Τζ. Χαρλαύτη: Το “κατηγορώ” του Αριστοτέλη Ωνάση προς τους εφοπλιστές και την ελληνική κυβέρνηση το 1947

Το Κράτος «τους εχάρισε τα πάντα» χωρίς την παραμικρή ανταμοιβή σε φορολογία ή άλλες παραχωρήσεις στη μεταπολεμική περίοδο

Η συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό μας έφερε αναπόφευκτα στο εφοπλιστικό κεφάλαιο. Γιατί έγινε αυτό;

Ο ιμπεριαλισμός είναι ανισομετρία, μονοπώλια και ανταγωνισμός, ενώ η ανισομετρία είναι μεταξύ επιχειρήσεων, κλάδων και χωρών. Η περίπτωση του εφοπλιστικού κεφαλαίου μπορεί να μην είναι η πιο “μεγάλη”, αλλά είναι σίγουρα από τις πιο “εριστικές”, αφού στις θαλάσσιες μεταφορές δεν υπάρχουν σύνορα, αλλά εμπορικοί δρόμοι, περάσματα, λιμάνια και γενικώς μια διαφορετική προσέγγιση του χώρου και της κρατικής οργάνωσής του.

Αυτό ισχύει τουλάχιστον για την λειτουργική πλευρά του εφοπλιστικού κεφαλαίου ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, για την πλευρά του εφοπλιστικού κεφαλαίου που το διακρίνει από τα υπόλοιπα κεφάλαια. Προφανώς, αυτή η ιδιαιτερότητα προσδιορίζει και τις διασυνδέσεις των εφοπλιστών με τα διάφορα κράτη.

Αυτός είναι ο πρώτος λόγος που ασχοληθήκαμε με το εφοπλιστικό κεφάλαιο. Υπάρχει όμως κι ένας δεύτερος λόγος.

Τα εφοπλιστικά κεφάλαια σε όλο τον κόσμο είναι “οργανωμένα” σε μια φαινομενικά εθνική βάση. Μάλιστα ο “ελληνόκτητος” στόλος είναι ο πιο μεγάλος στον κόσμος σε απόλυτους όρους, ειδικά στις κατηγορίες μεταφοράς πετρελαίου και αερίου. Είδαμε ότι οι ίδιοι οι εφοπλιστές είναι αυτοί που δηλώνονται ως έλληνες, ιάπωνες, νορβηγοί κλπ μέσα από τις ενώσεις τους. Η Ένωσις Ελλήνων Εφοπλιστών είναι το πεδίο όπου συναντιούνται οι διαφορετικές σημαίες ευκαιρίας, οι διαφορετικές έδρες των εταιρειών, τα διαφορετικά δρομολόγια, εμπορεύματα και είδη καραβιών.

Μας ενδιαφέρει να εξετάσουμε την αντίφαση ανάμεσα στην λειτουργική αποσύνδεση του εφοπλιστικού κεφαλαίου από ένα συγκεκριμένο κράτος και την πολιτική οργάνωση των εφοπλιστών με βάση την εθνικότητα. Τουλάχιστον, αυτή η αντίφαση χαρακτηρίζει τους έλληνες εφοπλιστές.

Για τους έλληνες εφοπλιστές έχουν γραφτεί και γράφονται πάρα πολλά. Για τη σχέση τους με το κράτος που ξεκινάει το 18ο αιώνα, δηλαδή πριν από τη δημιουργία του κράτους! Για την αξιοποίηση του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, την ανακάλυψη των σημαιών ευκαιρίας στην κρίση του 1929, το ρόλο τους στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, τις σχέσεις τους με τη χούντα και την εγκληματική ναζιστική οργάνωση Χρυσή Αυγή, την φοροασυλία τους και φυσικά το πώς έχουν μετατρέψει τον πόλεμο σε ευκαιρία.

Συνεπώς, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να γράψει κάτι που να μην έχει γραφεί. Εκεί, στην ιστορία ανάδειξης του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου, υπάρχουν όλα τα στοιχεία για το πώς συσπειρώθηκαν οι εφοπλιστές μεταξύ τους κατ’ αρχάς και γύρω από το ελληνικό κράτος αφετέρου, όσες φορές το χρειάστηκαν. Πώς χρησιμοποίησαν και το ελληνικό κράτος, όπως και άλλα κράτη, για να φτάσουν να μην το έχουν ανάγκη ή να είναι αρκετά μικρό για τα μεγέθη τους ώστε να έχει κάτι να τους προσφέρει.

Ο πιο διάσημος έλληνας (;) εφοπλιστής είναι βέβαια ο Ωνάσης. Έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον λοιπόν όταν ο ίδιος ο θρύλος των θαλασσών, των αιθέρων και των μεγάλων σαλονιών γράφει για τους τρόπους λειτουργίας και την “ελληνικότητα” της Ένωσης των εφοπλιστών, στην οποία δυσκολεύτηκε να μπει, ακόμα κι όταν παντρεύτηκε την κόρη ενός πατριάρχη της οικογένειας.

Το κείμενο το βρήκαμε στο κεφάλαιο της Τζελίνας Χαρλαύτη Το “κατηγορώ” του Αριστοτέλη Ωνάση προς τους εφοπλιστές και την ελληνική κυβέρνηση το 1947 (Ιόνιος Λόγος, 2013, Τμήμα Ιστορίας, Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Τόμος Δ’, Εκδόσεις Ιονίου Πανεπιστημίου). Τα αποσπάσματα που ακολουθούν (υπογραμμίσεις δικές μας, σχόλια σε αγκύλες με τα αρχικά ΓΛ) προέρχονται από την παρουσίαση του κειμένου από την Χαρλαύτη. Αν εξαιρέσει κανείς ένα θαυμασμό της συγγραφέως προς τον Ωνάση, που προκύπτει κι από το γεγονός ότι παρουσιάζει μόνο τη δική του πλευρά, η παρουσίαση του κειμένου είναι ακριβής.

Πρόκειται πιθανώς για το μόνο δημοσιευμένο γραπτό κείμενο του ίδιου του Ωνάση, από την εποχή που δεν είχε γίνει ακόμα διάσημος[1]. Αποκαλύπτει χρήσιμες πλευρές του “κατεστημένου” του εφοπλιστικού κεφαλαίου της εποχής, τους ανταγωνισμούς, τις κατηγορίες και τα προσχήματα, το ρόλο του ελληνικού κράτους και την τότε σχέση των εφοπλιστών με αυτό.

Είναι όμως και ένα ξεκατίνιασμα που ξεκίνησε επειδή ο Ωνάσης δεν μπορούσε να μπει στον “οίκο”, δηλαδή στην Ένωση, ώστε να απολαύσει τα οφέλη αυτής της συμμετοχής. Έμμεσα, μας δίνει μια σαφή εικόνα για το ποια ήταν αυτά τα οφέλη.

Ενδεικτικά, το κείμενο αρχίζει ως εξής (απευθυνόμενος, θυμίζω, στους έλληνες εφοπλιστές):

Λέγει το ρητόν «Τα εν οίκω μη εν δήμω». Καίτοι μου αρνείσθε το δικαίωμα να θεωρούμαι μέλος του οίκου αυτού, εν τούτοις προσεπάθησα, ειργάσθην και απεπειράθην να παραμείνουν τα πράγματα «εν οίκω». Ατυχώς όμως η ακατανόητος, πείσμων και όχι καλοήθης προσπάθειά σας εις το αφ’ενός μεν να μειώσητε την αξίαν της προτάσεως μου, διαστρέψοντες τον αγαθόν της σκοπόν, αφ’ ετέρου δε τα αλλεπάλληλα επιτελειακά σας συμβούλια μετά του Πρέσβεως δια να τορπιλλήσετε την υπόθεσιν, με αναγκάζουν, μετά λύπης μου, να σας αποτείνω την παρούσαν μου υπό τύπον ανοικτής επιστολής. Επανειλημμένως σας ειδοποίησα δια του κ. Κοτάκη να αφήσητε ανόχλητον την αγαθοεργόν πρότασίν μου και ανεπηρεάστους τους υπευθύνους να αποφασίσουν, προσέθεσα δε ότι εν εναντία περιπτώσει θα εκθέσω την όλην κατάστασιν εις την κοινήν γνώμην. Η εκλογή υπήρξε καθαρώς δική σας.

Ο Ωνάσης, που γεννήθηκε στο κοσμοπολίτικο περιβάλλον της Σμύρνης και αποφοίτησε από την Ευαγγελική Σχολή, ήταν γιος εμπόρου καπνών και ακολούθησε τους διεθνείς θαλάσσιους δρόμους των επιχειρήσεων των Ελλήνων.

Η μικρασιατική καταστροφή οδήγησε την οικογένεια Ωνάση στην Ελλάδα, όπως και εκατοντάδες χιλιάδες έλληνες πρόσφυγες από τα οθωμανικά εδάφη. Στην Αθήνα παρέμεινε μόνο για έναν χρόνο πριν ακολουθήσει το μεταναστευτικό κύμα, από την ανατολική Μεσόγειο προς τη Λατινική Αμερική. Το 1923 έφτασε στην Αργεντινή όπου αρχικά εργάστηκε ως τηλεφωνητής. (σ.326 κέ) […]

Μέσα σε μια δεκαετία είχε δημιουργήσει σημαντικές γνωριμίες με την πολιτική και οικονομική ελίτ στην Ελλάδα και την Αργεντινή, είχε συγκεντρώσει αρκετό κεφάλαιο [ΓΛ: πιθανότατα, όχι μόνο με τον ιδρώτα του] για να στραφεί το 1933 σε επενδύσεις προς τη ναυτιλία ενώ την ίδια χρονιά διορίστηκε Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στην Αργεντινή επί μία τριετία.

Καμπή στην πορεία των επιχειρήσεών του ήταν δύο συναντήσεις: η μία στις αρχές του 1930 με τον Κώστα Γράτσο, μέλος της παραδοσιακής διεθνούς ελληνικής εφοπλιστικής κοινότητας που παρέμεινε ένας από τους πολύτιμους φίλους και επιχειρηματικούς του συμβούλους και τον εισήγαγε στον ελληνικό εφοπλιστικό κύκλο και η άλλη με την Ίνγκεμποργκ Ντέντιχεν, κόρη παραδοσιακού νορβηγού εφοπλιστή, το 1934, που έγινε σύντροφός του την επόμενη δεκαετία και τον εισήγαγε στον σκανδιναυικό εφοπλιστικό κύκλο. Μέσω του Γράτσου γνωρίστηκε με τους πιο σημαντικούς Έλληνες εφοπλιστές και ακολούθησε την επιχειρηματική πρακτική των Ελλήνων: αγορά και διαχείριση μεταχειρισμένων πλοίων ξηρού φορτίου. Αγόρασε από το Ιθακήσιο γραφείο του Δρακούλη στο Λονδίνο τα πρώτα του δύο πλοία στα οποία έδωσε τα ονόματα των γονιών του: Σωκράτης και Πηνελόπη Ωνάση. Μέσω της Ντέντιχεν, γνωρίστηκε με τους πιο σημαντικούς Νορβηγούς εφοπλιστές και το 1938 ακολούθησε την επιχειρηματική πολιτική των Νορβηγών: νεότευκτα πλοία και στροφή στη νεοανερχόμενη αγορά πετρελαίου. Σε συνεργασία με νορβηγούς εφοπλιστές ναυπήγησε στο διάστημα 1938-1941 τρία δεξαμενόπλοια στα σουηδικά ναυπηγεία του Γκαίτενμποργκ: τα «Άριστον», «Αριστοφάνης» και «Μπουένος Άϊρες». Λόγω του ξεσπάσματος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου δεν μπόρεσε να διαχειριστεί ο ίδιος τα δεξαμενόπλοιά του, τα οποία αποκλείστηκαν στην Βαλτική, αλλά κατάφερε να πωλήσει σε πολύ υψηλές τιμές τα «Σωκράτης Ωνάσης» και «Πηνελόπη Ωνάση» το 1940. Στη διάρκεια του πολέμου μετέβη στην Αμερική [ΓΛ: αλίμονο…] όπου σε συνεργασία πάντα με τα ξαδέρφια του, τους αδελφούς Κονιαλίδη, αγόρασε και διαχειρίστηκε δύο δεξαμενόπλοια υπό παναμαϊκή σημαία, τα «Αντιόπη» και «Καλλιρόη». Επομένως, σε αυτή την πρώτη φάση των επιχειρήσεών του στη ναυτιλία, από το 1933 μέχρι το 1946 ήταν ένας μεσαίος εφοπλιστής ο οποίος διηύθυνε 2-4 πλοία. Ήταν επίσης ένας νεοεισερχόμενος εφοπλιστής, χωρίς οικογενειακή παράδοση στη ναυτιλία, κάτι πρωτόγνωρο στην παραδοσιακή εφοπλιστική «οικογένεια» της εποχής. Ήταν όμως επίσης και ένα νέο μέλος της «οικογενείας» εφόσον στις 29 Δεκεμβρίου 1946 παντρεύτηκε την μικρή κόρη ενός από τους «πατριάρχες» της ελληνικής ναυτιλίας, τον Σταύρο Λιβανό από την Χίο.

Για να κατανοήσει κανείς τη συγγραφή αυτής της ανοιχτής επιστολής ή υπομνήματος προς τον Πρόεδρο των Ελλήνων Εφοπλιστών στη Νέα Υόρκη, Μανώλη Κουλουκουντή είναι αναγκαία μια σύντομη αναφορά στην αγορά των πλοίων «Λίμπερτυ», ή πλοίων της «Ελευθερίας» όπως ονομάστηκαν, από έλληνες εφοπλιστές στην άμεση μεταπολεμική περίοδο. Οι τεράστιες απώλειες των συμμάχων τα δύο πρώτα χρόνια του πολέμου ανέδειξε επιτακτική την ανάγκη ναυπήγησης μεγάλων αριθμών φορτηγών πλοίων. Μεταξύ του 1941 και 1945, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς αποδύθηκαν στα πιο μαζικά ναυπηγικά προγράμματα που είχε γνωρίσει ποτέ ο κόσμος, σε μια προσπάθεια να καλυφθεί η ζήτηση πλοίων, κατά τη διάρκεια του πολέμου. Μέσα σε τέσσερα χρόνια, μόνο στις ΗΠΑ καθελκύστηκαν 3.000 Λίμπερτυς των 10.000 d.w.t. (7.371 κ.ο.χ.). Υιοθετώντας την τεχνική της τράπεζας συναρμολόγησης (αλυσίδα) της αυτοκινητοβιομηχανίας του Detroit στη ναυπηγική, οι Αμερικανοί επέφεραν επανάσταση στη ναυπήγηση των πλοίων.

Το 1946, ο ελληνικός εμπορικός στόλος βρισκόταν σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο, έχοντας στερηθεί το 70% της δύναμής του. Το 1939, διέθετε 1,8 εκατομμύρια κόρους ολικής χωρητικότητας (κ.ο.χ.), το 1946 είχαν απομείνει μόνο 500 χιλιάδες κ.ο.χ.Τον Οκτώβριο του 1945, ο Μανώλης Κουλουκουντής, ένας εφοπλιστής με μεγάλο κύρος στους εφοπλιστικούς κύκλους, έγραψε ότι: «Στηριζόμεθα επί του τύπου των «Λίμπερτυ» ως την κυρίαν πηγήν αντικαταστάσεως των βυθισθέντων ελληνικών πλοίων». Ο Ωνάσης υποστηρίζει στο παρακάτω υπόμνημα ότι αυτός έπεισε τον Μανώλη Κουλουκουντή όχι μόνο να προτείνει να κρατήσουν οι Έλληνες τα 14 Λίμπερτυς που τους είχαν δοθεί να διαχειριστούν στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και να προχωρήσουν σε
περαιτέρω αγορές.

Ο νόμος για την πώληση των εμπορικών πλοίων (Merchant Ship Sales Act), σύμφωνα με τον οποίο τα αμερικανικά πλοία μπορούσαν να πουληθούν σε αλλοδαπούς υπηκόους, ψηφίστηκε από το αμερικανικό Κογκρέσο, το Μάρτιο του 1946 και η Ναυτιλιακή Επιτροπή των Ηνωμένων Πολιτειών, που έγινε υπεύθυνη των πωλήσεων, αποφάσισε να πουλήσει πλοία με πίστωση σε ιδιώτες και συμμαχικές κυβερνήσεις. Οι εφοπλιστές που διέθεταν κεφάλαια σε αμερικανικές τράπεζες αγόρασαν Λίμπερτυς και τα έθεσαν υπό τη σημαία του Παναμά. Άλλοι έλληνες εφοπλιστές ζήτησαν την εγγύηση του ελληνικού κράτους, για να τους επιτραπεί να αγοράσουν τα Λίμπερτυς με πίστωση. Στις 9 Απριλίου του 1946, η ελληνική κυβέρνηση εγγυήθηκε δάνειο για την αγορά 100 Λίμπερτυς εκ μέρους των εφοπλιστών. Η εγγύηση δόθηκε επί κυβερνήσεως Τσαλδάρη και οι διαπραγματεύσεις ολοκληρώθηκαν από τον αρχηγό της κυβερνητικής αποστολής στην Αμερική Σοφοκλή Βενιζέλο –του οποίου ο αδελφός Κυριάκος Βενιζέλος ήταν εφοπλιστήςκαι τον Υπουργό Ναυτιλίας Νικόλαο Αβραάμ σε συνεργασία με τον Πρόεδρο των Ελλήνων Εφοπλιστών στη Νέα Υόρκη, Μανώλη Κουλουκουντή. Αυτή η εγγύηση επικρίθηκε δριμύτατα από ένα τμήμα του ελληνικού τύπου, εξαιτίας των ελάχιστων ανταλλαγμάτων που συνεπαγόταν η συμφωνία για το ελληνικό κράτος σε μια περίοδο τόσο κρίσιμη για την Ελλάδα. Ο αντιπολιτευτικός τύπος μαινόταν το 1947 με εκτενή αρθρογραφία στις εφημερίδες Ελευθερία, Ελευθέρα Ελλάς και Ριζοσπάστης με κατηγορίες για δωροδοκία, φαβοριτισμό και προμήθειες. Το μένος εκτονώθηκε, και μάλλον άδικα στον Υπουργό Ναυτιλίας Νικόλαο Αβραάμ ο οποίος κατηγορήθηκε ευθέως για προμήθειες. 

Ο Αριστοτέλης Ωνάσης, που αφέθηκε εκτός της αγοραπωλησίας των 100 Λίμπερτυς αναφέρει στο υπόμνημά του ότι «τα 100 εδωρήθησαν από την χειρονομίαν του Ελληνικού λαού». Υπολόγισε ότι μέσα στον πρώτο χρόνο τα 100 αυτά πλοία απέδωσαν εισόδημα 9 εκ. λίρες Αγγλίας και καθαρό κέρδος 2,8 εκ. λίρες Αγγλίας άρα οι εφοπλιστές δεν χρειάζονταν την εγγύηση του ελληνικού κράτους. Δηλαδή σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια θα είχαν υπερεξοφλήσει το δάνειο το οποίο εγγυήθηκε το ελληνικό κράτος για 17 χρόνια. Σημειωτέον ότι τα Λίμπερτυ αγοράστηκαν για 16,5 εκ. λ.Α., το ένα τρίτο δηλαδή της αρχικής τους τιμής. Από αυτό το ποσό, μόνο 4,1 εκ. λ.Α., δηλαδή το 25% της συνολικής αξίας, πληρώθηκε τοις μετρητοίς από τους εφοπλιστές, ενώ τα υπόλοιπα 12,1 εκ. λ.Α. δόθηκαν με πίστωση από τους Αμερικανούς, με εγγύηση που παρείχε το Ελληνικό Κράτος.

Την αγορά των 100 Λίμπερτυς ακολούθησε η αγορά 7 τάνκερ τύπου Τ2 (16.500 τόνων νεκρού βάρους). Μαζί με τα Λίμπερτυς, η αμερικανική κυβέρνηση αποφάσισε να διαθέσει τάνκερ με πίστωση στις συμμαχικές κυβερνήσεις ή σε μεμονωμένους εφοπλιστές με κρατική εγγύηση, με τις ίδιες ευμενείς συνθήκες πληρωμής που αγοράστηκαν τα Λίμπερτυς. Επτά από αυτά τα τάνκερ παραχωρήθηκαν προς πώληση στην ελληνική κυβέρνηση. Για να μπορέσει να ανταγωνιστεί τους άλλους εφοπλιστές, ο Ωνάσης απηύθυνε […] ειδική προσφορά στο Υπουργείο Ναυτιλίας να αγοράσει τοις μετρητοίς τα 7 τάνκερ και να διαθέσει μέρος των κερδών στο ΝΑΤ (Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο) και άλλους οργανισμούς, προς όφελος του Δημοσίου. […]

Σε αυτή τη φάση ο Ωνάσης προσπαθεί να διαρρήξει το τοίχος και να μπει στον κύκλο της Ένωσης Εφοπλιστών, στην οποία παραχωρεί δικαιώματα διαχείρισης του σχεδίου ακόμα και μετά θάνατον.

Η προσφορά του προκάλεσε άμεση αντίδραση από τους υπόλοιπους εφοπλιστές: τα 7 πλοία αγοράστηκαν τοις μετρητοίς από τους παραδοσιακούς εφοπλιστές, Νικόλαο Λυκιαρδόπουλο, Στρατή Ανδρεάδη, Σταύρο Λιβανό, Γεώργιο Νικολάου, τους γιούς του Πέτρου Γουλανδρή, το Μάρκο Νομικό και τους αδελφούς Χανδρή. Ο Αριστοτέλης Ωνάσης, που αποκλείστηκε όχι μόνο από την αγοραπωλησία των 100 Λίμπερτυς αλλά και από την αγορά των 7 δεξαμενοπλοίων, εξοργίστηκε, όπως φαίνεται και παρακάτω στο υπόμνημά του: «Τα μοιρασθήκατε και δεν μου αφήσατε ούτε ένα σωσίβιον, εμένα, του πρωτοπόρου της ιδέας, του ηθικού αυτουργού της όλης υποθέσεως, διότι άνευ εμού θα τα είχατε όλα επιστρέψει. Ηκούσθησαν δε και τα εξής ευχαριστήρια: “Δεν είναι Έλλην, τι δικαίωμα έχει αυτός ο Ανατολίτης, ο Αργεντίνος”». Ο Ωνάσης φέροντας το Υπόμνημα στη δημοσιότητα χτυπούσε στην αχίλλειο πτέρνα του εφοπλιστικού κόσμου που διατηρούσε τους κανόνες του παιχνιδιού «εντός των πυλών».

Επομένως το Υπόμνημά του είναι ένας τρόπος εκδίκησης προς την ελίτ των εφοπλιστών (ανάμεσα στην οποία και ο ίδιος ο πεθερός του!) για τον τρόπο που του συμπεριφέρθηκαν μέσα στο πλαίσιο ενός άγριου ανταγωνισμού στη μεταπολεμική περίοδο. Το «εφοπλιστικό κατεστημένο» με ηγέτη τον Μανώλη Κουλουκουντή, πάντα σύμφωνα με την παρούσα μαρτυρία του Ωνάση, προσπάθησε και κατάφερε να χειραγωγήσει τα εκάστοτε κυβερνητικά στελέχη ώστε να τον αποκλείσει από τη μεγάλη αυτή προσφορά αμερικανικών πλοίων.

Οι προτάσεις του Ωνάση που αναδείκνυαν την επιχειρηματική του οξυδέρκεια και την τάση του για την μεγάλη κλίμακα θεωρήθηκαν επικίνδυνα ανταγωνιστικές από τους συναδέλφους του που ήταν συχνά τρίτη και τέταρτη γενιά στη ναυτιλία. Το Υπόμνημα ξεκινά με τις προτάσεις που έκανε ο Ωνάσης στο ελληνικό κράτος δίδοντας ανταλλάγματα στους Έλληνες ναυτικούς και το πώς η ηγεσία του ελληνικού εφοπλισμού με επικεφαλής τον Μανώλη Κουλουκουντή τον απέκλεισε από αυτήν την αγορά χρησιμοποιώντας την επιρροή της σε στελέχη της ελληνικής κυβέρνησης καθώς και τον ναυτιλιακό Τύπο της εποχής ο οποίος καταφέρθηκε εναντίον του. Αναφέρει ορισμένες από τις κατηγορίες, που μπορούν να συνοψισθούν στο ότι θεωρείται ότι δεν ανήκει στους Έλληνες εφοπλιστές εφόσον είναι «Αργεντίνος ή Λεβαντίνος», στο ότι δεν λειτούργησε τα πλοία του υπό ελληνική αλλά υπό παναμαϊκή σημαία και ότι δεν εθυσίασε τίποτε στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αναφέρεται επίσης στις λασπολογίες εναντίον του για το πώς δημιούργησε την περιουσία του, για το ότι εκμεταλλεύθηκε τη θέση του ως Προξένου στην Αργεντινή, ότι ναυάγησε δολίως ένα πλοίο του ή ότι έκανε λαθρεμπόριο.

Η πένα του στοχεύει σε συγκεκριμένα κυβερνητικά στελέχη όπως τον Βασίλειο Δενδραμή με τον οποίο η έχθρα πρέπει να είχε αρχίσει από τον καιρό που ο Δενδραμής ορίστηκε ως Πρέσβης της Ελλάδος στην Αργεντινή, αναβαθμίζοντας σε Πρεσβεία το Προξενείο που είχαν στελεχώσει πριν οι Ωνάσης και Κονιαλίδης. Ο Δενδραμής διετέλεσε και κυβερνητικό στέλεχος επί Κυβερνήσεως Πέτρου Βούλγαρη το 1945 ως υφυπουργός Τύπου και Πληροφοριών·ως υψηλό στέλεχος του διπλωματικού σώματος διατήρησε ισχύ μέσα στο Υπουργείο Εξωτερικών και έπαιξε, σύμφωνα με τον Ωνάση, παρασκηνιακό ρόλο εναντίον του μέσω της ελληνικής κυβέρνησης στην Αθήνα και της Πρεσβείας στη Νέα Υόρκη και στον αποκλεισμό του από οποιαδήποτε αγορά αμερικάνικων πλοίων.

Στη συνέχεια ο Ωνάσης προβαίνει σε αποκαλύψεις για πρακτικές και μεθόδους ορισμένων Ελλήνων εφοπλιστών στη διάρκεια του Πρώτου και Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου καθώς και στη διάρκεια του μεσοπολέμου, δημοσιοποιώντας επιχειρηματικούς τρόπους, όχι πάντα νόμιμους, που ήξερε καλά η ναυτιλιακή αγορά του Πειραιά στοχοποιώντας συγκεκριμένους εφοπλιστές για αυτές τις μεθόδους: Μιλά για αισχροκέρδεια, φοροδιαφυγή, τεχνητές απώλειες πλοίων και ναυάγια, απάτες και τεχνάσματα καθώς και για παραπλάνηση ασφαλιστικών οργανισμών. Καταφέρεται εναντίον του Μανώλη Κουλουκουντή για διασπάθιση Δημόσιου χρήματος από την εκμετάλλευση των 14 Λίμπερτυ στη διάρκεια του πολέμου στη Νέα Υόρκη,καθώς και στενές σχέσεις με την Πρεσβεία της Νέας Υόρκης που τη χρησιμοποιούσε για ίδιον όφελος και παραπλάνηση των αμερικανικών φορολογικών αρχών. Αναλύει τις διευκολύνσεις του ελληνικού κράτους προς τους Έλληνες εφοπλιστές κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και τις αντιπαραβάλλει με την παρεμβατική πολιτική των Σκανδιναυών και ιδιαίτερα της Νορβηγίας, αντιστοίχου ναυτικής χώρας με την Ελλάδα. Στο Υπόμνημά του αναλύει τη στενή σχέση Εφοπλισμού και Κράτους και «την σκανδαλώδη ευεργεσία» του Κράτους προς τους Εφοπλιστές στην περίπτωση της αγοράς των 100 Λίμπερτυ. Αποδεικνύει πως το Κράτος «τους εχάρισε τα πάντα» χωρίς την παραμικρή ανταμοιβή σε φορολογία ή άλλες παραχωρήσεις στη μεταπολεμική περίοδο: «όχι μόνον δεν μας ενοχλεί το ρωμέϊκο αλλά διαρκώς από 40 ετών σκανδαλωδώς μας εξαιρεί και μας ευεργετεί». Αναδεικνύει με λεπτομερείς υπολογισμούς τα τεράστια κέρδη του ελληνικού στόλου και των «100 Λίμπερτυς» που «με την υπογραφήν του ρακενδύτου γυναικοπαίδου δεν βάζομε πεντάρα, γινόμεθα ιδιοκτήται ενός καινούργιου καραβιού μας περισσεύουν 112.500 δολλ. και είμεθα εθνομάρτυρες», και πως το ελληνικό κράτος σε τέτοια εμφυλιοπολεμική περίοδο δεν έλαβε τίποτα. Αναφέρει, «πολλά, τα πάντα οφείλετε εις το Έθνος, αυτό δε όχι μόνον δεν σας οφείλει τίποτε, αλλά σας έχει χαρισθή σκανδαλωδώς». Αποκαλύπτει ότι δεν χρειαζόταν η εγγύηση του ελληνικού κράτους, οι εφοπλιστές που αγόρασαν τα Λίμπερτυς με κρατική εγγύηση σε λίγο χρόνο μπορούσαν να αποπληρώσουν ολόκληρα τα πλοία. Συνεχίζει, αναφερόμενος στην κατάθεση της πρότασης για την αγορά και τη διαχείριση των 7 δεξαμενοπλοίων, όπως αναφέρει στο παραπάνω τηλεγράφημά του. Παραθέτει ολόκληρη ανάλυση και υπολογισμούς που αποδεικνύουν πως, με την πρότασή του, σε πέντε χρόνια τα 7 δεξαμενόπλοια θα έβγαζαν τριάμισυ εκατομμύρια δολλάρια κέρδη για τους Έλληνες ναυτικούς. […]

Σε μια εποχή που δεν έχει καταφέρει να πάρει ακόμα αρκετά πλοία αμερικανικής ναυπήγησης περιμένει την μεσολάβηση του ελληνικού κράτους και των εκπροσώπων των εφοπλιστών για αυτό. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ, ο ίδιος ο Ωνάσης όμως κατάφερε να αγοράσει τελικά τουλάχιστον 22 πλοία αμερικανικής ναυπήγησης στη διάρκεια των επόμενων τριών χρόνων 1948-1951 μέσω εικονικών αμερικανικών εταιρειών, γεγονός που τον έφερε το 1954 αντιμέτωπο με την αμερικανική κυβέρνηση, σύγκρουση την οποία εν τέλει όχι μόνο αντιπαρήλθε αλλά από την οποία βγήκε και κερδισμένος. […]

Αναφέρεται απαξιωτικά στην ταπεινή καταγωγή των ελλήνων εφοπλιστών που προέρχονται από μικρά χωριά μικρών νησιών –ίσως για να τονίσει την αντίθεση με αυτόν που προέρχεται από την κοσμοπολίτικη Σμύρνηκαι οι οποίοι πλουτίζοντας ως «αγωγιάτες» ή «αχθοφόροι» της θάλασσας υπονοεί ότι έγιναν αρχοντοχωριάτες. Τους αποκαλεί τσιγγάνους, «το δε ηθικόν και πνευματικόν των επίπεδον ήτο τοιούτον που το καράβι ήτο κάτι χειρότερο από ένα περιοδεύον κάρο τσιγγάνων», και διακωμωδεί πως, όταν εκμεταλλευόμενοι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο έγιναν πλούσιοι, μετεξελίχθηκαν σε μια νύχτα σε αριστοκράτες: «Ως εκ θαύματος λοιπόν μετατρέπονται οι τσιγγάνοι εις Λόρδους. Η σεντίνα [τα νερά που μαζεύονται στο πυθμένα του σκάφους] μετατρέπεται εις αλαβάστρινον πισίναν στην Κηφισσιά, το ματσακόνι [αιχμηρό εργαλείο και σφυρί με το οποίο οι ναύτες
βγάζουν τη σκουριά στο σκάφος]
εις μπαστούνι του γκόλφ … η κατσίκα του νησιού εις μυροβόλον Pekinois απ’ το Παρίσι, το τσεμπέρι της γυναίκας μας εις καπέλλο της Caroline Reboux, ο γάϊδαρος του νησιού εις αγγλικό καθαρόαιμο στο Long Champs».

Πέραν όμως των παραπάνω εκείνο που σαφώς καταδεικνύει ο Αριστοτέλης Ωνάσης με το υπόμνημά του είναι ότι δεν είναι μόνο ένας βαθύς γνώστης της ελληνικής και διεθνούς ναυτιλίας αλλά και απολύτως μέλος της εφοπλιστικής οικογένειας γνωρίζοντας όλα τα εκ των ένδον αρνητικά και θετικά για πρόσωπα και πράγματα. Και πέρα από την πρόσκαιρη ικανοποίηση της εκδίκησης μέσω της δημοσιοποίησης, βασικός του στόχος είναι η άμυνα, η δημόσια αποκάλυψη των πράξεών του και των επιχειρηματικών του επιλογών για να καλύψει τη συκοφαντία και την αδικία που νοιώθει ότι σέρνεται στο όνομά του. Όπως λέει και ο ίδιος με αυτό το υπόμνημα, «Δεν καυχώμαι, αλλ’ αμύνομαι και εξηγούμαι». 

Ο Ωνάσης δεν μπήκε ποτέ στη διοίκηση της Ένωσης, αλλά η κόρη του Χριστίνα Ωνάση συμμετείχε σε κάποια τρία διοικητικά συμβούλια. Με σατιρική διάθεση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, για την Ένωση, ο Ωνάσης θεωρούνταν λαθρο-εφοπλιστής, ένας ξένος που απειλούσε να τους πάρει τις δουλειές και τις γυναίκες. Το αν ήταν έλληνας ή όχι ήταν μάλλον δευτερευούσης σημασίας – ήταν ξένος ως προς την εφοπλιστική οικογένεια, ακόμα κι όταν έγινε μέλος μιας οικογένειας εφοπλιστών.

Αφού είδαμε την ανθρωπολογική πλευρά του ζητήματος, τις “καλές πρακτικές” του ελληνικού εφοπλισμού, τους εκβιασμούς, τα τερτίπια και τους ανταγωνισμούς, αφού παρακολουθήσαμε μέσα από τις φράσεις του ίδιου του Ωνάση τη συνεχή οικονομική στήριξη των εφοπλιστών από το κράτος με όλους τους τρόπους που αυτοί ζητούσαν, αφού δηλαδή πήραμε μια γεύση της “οικογένειας”, της “φαμίλιας” ή, όπως την λένε οι ίδιοι, της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών, ήρθε η ώρα να δούμε μια ακόμα ιδιαιτερότητα των ελλήνων εφοπλιστών, κι έτσι να κλείσουμε προς το παρόν το κεφάλαιό τους στη σειρά μας και ν’ ανοίξουμε ένα άλλο.

Αλλά αυτά θα τα δούμε στο επόμενο επεισόδιο.

Συνεχίζεται

[1] Το κείμενο υποβλήθηκε τον Σεπτέμβριο 1947 ως υπόμνημα/ανοιχτή επιστολή προς τον Πρόεδρο των Ελλήνων Εφοπλιστών στη Νέα Υόρκη Μανώλη Κουλουκουντή και διακινήθηκε «διά χειρός» σε διάφορα αντίτυπα σε δακτυλόγραφη μορφή στους ελληνικούς εφοπλιστικούς κύκλους της Νέας Υόρκης, του Λονδίνου και του Πειραιά. Δημοσιεύτηκε έξι χρόνια αργότερα από την ελληνική εφημερίδα στην Αθήνα, Εθνικός Κήρυξ σε 12 συνέχειες με τον τίτλο, «Η ναυτιλία μας μετά τον πόλεμον και η δράσις των Ελλήνων εφοπλιστών. Μια εξιστόρησις αγνώστων και καταπληκτικών γεγονότων, από τον δαιμόνιον Έλληνα εφοπλιστήν κ. Ωνάσην».

Υ.Γ.1. Ευχαριστώ το σύντροφο και φίλο Γιώργο Π. για την υπόδειξη του κειμένου της Χαρλαύτη και όλο το βοηθητικό υλικό που μου έχει στείλει γι’ αυτήν τη σειρά.

Υ.Γ. 2 Σ’ εκείνο τον Εθνικό Κήρυκα που ξεκίνησε η δημοσίευση του υπομνήματος του Ωνάση, πρωτοσέλιδο ήταν ο Στάλιν…

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Notice: Only variables should be assigned by reference in /srv/katiousa/pub_dir/wp-content/themes/katiousa_theme/comments.php on line 6

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: