Παραιτήσου ρε, τι σου ζητάνε;

Οι συμβασιούχοι αρχαιοφύλακες βρέθηκαν εγκλωβισμένοι στο δίλημμα “ταμείο ανεργίας ή δουλειά και του χρόνου”, παίρνοντας από την πολιτική ηγεσία την τρομερή απάντηση πως δεν πρέπει να είναι πλεονέκτες και να τα θέλουν όλα…

Πριν από μερικές ημέρες, βουλευτές του ΚΚΕ κατέθεσαν ερώτηση στην Υπουργό Πολιτισμού, που κατέληγε ως εξής:

Ερωτάται η κ. υπουργός, τι μέτρα προτίθεται να πάρει η κυβέρνηση ώστε:

  • Να γίνουν μόνιμες προσλήψεις επαρκούς αριθμού αρχαιοφυλάκων με πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, ώστε να καλύπτονται πλήρως οι ανάγκες.
  • Να αρθεί ο περιορισμός του 8μήνου για την πρόσληψη των αρχαιοφυλάκων.
  • Να μονιμοποιηθούν άμεσα όλοι οι συμβασιούχοι που εργάζονται με ελαστικές σχέσεις εργασίας και να μη χάσει κανείς τη δουλειά του, χωρίς όρους και προϋποθέσεις.

Ολόκληρη την ερώτηση και το σκεπτικό της, μπορείτε να τα διαβάσετε εδώ, ακολουθώντας τον σύνδεσμο.

Όσοι έχουν υψηλό βαθμό έκθεσης στα φιλελέ στερεότυπα -που καλλιεργούνται συστηματικά και βαφτίζονται “κοινή γνώμη”- βγάζουν αυτόματα το εύκολο συμπέρασμα: αργόμισθοι συμβασιούχοι που ζητούν μια μόνιμη θέση στο δημόσιο. Κι αν η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική, τόσο το χειρότερο για αυτήν.

Τι ζητάνε όμως οι συμβασιούχοι αρχαιοφύλακες; Είναι δύσκολο να ανοίξει σε ένα σύντομο κείμενο όλη η βεντάλια των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν, δε γίνεται όμως να εξηγήσουμε το ειδικό χωρίς να σκιαγραφήσουμε το γενικό πλαίσιο.

Ο τουρισμός αποκαλείται συχνά “η βαριά βιομηχανία της χώρας”, έχοντας μερικούς από τους πιο βαριά εργαζόμενους. Ακόμα και στο δημόσιο τομέα, που δε συγκρίνεται με τις συνθήκες-γαλέρα του ιδιωτικού, είχαμε μες στην τελευταία δεκαετία επέκταση ωραρίου και περικοπές απολαβών, παράλληλα με τη σημαντική μείωση στο προσωπικό φύλαξης που στελεχώνει (υποστελεχώνει πλέον για την ακρίβεια) τους χώρους.

Ας δούμε τη γενική εικόνα: το Υπουργείο Πολιτισμού αυξάνει τις τιμές των εισιτηρίων σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, πανηγυρίζοντας για επιδόσεις-ρεκόρ στην προσέλευση τουριστών, αλλά την ίδια στιγμή περικόπτει οτιδήποτε κι αν κόβεται, λειτουργώντας ενάντια ακόμα και στην τυπική λογιστική λογική -που κάθε άλλο παρά πρέπει να διέπει τη διαχείριση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Αρκεί να δει κανείς τι γίνεται στην Ακρόπολη, που θεωρητικά είναι η βιτρίνα και ο καθρέφτης της χώρας στο εξωτερικό. Μόνο μες στο τρέχον έτος (2019) είχαμε πχ τον σοβαρό τραυματισμό μιας αρχαιοφύλακα -που κατέστη ανίκανη για εργασία- κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας, επειδή δε λειτούργησε το αλεξικέραυνο! Αλλά και τον ντόρο που προκλήθηκε διεθνώς, όταν κάποια παιδιά κουβάλησαν στα χέρια τους τον συμμαθητή τους και το αναπηρικό του καροτσάκι, για να μπορέσει να δει από κοντά την Ακρόπολη, αφού ο αναβατήρας ήταν εκτός λειτουργίας, με βλάβη.

Ας δούμε τώρα πιο ειδικά το ζήτημα των προσλήψεων. Η τακτική του ΥΠΠΟΑ διαχρονικά -πάνω από ροζ και γαλαζοπράσινες κυβερνήσεις- είναι να προσλαμβάνει μόνιμο προσωπικό με το σταγονόμετρο, παρά τις επιτακτικές ανάγκες που υπάρχουν. Οι θέσεις που προκηρύχθηκαν πρόσφατα βγήκαν μετά από μια δεκαετία από την αμέσως προηγούμενη προκήρυξη, και η διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα, καθώς κολλά σε χρονοβόρες, γραφειοκρατικές διαδικασίες.

Τα υπόλοιπα κενά μπαλώνονται με “αναλώσιμους” συμβασιούχους ορισμένου χρόνου και επτάμηνες ή οκτάμηνες συμβάσεις. Οι συμβασιούχοι καλύπτουν στην ουσία οργανικά κενά και πάγιες ανάγκες, αλλά έχουν ως ταβάνι την οκτάμηνη απασχόληση κάθε χρόνο, για να θεωρούνται εποχικοί, και να μη διεκδικήσουν τη μονιμοποίησή τους -με ασφαλιστικά μέτρα κτλ.

Το ΥΠΠΟ-Α επιλέγει να τους προσλάβει κατά τους θερινούς μήνες τουριστικής αιχμής και να καλύψει τους υπόλοιπους με λιγότερα άτομα και κόστος -πχ με κοινωφελή προγράμματα. Το αποτέλεσμα είναι όσοι επιλέγουν να επισκεφτούν τη χώρα μας το χειμώνα να πληρώνουν κατά κανόνα φτηνότερο εισιτήριο μεν, αλλά να βρίσκουν κάποιους χώρους ή ολόκληρες πτέρυγες μουσείων (όπως πχ στο Εθνικό Αρχαιολογικό) κλειστές, γιατί δεν υπάρχει επαρκές προσωπικό να τις φυλάξει. Παράλληλα τα ωράρια λειτουργίας των περισσότερων χώρων, αρχής γενομένης από τον Οκτώβρη και ιδίως από Νοέμβρη ως Μάρτιο τσεκουρώνονται, συνήθως αρκετά περισσότερο από όσο θα δικαιολογούσε η αντικειμενικά νωρίτερη δύση του ήλιου τους χειμερινούς μήνες. Αποτέλεσμα επισκέπτες που έρχονται από μακριά για να θαυμάσουν τους Δελφούς ή τις Μυκήνες πχ να τρέχουν ασθμαίνοντας για να προλάβουν την τελευταία είσοδο. Τέτοια διαφήμιση της χώρας…

Οι αρχαιοφύλακες επιλέγονται με βάση τα προσόντα και τα μόρια που συγκεντρώνουν. Αρχικά, η μεγάλη πλειοψηφία τους συγκέντρωνε τα απαραίτητα μόρια κυρίως με τους μήνες ανεργίας και το βαθμό του Απολυτηρίου Λυκείου, ενώ δούλευε χρόνο παρά χρόνο, για να μαζέψει την απαιτούμενη ανεργία. Στην πορεία, δεδομένης και της μεγάλης ανεργίας και της γενικότερης κατάστασης, πολλοί προσανατολίστηκαν στη λύση να σπουδάσουν σε ΙΕΚ την ειδικότητα του αρχαιοφύλακα, για να μπορούν να μπαίνουν στις συμβάσεις κάθε χρόνο, παίρνοντας κι ένα επίδομα ανεργίας στο ενδιάμεσο, εφόσον το δικαιούνται. Στο ενδιάμεσο, βέβαια, ο κλάδος τείνει να κορεστεί, αφενός λόγω της μείωσης των θέσεων από το Υπουργείο, αφετέρου λόγω του φοβερού επίσημου σχεδιασμού που επιτρέπει πλέον να ανοίγουν και τμήματα ιδιωτικών ΙΕΚ στην ειδικότητα, ενώ πέντε χρόνια πριν σχεδίαζε να την κλείσει (!), αφού τα βλέπει όλα ως θέμα προσφοράς και ζήτησης…

Τα τελευταία πολλά χρόνια οι ΣΟΧ (συμβάσεις ορισμένου χρόνου) για τους αρχαιοφύλακες είναι επτάμηνες και ξεκινούσαν αρχές Απρίλη -το κανονικό θα ήταν η 1η Απρίλη, αλλά αυτό μάλλον ακουγόταν σαν πρωταπριλιάτικο ψέμα και έτσι σπανίως τηρείται. Η προκήρυξη του 2019 όμως έκανε λόγο για οκτάμηνη σύμβαση, χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος γι’ αυτό, πέραν ίσως της προεκλογικής σκοπιμότητας που διέβλεπαν οι περισσότεροι πίσω από αυτήν την κίνηση.

Θεωρητικά αυτό έγινε για καλό, ώστε οι χώροι να είναι στελεχωμένοι μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και οι φύλακες να έχουν ένα μηνιάτικο παραπάνω και τα μόρια της προϋπηρεσίας. Στην πράξη όμως τους εγκλώβισε, δημιουργώντας περισσότερα προβλήματα, αφού η σύμβαση δεν ξεκίνησε εγκαίρως, δηλαδή την Πρωταπριλιά, με συνέπεια οι φύλακες να έχουν τον φόβο του οκτάμηνου κωλύματος για του χρόνου και την επόμενη σύμβαση -εφόσον δε μεσολαβήσουν τέσσερις μήνες από το τέλος της προηγούμενης.

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι έπρεπε να παραιτηθούν οικειοθελώς ως τα τέλη Νοέμβρη, για να είναι βέβαιοι πως θα μπορούν να εργαστούν και του χρόνου, χωρίς να τους πιάνει το κώλυμα. Έτσι όμως θυσιάζουν το επίδομα ανεργίας, αφού δεν το δικαιούνται όσοι παραιτούνται. Κι όταν ζήτησαν από την πολιτική ηγεσία να δώσει μια λύση, ρυθμίζοντας το θέμα του κωλύματος, εισέπραξαν την αδιαφορία της κυβέρνησης και την τρομερή απάντηση να μην είναι πλεονέκτες και τα θέλουν όλα δικά τους -δουλειά του χρόνου και επίδομα ανεργίας φέτος.
Ο ορισμός της πλεονεξίας, κυρία μου…

Συνοψίζοντας. Οι φύλακες γίνονται εργαζόμενοι-λάστιχο, ζώντας σε μια διαρκή αβεβαιότητα -που θα επιταθεί με μαθηματική ακρίβεια τα επόμενα χρόνια. Βρέθηκαν εγκλωβισμένοι στον φαιδρό σχεδιασμό των πολιτικών ηγεσιών του Υπουργείου, ζητώντας μια αυτονόητη ρύθμιση που θα τους εξασφαλίζει όχι κάποια θέση στο δημόσιο, αλλά το δικαίωμα να διεκδικήσουν μία θέση του χρόνου, χωρίς να αποκλειστούν λόγω κωλύματος. Και συνάντησαν τοίχο και έλλειψη πολιτικής βούλησης, που κρύβεται πίσω από την τυπική νομιμότητα και τις γραφειοκρατικές διαδικασίες.
Ο ορισμός της κοροϊδίας κυρία μου…

Πάντα όταν χρειάζεται να αλλάξει κάτι προς θετική κατεύθυνση, υπάρχει ένα βουνό γραφειοκρατίας που πρέπει να μετακινηθεί. Ενώ για το αντίθετο, υπάρχει άπειρη κατανόηση, παραθυράκια και κατεπείγουσες διαδικασίες που το φέρνουν σε πέρας σε χρόνο-ρεκόρ. Και φαντάζει αστείο να περιμένει κανείς από το Υπουργείο να συγκινηθεί από τον κίνδυνο να δουλέψουν του χρόνου οι χώροι χωρίς έμπειρο, ειδικευμένο προσωπικό. Αν ήταν στο χέρι τους, θα είχαν φέρει ήδη εταιρίες με ιδιωτικά σεκιούριτι -που είναι ο γενικός, διακηρυγμένος στόχος τους…

Όσο για την ερώτηση των κομμουνιστών βουλευτών πηγαίνει στο “αυτονόητο πέρα από το αυτονόητο”. Δε βάζει μόνο το ανόητο κώλυμα ως ζήτημα, αλλά τη γενική εικόνα: ότι αυτοί οι αρχαιοφύλακες δουλεύουν κάθε χρόνο, καλύπτουν πάγιες ανάγκες στους χώρους τους και ότι θα έπρεπε να γίνουν άμεσα μαζικές προσλήψεις, για να λειτουργούν αυτοί οι χώροι χωρίς προβλήματα, όπως θα έπρεπε να γίνεται -ακόμα και με τα δικά τους κριτήρια- στη… “βαριά βιομηχανία” του τόπου…

Αυτό δεν είναι πλεονεξία, δεν είναι μαξιμαλισμός, δεν απαιτεί τα πάντα. Απλώς τα αυτονόητα…

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: