Ο ιμπεριαλισμός σύνορα δεν (ανα)γνωρίζει

Αν όμως ξεθωριάζει η σημασία των εθνικών συνόρων, προφανώς η παλιά διάκριση των χωρών σε ιμπεριαλιστικές και εξαρτημένες επηρεάζεται.

Στο προηγούμενο σημείωμα ισχυριστήκαμε ότι ο ιμπεριαλισμός είναι η σύγχρονη κυρίαρχη φάση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής που χαρακτηρίζεται από τα μονοπώλια και όλες τις αλλαγές που αυτά επιφέρουν στην ανισομετρία και τον ανταγωνισμό. Πρόκειται για μια ποιοτική αναβάθμιση που προέρχεται από μια μεγάλη σειρά βίαιων ποσοτικών συσσωρεύσεων, μέσα από κρίσεις και πολέμους.

Στα περίπου 150 χρόνια από την εμφάνιση αυτού του σταδίου του καπιταλισμού έχουν επέλθει μεγάλες αλλαγές, οι οποίες προέκυψαν μέσα από την εξέλιξη του ίδιου του συστήματος. Η συνθήκη όπου όλα τα μονοπώλια με έδρα ή σημείο εκκίνησης μια χώρα ανταγωνιζόντουσαν αντίστοιχα μονοπώλια μιας άλλης χώρας· αυτή η συνθήκη έχει ανατραπεί από τον ίδιο τον ιμπεριαλισμό.

Αυτή ήταν η συνθήκη ιδιαίτερα πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, με ένα μικρό διάλειμμα λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση του 1929. Οι μεγάλοι φραγμοί στην κίνηση του κεφαλαίου που κράτησαν ακόμα και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 σε μεγάλα κέντρα του ιμπεριαλιστικού συστήματος, όπως η Γαλλία, καθιέρωσαν τη χώρα-κράτος ως το μοναδικό σημείο αναφοράς και έκαναν τους ανθρώπους να ξεχάσουν την τριπλή διάσταση που έδωσε ο Λένιν στο ζήτημα όταν παρατηρούσε ότι

«η ανισομετρία και ο αλματικός χαρακτήρας της ανάπτυξης των διαφόρων επιχειρήσεων, των διαφόρων κλάδων της βιομηχανίας, των διαφόρων χωρών είναι αναπόφευκτα στις συνθήκες του καπιταλισμού». (2009, σ. 72, υπογράμμιση δική μου)

Η κίνηση του κεφαλαίου μπαστάρδεψε τις καταγωγές, δοκίμασε τα όρια αντοχής των εθνικών συνόρων και βάθυνε την αντίθεση κεφαλαίου σαν λειτουργία και κεφαλαίου σαν ιδιοκτησία τόσο πολύ, ώστε ανταγωνιστικά μεταξύ τους μονοπώλια να βρίσκονται στην ίδια χώρα και να ανήκουν στην ίδια χούφτα ιδιοκτητών.

Προφανώς, «χούφτα» είναι οι ιδιοκτήτες σε σχέση με τον παγκόσμιο πληθυσμό, όχι σε σχέση με τα δάχτυλα του ανθρώπου κι έτσι μπορεί να αθροίζουν χιλιάδες. Μόνο η Ελλαδίτσα συνεισφέρει τουλάχιστον δύο δεκάδες σε αυτή τη χούφτα.

Σε αυτές τις γραμμές ο αστός πολιτικός και διανοητής Triffin, εκ των πρωτεργατών του Γαλλογερμανικού συμβιβασμού, ήδη από τη δεκαετία του 1960, πήγαινε ένα βήμα παραπέρα υποστηρίζοντας ότι ένα παγκόσμιο κράτος είναι απαραίτητο για το δεδομένο επίπεδο ανάπτυξης της καπιταλιστικής οικονομίας.

«Εμείς [ο Δυτικός κόσμος, ΓΛ] έχουμε πλέον ξαναρχίσει, επιτέλους, την ίδια εξέλιξη που διέγραψε τα μεσαιωνικά σύνορα των δουκάτων, των κομητειών και των ηγεμονιών για να τα συγχωνεύσει στα εθνικά κράτη της σύγχρονης εποχής. Τα εθνικά κράτη – τουλάχιστον όλα εκτός από τα μεγαλύτερα – είναι τόσο παρωχημένα σήμερα όσο τα δουκάτα, οι κομητείες και οι ηγεμονίες του παρελθόντος. Θα συγχωνευθούν κάποια μέρα σε μια παγκόσμια κοινότητα, […]» (Triffin, 1966, σ. 95).

Είναι η περίοδος που γίνονται μεγάλες αλλαγές στην κίνηση του κεφαλαίου, τόσο μέσα από τις εξαγωγές κεφαλαίου, τις διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες, όσο και από την οργάνωση του Διεθνούς Νομισματικού Συστήματος, τα διεθνή συστήματα πληρωμών, την οικοδόμηση των διεθνών υπερκρατικών οργανισμών και συμφωνιών (Παγκόσμια Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου), της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης (Labrinidis, 2021). Αυτό είναι το χαρακτηριστικό του ιμπεριαλισμού που παρατηρεί ο Λένιν ότι δηλαδή συγκροτούνται διεθνείς μονοπωλιακές ενώσεις των καπιταλιστών, οι οποίες μοιράζουν τον κόσμο.

Οι ανατροπές των σοσιαλιστικών χωρών επέφεραν μια ακόμα σημαντική ώθηση σε αυτή τη διαδικασία. Οι εξαγωγές κεφαλαίου ξεχύθηκαν με νέα ορμή, αυτή τη φορά προς τα ανατολικά, ενώ το ιμπεριαλιστικό χρήμα απέκτησε μια νέα πτυχή. Για παράδειγμα, ακόμα και το υπόδειγμα ανάπτυξης της Γερμανίας αναθεωρήθηκε με την ένωση των Γερμανιών. Η πρόσβαση σε μια τέτοια εργατική τάξη, σε υποδομές και πρώτες ύλες, η επέκταση των συνόρων που αύξησαν την αγορά κατά 25% σε όρους πληθυσμού και κατά 43,5% σε όρους έκτασης, η επανένωση του Βερολίνου του ίδιου, η απόλυτη δικαίωση της Ostpolitik που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960 ήταν τόσο πολλά υποσχόμενες προοπτικές για την αστική τάξη στη Γερμανία ώστε να συναινέσει στο ευρώ και την πιστωτική επέκταση. Η συναίνεση στο ευρώ ήταν ένας μεγάλος συμβιβασμός που η αστική τάξη στην Γερμανία αρνούνταν για πάνω από τρεις δεκαετίες ακριβώς λόγω της απώλειας εθνικού ελέγχου πάνω στο χρήμα.

Όμως, παρά την απορρύθμιση των ροών κεφαλαίων παγκοσμίως και την οικοδόμηση της ΕΕ και της Ευρωζώνης, εξακολουθούσαν να υπάρχουν περιορισμοί στην κυκλοφορία του κεφαλαίου ακόμα και πριν την καπιταλιστική κρίση του 2008. Η εξέταση του επιπέδου σύγκλισης και χρηματοπιστωτικής ολοκλήρωσης στα πλαίσια της Ευρωζώνης αποκαλύπτει ότι οι περιορισμοί αυτοί εξακολουθούσαν να ισχύουν ακόμη και μετά από δύο δεκαετίες μετά την επίσημη έναρξη του ευρώ.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο Triffin είχε ήδη επιχειρηματολογήσει ότι

«παρόμοιοι περιορισμοί σε κάθε ιδανικό πρότυπο διεθνών οικονομικών θεσμών είναι πιθανό να παραμείνουν μαζί μας όσο πολιτικές και διοικητικές δυσκολίες κάνουν ουτοπικό το να συλλογιζόμαστε μια συγχώνευση των εθνικών κυριαρχιών σε μια αποτελεσματική παγκόσμια κυβέρνηση». (1966, σ. 87)

Το αποτέλεσμα είναι μια υβριδική αντιφατική κατάσταση μεταξύ του εθνικού και του υπερεθνικού.

Το πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης μοιάζει με την προκειμένη περίπτωση, όπου η ελευθερία κίνησης του κεφαλαίου ενισχύεται, αν και δεν είναι εγγυημένη.

«Μια ‘ισχυρή’ εκδοχή αυτής της θέσης είναι ότι η ΕΕ θα (ή θα έπρεπε να) αναδυθεί ως ένα ισχυρό ‘υπερ-κράτος’ που θα διαχειρίζεται μια οικονομία της ΕΕ, με την ΕΕ να αντικαθιστά την εθνική ως την κυρίαρχη κλίμακα της ρύθμισης και της οικονομικής οργάνωσης καθώς η σημασία των εθνικών συνόρων ξεθωριάζει.» (Hudson, 2003, σ. 49)

Το κράτος ορίζει χώρους ανταγωνισμού, εξασφαλίζοντας εγχώρια και στηρίζοντας διεθνώς την ελευθερία κίνησης του κεφαλαίου, υπονομεύοντας τον εαυτό του. Όσο πιο απόλυτα πετυχαίνει την ελευθερία κίνησης εντός των συνόρων, τόσο πιο χτυπητή είναι η δυσκολία περάσματος αυτών των συνόρων και η ζωή για το κεφάλαιο έξω από αυτά. Για να διευκολύνει την κίνηση του κεφαλαίου διαμέσου των συνόρων αναγκάζεται ταυτόχρονα να την περιορίζει (μέσα από την εφαρμογή ελέγχων) και να αμφισβητεί τα σύνορα (μέσα από την μεταβίβαση δικαιοδοσιών σε υπερεθνικούς οργανισμούς ή σε διμερείς συμφωνίες). Η ΕΕ και ειδικά η Ευρωζώνη είναι εξαιρετικά τέτοια παραδείγματα, αλλά δεν είναι τα μόνα. Οι BRICS, η NAFTA και η MERCOSUR είναι παραδείγματα πολυμερών συμφωνιών που διευρύνουν το χώρο κίνησης του κεφαλαίου, επιτυγχάνοντας προνομιακά οφέλη για αυτό το κεφάλαιο που βρίσκεται μέσα σε αυτούς τους χώρους, έναντι αυτού που είναι εκτός.

Συνοψίζοντας μέχρι εδώ, η σημασία του κράτους στο ξεδίπλωμα της ανισόμετρης ανάπτυξης και της δομής του ιμπεριαλισμού είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την ελευθερία του κεφαλαίου να κινηθεί.

Εάν το κεφάλαιο ήταν πλήρως ελεύθερο να κινηθεί διεθνώς, οι χώρες θα ήταν πολύ λιγότερο σημαντικές και το σημαντικότερο πεδίο ανισομετρίας θα ήταν μεταξύ χωριστών επιχειρήσεων, περιλαμβάνοντας κεφαλαιουχικές μονάδες διαφορετικών τομέων και συνδυάζοντας το κεφάλαιο ως λειτουργία με το κεφάλαιο ως ιδιοκτησία.

Αν όμως ξεθωριάζει η σημασία των εθνικών συνόρων, προφανώς η παλιά διάκριση των χωρών σε ιμπεριαλιστικές και εξαρτημένες επηρεάζεται. Το υποπτευόμασταν κάπως αυτό με την κατάργηση της αποικιοκρατίας όπως την ξέραμε που αντιστοιχούσε σε συγκεκριμένο στάδιο ανάπτυξης του ιμπεριαλισμού και τις νέες μορφές οικονομικής εξάρτησης που δεν είναι μεταξύ χωρών. Ακόμα και το χρέος των χωρών διακρατείται κυρίως από επιχειρήσεις.

Ειδικά με την ΕΕ καταλαβαίνουμε ότι αυτή λειτουργεί σαν ένας συλλογικός ιμπεριαλιστής και ότι, όσο κι αν αυτή βασίζεται στο Γαλλογερμανικό συμβιβασμό, δεν παύει να έχει υπερεθνικά οφέλη για την αστική τάξη σε όλες τις χώρες μέλη. Οι χώρες μέλη έχουν αποδυναμωθεί συνολικά, ενώ έχουν δυναμώσει άλλες δομές.

Αλλά και ο πρόσφατος πόλεμος έχει δώσει μια σειρά περίεργων για το παλιό πλαίσιο ανάλυσης φαινομένων, εφόσον δεν έχει αγκαλιάσει το σύνολο των εμπλεκόμενων οικονομιών, ενώ κάποιοι κλάδοι φαίνεται να εξαιρούνται από τις εχθροπραξίες. Επίσης, υπάρχει διάχυτη η αίσθηση ότι ομάδες συμφερόντων, κλάδοι, μεμονωμένες επιχειρήσεις ή και συγκεκριμένοι κεφαλαιοκράτες ευθύνονται για τη μία ή την άλλη εξέλιξη.

Ακόμα και η υπόθεση της συνεκμετάλλευσης του Αιγαίου, με την αναγκαστική αμφισβήτηση των συνόρων δείχνει τη δυναμική των μονοπωλίων και τα όρια που αυτή συναντά στα παρωχημένα εθνικά σύνορα. Ποιος είναι ο ιμπεριαλιστής εδώ; Ποιος είναι ο επιθετικός; Τα είχαμε συζητήσει αυτά με αφορμή την τούρκικη επιθετικότητα και το χαρακτήρα της.

Ο “χώρος” ανάπτυξης της ανισόμετρης ανάπτυξης λοιπόν πρέπει να εξεταστεί ξανά κάτω από το πρίσμα των εξελίξεων στην κίνηση και την ιδιοκτησία του κεφαλαίου.

Στα επόμενα σημειώματα θα εξετάσουμε τις διαστάσεις του χώρου, γεωγραφικές και μη, αναλυτικότερα. Θα δούμε τις αντίρροπες δυνάμεις που επιτρέπουν στο ρόλο του κράτους στον ιμπεριαλισμό όχι απλά να επιβιώνει, αλλά και να αναβιώνει, να αποκτά νέο περιεχόμενο. Μέσα σε αυτές θα ξεχωρίσουμε τον προστατευτισμό που προέκυψε μετά από την κρίση του 2008 με πρωτοπόρες τις ΗΠΑ και Αγγλία.

Συνεχίζεται

Hudson, R. (2003). European integration and new forms of uneven development. European Urban and Regional Studies, 10(1), S. 49-67. https://doi.org/10.1177/0969776403010001539

Labrinidis, G. (2021). The euro as imperialist money. In D. Meacham (Ed.), The Routledge Handbook of Philosophy of Europe. Routledge.

Triffin, R. (1966). The world money maze: national currencies in international payments. Yale University Press.

Λένιν, Β. Ι. (2009). Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. Σύγχρονη Εποχή.

 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Notice: Only variables should be assigned by reference in /srv/katiousa/pub_dir/wp-content/themes/katiousa_theme/comments.php on line 6

2 Trackbacks

Κάντε ένα σχόλιο: