακάλεσε ακόμα και την υπόσχεσή του για “ανανέωση” των βουλευτών του κάθε έξι μήνες, ενώ και η υπάρχουσα ΚΟ του άρχισε να φυλλοροεί από το 2016, με πιο πρόσφατη την ανεξαρτητοποίηση του Αριστείδη Φωκά το Σεπτέμβρη του ’18 και μεταγραφή αεροδρομίου στο Σύριζα τη Θεοδώρα Μεγαλοοικονόμου το 2016.

Ο Λεβέντης μπορεί να μην κατόρθωσε τελικά με τις γνωριμίες του να μας βγάλει σε δύο μήνες από τα μνημόνια, όπως έλεγε προεκλογικά, ούτε να μπει στην πολυπόθητη οικουμενική κυβέρνηση που σαν άλλος Κάτωνας προσέθετε σε περίπου κάθε ομιλία και δήλωσή του, τουλάχιστον το διάστημα 2016-2017. Πρόσφερε και προσφέρει όμως χρησιμότατες υπηρεσίες στο σύστημα, μεταξύ άλλων αναλαμβάνοντας και αντι – ΚΚΕ ρόλο, με αυριανικής επίνευσης αναφορές στη συγκυβέρνηση του ’89, το Στάλιν (θεωρώντας ανοήτως βρισιά το συσχετισμό για κομμουνιστές) και τους “μισθούς πείνας των κομμουνιστικών καθεστώτων“. Ιδιαίτερα βρώμικος ήταν ο ρόλος του την περίοδο των αγροτικών κινητοποιήσεων του ΄16, ζητώντας να γυρίσουν “ταπεινωμένοι” από τα μπλόκα.

Το τελευταίο διάστημα έχει προσθέσει στο αντιλαϊκό του ρεπερτόριο γερές δόσεις εθνικισμού και πατριδοκαπηλείας, ευελπιστώντας προφανώς σε εκλογική επιβίωση. Σε αυτά τα πλαίσια δε δίστασε να προτείνει ανοιχτά αυτό που τα μεγάλα αστικά κόμματα δύσκολα θα έλεγαν τόσο ανοιχτά δημόσια εν καιρώ ειρήνης, δηλαδή να περικοπούν οι “υψηλές” συντάξεις για να γίνουν εξοπλισμοί. Ακόμα και τη στολή του μακεδονομάχου φόρεσε από τον καιρό των συλλαλητηρίων ως σήμερα, σε πλήρη αντίθεση με τις παλιές του θέσεις, όταν έλεγε πως “δε θα γίνει Καρατζαφέρης” στο ζήτημα του ονόματος:

Το πολιτικό μέλλον του Βασίλη Λεβέντη και του κόμματός του – πρακτικά το ίδιο πράγμα δηλαδή- είναι αβέβαιο και πιθανότατα μια ακόμα -ντεμέκ- εφεδρεία των αστών ετοιμάζεται για το χρονοντούλαπο της ιστορίας, εκτός κι αν ο ίδιος ανταμειφθεί για τις υπηρεσίες με κάποιον περιφερειακό έστω ρόλο και στο μέλλον, αν και ο συναγωνισμός με άλλους “ιδεώδεις υποτακτικούς” είναι σκληρός και άνισος. Όπως και ‘να χει, η πολιτική πορεία του Λεβέντη θα αποτελεί πάντα υπενθύμιση πως ο όρος “γραφικός”, που κατά διαστήματα, ειδικά πριν την δολοφονία Φύσσα, χρησιμοποιούνταν ακόμα και για τη ΧΑ, είναι το καλύτερο πλυντήριο για κάθε λογής αντιδραστικά πολιτικά πρόσωπα και μορφώματα, ως εκ τούτου καλύτερο θα ήταν να περιορίζεται ως προσδιορισμός χωριών του Πηλίου ή του ηλιοβασιλέματος στη Σαντορίνη.

Δύσκολες Νύχτες

 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: