«Πιο δυνατή κι από άνδρα» – Λουίζ Μισέλ, η επαναστάτρια ποιήτρια της Παρισινής Κομμούνας

«Δεν υπερασπίζομαι τον εαυτό μου, ούτε θέλω να με υπερασπίσουν, ανήκω ολοκληρωτικά στην κοινωνική επανάσταση κι εφόσον κάθε καρδιά που πάλλεται για την ελευθερία έχει δικαίωμα στο βόλι, εγώ απαιτώ το μερίδιό μου. Εάν μ ’ αφήσετε ζωντανή δεν θα πάψω να φωνάζω για εκδίκηση… Τελείωσα, αν είστε δειλοί σκοτώστε με»…

«Πιο δυνατή κι από άνδρα» - Λουίζ Μισέλ, η επαναστάτρια ποιήτρια της Παρισινής Κομμούνας

Η Κομμούνα του Παρισιού υπήρξε η πρώτη προλεταριακή επανάσταση στην ιστορία της ανθρωπότητας. Για πρώτη φορά, οι εργάτες του Παρισιού ανατρέπουν την αστική κυβέρνηση και αρχίζουν να οικοδομούν το δικό τους κράτος, διακηρύσσοντας την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Είχε σύντομη ζωή, δέκα βδομάδες ή 72 μέρες (18 Μάρτη – 28 Μάη 1871), ήταν όμως αρκετή  για να σφραγίσει ολόκληρη την κοινωνική και πολιτική ζωή. Στις 28 του Μάη 1871 η Παρισινή Κομμούνα πνίγεται στο αίμα, με την αγριότητα των νικητών να ξεπερνάει κάθε προηγούμενο. Σχεδόν 100.000 Παριζιάνοι καταλήγουν στη φυλακή ή εξόριστοι, εκτοπίζονται, εκτελούνται.

Η Γαλλίδα δασκάλα, ποιήτρια και συγγραφέας, Λουίζ Μισέλ (1830-1905), γνωστή και ως «Κόκκινη Παρθένα της Μονμάρτης», με τις οργανωτικές ικανότητες και τη δράση της, συγκαταλέγεται στα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στην Κομμούνα του Παρισιού.

Ακολουθεί ένα μικρό αφιέρωμα στο ποιητικό έργο και την πολιτική της δράση, από την έκδοση «Η λογοτεχνία της Παρισινής Κομμούνας», των Αλεξάντρ Πέσεφ και Λουντμίλα Στεφάνοβα, που τυπώθηκε και κυκλοφόρησε το 1985, στα πλαίσια του 11ου Φεστιβάλ ΚΝΕ – Οδηγητή.

*

Η Λουίζ Μισέλ είναι σπάνιο και ίσως μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία της Γαλλικής Λογοτεχνίας. Αυτό, το συνειδητοποίησε πρώτος ο Β. Ουγκώ, ο οποίος σε κάποια στιγμή κορυφαίας έμπνευσης, της αφιέρωσε ένα μικρό ποίημα με τον τίτλο « Viro major» που σημαίνει: «πιο δυνατή κι από άνδρα».

Στο χωριό της ήταν δασκάλα: ο σκοπός που είχε βάλει ήταν να διαπαιδαγωγεί τίμιους πολίτες, γενναίους με ανώτερα ιδανικά, με υγιή και μεγάλη καρδιά- στην ουσία να διαπαιδαγωγεί «ανθρώπους».

Ήταν γεννημένη γι’ αυτό το λειτούργημα, αλλά αναγκάστηκε να παραιτηθεί απ’ τον τίτλο, γιατί το θεώρησε αισχρό να δώσει όρκο σ’ ένα τύραννο σαν τον Ναπολέοντα τον III. Εκείνη την εποχή και λίγο αργότερα, αλληλογραφούσε με τον Β. Ουγκώ, που τον θαύμαζε για τον πατριωτισμό του.

Γι’ αυτήν τα «επιχειρήματα» του που γράφτηκαν στην εξορία, είναι αποκάλυψη αλλά και ποιητική σχολή.

Μετακομίζει μαζί με την μητέρα της στο Παρίσι. Γνωρίζει από κοντά τη σαπίλα της πρωτεύουσας, αλλά συνδέεται μ’ αυτούς που σκέφτονται κι αγωνίζονται για ένα μέλλον φωτεινό.

Ξεσπάει ο γαλλο-πρωσικός πόλεμος, ακολουθούν οι ήττες, πέφτει η αυτοκρατορία, ανακηρύσσεται η Δημοκρατία. Σ’ αυτές τις δραματικές στιγμές, διαγράφονται ξεκάθαρα τα μέτωπα: απ’ τη μια μεριά οι ψευτοπατριώτες, οι ψευτοδημοκράτες κι απ’ την άλλη ο λαός.

«Πιο δυνατή κι από άνδρα» - Λουίζ Μισέλ, η επαναστάτρια ποιήτρια της Παρισινής Κομμούνας

Λουίζ Μισέλ (1830-1905)

Έρχεται η 18 Μάρτη. Τότε η Μισέλ αφιερώνεται ολοκληρωτικά στο έργο της Κομμούνας. Είκοσι ώρες το 24ωρο βρίσκεται μέσα στη φωτιά της μάχης, στα πιο επικίνδυνα μέρη.

Οργανώνει ομάδες νοσοκόμων, αγορεύει στις λέσχες, επισκέπτεται τους πληγωμένους, πείθει τους ταλαντευόμενους και μετά την επίθεση των Βερσαλιών με το όπλο στο χέρι, μάχεται πίσω απ’ τα οδοφράγματα της ηρωικής Μονμάρτης.

Έρχεται το τέλος της Κομμούνας, τότε την κρύβουν οι φίλοι της, αλλά για να σώσει τη μητέρα της απ’ την αιχμαλωσία παραδίνεται. Κλείνεται στη φυλακή Σατορί μαζί μ’ εκατοντάδες άλλους συντρόφους της. Εκεί μέσα σ’ αυτή την κόλαση του αίματος, της λάσπης, συνειδητοποιεί τι σημαίνει κάτεργο των Βερσαλιών.

Στο στρατοδικείο λέει τα εξής:

«Μπορώ ακόμα να φανώ χρήσιμη στην υπόθεσή μας, αλλά θα φανώ πολύ πιο χρήσιμη αν με τουφεκίσουν. Η θανατική καταδίκη γυναίκας θα ξεσηκώσει την κοινή γνώμη ενάντια στις Βερσαλίες».

Ο λόγος της είναι σύντομος:

«Δεν υπερασπίζομαι τον εαυτό μου, ούτε θέλω να με υπερασπίσουν, ανήκω ολοκληρωτικά στην κοινωνική επανάσταση κι εφόσον κάθε καρδιά που πάλλεται για την ελευθερία έχει δικαίωμα στο βόλι, εγώ απαιτώ το μερίδιό μου. Εάν μ ’ αφήσετε ζωντανή δεν θα πάψω να φωνάζω για εκδίκηση… Τελείωσα, αν είστε δειλοί σκοτώστε με».

Το δικαστήριο την καταδικάζει ισόβια κι αργότερα την στέλνουν εξορία στη Νέα Καληδονία.

Η ποιητική της δημιουργία, τις μέρες μετά την πτώση και τη διάλυση της Κομμούνας και τους μήνες που ακολουθούν, είναι όμοια με το έργο του Ευγένιου Ποτιέ και του Κλεμάν. Είναι όμοια γιατί όπως αυτοί έτσι και η Λουίζ Μισέλ εκφράζεται άμεσα για την καταστροφή, το μεγαλείο και το δράμα της Επανάστασης. Η ίδια βίωσε άμεσα και τα σωματικά και τα ψυχικά βάσανα μέσα στον εξευτελισμό και την εξουθένωση, περιμένοντας το θάνατο και καταπολεμώντας το φόβο με υπερφυσικές προσπάθειες θέλησης.

Όλες τις μεγάλες συγκρούσεις μέσα της, μπορεί να τις αγγίξει κάποιος, διαβάζοντας τα «κόκκινα γαρύφαλλα».

«Πετώντας από πάνω μας το δούλο, τον ανίκανο
τις μαύρες εκείνες μέρες, μαζευτήκαμε τη νύχτα
ριγώντας απ’ ανησυχία,
όπως τα ζώα, στα σφαγεία τρέμουν μπρος στο θάνατο.»

Η ποιητική της σκέψη όμως, παίρνει άλλη κατεύθυνση, παρακάτω ξεφεύγει απ’ τον ρεαλισμό που αγγίζει τα όρια του νατουραλισμού και το ύφος γίνεται επικό-ρομαντικό.

«Αλλά η Μασσαλιώτιδα ξανάδωσε
τη λευτεριά,
κι η ανατολή έγινε πάλι κόκκινη.

Πάντα αυτό το τραγούδι με το ηρωικό του κάλεσμα
δονούσε τις καρδιές – αγκάλιαζε το νου
·
σαν τραγουδούσε κάποιος τη μελωδία του
λουλούδια από παντού πετούσαν.

Κόκκινα γαρύφαλλα φέρναμε τότε
κόκκινα γαρύφαλλα και σήμερα φυτρώνουν
θα συνεχίσουν άλλοι τις τρανές μέρες της δόξας
κι αυτοί θα ξέρουν πώς να νικήσουν».

(Βερσαλίες, 4 Σεπτέμβρη 1871, στις φυλακές).

Μόλις μαθαίνει το θάνατο του αγαπημένου της Θεόφιλου Φερέ γράφει:

«Αν χαθώ, αγαπημένα αδέλφια
να ρίξετε πάνω απ’ τον τάφο μου
μια αγκαλιά φλογερά, κόκκινα γαρύφαλλα
σημάδια της ελπίδας,
σημάδια της υπόσχεσης που δώσαμε
για τις μέρες που έρχονται.

Προχώρα, έλα ν ’ ανθίσεις
μέσ’ στο σκοτάδι της φυλακής, δίχως φόβο.
Πες στους σκλαβωμένους
πόσο γεμάτοι απ’ αγάπη είμαστε γι’ αυτούς.

Πες τους πως μπρος στο κάθε έργο των λαμπρών ημερών
ανθίζεις πάλι,
κι ο δικτάτορας με το πλατύ μέτωπο
πριν απ’ το λαό θα πεθάνει.»

«Πιο δυνατή κι από άνδρα» - Λουίζ Μισέλ, η επαναστάτρια ποιήτρια της Παρισινής Κομμούνας

Έργο του Jules Girardet: Η σύλληψη της Λουίζ Μισέλ τον Μάη του 1871

Μετά την πολυτάραχη και βασανισμένη πορεία της εξορίας επιστρέφει στα 1880 στο Παρίσι. Είναι οι μέρες που στην Γαλλία αναπτύσσεται το συνδικαλιστικό κι εργατικό κίνημα. Κι αν αυτή παρατάχτηκε με τους αναρχικούς, δεν ξεχνούσε ποτέ τους σκοπούς της αληθινής επανάστασης, που τους καθόριζε κάπως έτσι:

«Αν η επανάσταση δεν καταστρέφει στις βάσεις του, το παλιό καθεστώς, θα πρέπει τότε ν’ αρχίσουμε πάλι απ’ την αρχή».

Οι πεποιθήσεις της δεν την εμπόδισαν να εμφανίζεται στις λαϊκές συνελεύσεις με τους εξέχοντες σοσιαλιστές, Πωλ Λαφάργκ, Έντουαρντ Μπάιαν κ.α.

Δεν σταμάτησε ποτέ να φωνάζει ότι η απελευθέρωση του προλεταριάτου είναι δική του υπόθεση: «αν θέλετε να έχετε μια θέση στον ήλιο μην προσευχόσαστε, μην παρακαλάτε γι’ αυτήν αλλά κατακτήστε την με τη δύναμη»

Κάποτε μιλώντας σε μια συνέλευση στο Λονδίνο κάποιος προβοκάτορας την πυροβολεί και την τραυματίζει. Αυτή υπερασπίζεται του ένοχο και του συγχωρεί:

«Αυτός, λέει, δεν είναι υπεύθυνος για τις ηλίθιες πράξεις του, ένοχη είναι αυτή η ποταπή κοινωνία που κατευθύνει το χέρι του δολοφόνου»

Η Λουίζ Μισέλ πεθαίνει το 1905, την χρονιά της πρώτης Ρώσικης επανάστασης. Η λογοτεχνική της κληρονομιά είναι σημαντική και ποικίλη: Συλλογή ποιητική: «Στη ζωή». Μυθιστόρημα: «Νέος Κόσμος», «Αλήτης», κ.α. Δράμα: «Ο κόκκινος κόκκορας». Αναμνήσεις: «Η Κομμούνα».

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: