Οι τελευταίες δέκα μέρες του ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα

Ένα σπανιότατο, σχεδόν άγνωστο, δημοσίευμα που αναφέρεται στον σημαντικότατο ποιητή, συγγραφέα, κριτικό και μεταφραστή Γιώργο Κοτζιούλα, έχουμε την τιμή να παρουσιάσουμε στο αναγνωστικό κοινό, σήμερα, που συμπληρώνονται 110 χρόνια από τη γέννησή του (ο Γ. Κοτζιούλας γεννήθηκε στις 23 του Απρίλη 1909).

Οι τελευταίες δέκα μέρες του ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα

Ένα σπανιότατο, σχεδόν άγνωστο, δημοσίευμα που αναφέρεται στον σημαντικότατο ποιητή, συγγραφέα, κριτικό και μεταφραστή Γιώργο Κοτζιούλα, έχουμε την τιμή να παρουσιάσουμε στο αναγνωστικό κοινό, σήμερα, που συμπληρώνονται 110 χρόνια από τη γέννησή του (ο Γ. Κοτζιούλας γεννήθηκε στις 23 του Απρίλη 1909). Το δημοσίευμα μάς παραχώρησε ευγενικά ο γιος του ποιητή, Κώστας Κοτζιούλας, φιλόλογος και επιμελητής του Αρχείου Γ. Κοτζιούλα.

Πρόκειται για ένα πραγματικά συγκλονιστικό κείμενο, που με τη μορφή σχεδόν ημερολογίου, περιγράφει με λεπτομέρειες τις δέκα τελευταίες μέρες της αξιότατης όσο και πολύπαθης αυτής μορφής τον Γραμμάτων μας. Συντάκτης ο καλός φίλος του Γ. Κοτζιούλα, Στέφανος Χατζημιχελάκης, που υπογράφει με το ψευδώνυμο Στέφανος Έλυρος. Το κείμενο δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατο του ποιητή (ο Κοτζιούλας έφυγε από τη ζωή στις 29 του Αυγούστου 1956), στο περιοδικό «Ο Λογοτέχνης», εκδότης και διευθυντής του οποίου ήταν ο Χατζημιχελάκης.

Όπως μας μετέφερε ο Κώστας Κοτζιούλας, ο Χατζημιχελάκης είχε φιλοξενήσει τον Γ. Κοτζιούλα πολλές φορές και μάλιστα και με τη σύζυγό του, μετά το γάμο τους, ώσπου να βρουν σπίτι για να μείνουν με νοίκι, ένα πλυσταριό στην οδό Περσεφόνης 26, στην Άνω Δάφνη.

Οι τελευταίες δέκα μέρες του ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα

Ο Στέφανος Χατζημιχελάκης ή Έλυρος (η φωτογραφία από εδώ)

Οι λιγοστές πληροφορίες που μπορέσαμε να εντοπίσουμε για τον Στέφανο Χατζημιχελάκη, αναφέρουν ότι υπήρξε τροτσκιστής διανοούμενος, μετά τον πόλεμο εργάστηκε ως λογιστής – φοροτεχνικός, ήταν δραστήριο μέλος του Κομμουνιστικού Διεθνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΔΚΕ – ελληνικό τμήμα της 4ης Διεθνούς) μέχρι και τη δικτατορία του 1967, δημοσιογράφος και εκδότης των λογοτεχνικών – πολιτιστικών περιοδικών «Νέος Νουμάς» (1949-1952), «Ο Λογοτέχνης» (1956-1958), «Διανοούμενος» (1962-1967), αλλά και λογοτέχνης, με εκδομένο ποιητικό και πεζογραφικό έργο. Πέθανε το 1993.

Ο Γιώργος Κοτζιούλας έζησε μια ζωή σκληρή και άπονη, γεμάτη φτώχεια, κακοπέραση και στερήσεις, για πολύ μεγάλα διαστήματα «στεγασμένος» σε καταλύματα που πολύ απείχαν από τις κατακτημένες απ’ τον άνθρωπο του 20ου αιώνα στοιχειώδεις συνθήκες διαβίωσης, ακροβατώντας μεταξύ του υποσιτισμού και της ασιτίας, ζώντας παραπάνω από τα μισά χρόνια του χτυπημένος από τη φυματίωση και τον σακχαρώδη διαβήτη. Κι είναι να απορεί ο σημερινός άνθρωπος, πώς αυτός ο ασθενικός και αδύναμος οργανισμός, μπόρεσε όχι μόνο να πολεμήσει στα ίσα όλα τα παραπάνω «στοιχειά» («27 χρόνια όταν είσαι άρρωστος, το χάρο ούτε τον υπολογίζεις για αντίπαλο»…), μα να τα υποτάξει, να τα νικήσει (εργαζόταν μέχρι ελάχιστα εικοσιτετράωρα πριν το θάνατό του, όπως θα διαβάσετε στο κείμενο) και να δημιουργήσει έργο τεράστιο, που τον κατατάσσει ανάμεσα στους κορυφαίους των γραμμάτων μας. Η ψυχή του βέβαια το ήξερε, όπως λέει ο λαός μας…

Το κείμενο δεν το κάνουν συγκλονιστικό μόνο οι ζωντανές περιγραφές και οι εικόνες του. Συγκλονιστικό είναι πρώτα απ’ όλα το εύρημα του, συντριμμένου απ’ τον χαμό του φίλου του, Στ. Χατζημιχελάκη – Έλυρου,  να «βάλει» τον νεκρό ποιητή να μας «μιλήσει», σε πρώτο πρόσωπο, για τις τελευταίες μέρες της ζωή του. Ο Έλυρος καταφέρνει να κρατήσει καθαρή τη σκέψη του, αποφεύγοντας τους κινδύνους να υποπέσει σε πρόσφορους μελοδραματισμούς (όμως, ακόμα κι αν δεν τα κατάφερνε, κανείς μας δεν θα μπορούσε να τον κατηγορήσει αν αναλογιστούμε τη σχέση που τον συνέδεε με τον πρόωρα χαμένο – αδικοχαμένο πιο σωστά – Κοτζιούλα και τη χρονική στιγμή που γράφει το κείμενο) και να μας μεταφέρει πολύτιμες πληροφορίες για τις τελευταίες μέρες της ζωής του Κοτζιούλα, που δεν θυμόμαστε να έχουμε ξαναδιαβάσει κάπου. Έτσι, παρά τα βαριά συγκινητικά φορτία που δεν θα μπορούσαν να λείπουν από μια τέτοια κατάθεση ψυχής, το κείμενο παραμένει ένα αξιόλογο ντοκουμέντο που προστίθεται στα όσα μέχρι σήμερα γνωρίζαμε για τον Γιώργο Κοτζιούλα.

Οι τελευταίες δέκα μέρες του ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα

Ο Γιώργος Κοτζιούλας σε νεαρή ηλικία

Κάτω από το βάρος της συγκίνησης, βέβαια, ο Έλυρος δεν θα αποφύγει σε κάποιο σημείο του κειμένου να εγκαταλείψει το πρώτο πρόσωπο και να γράψει στο τρίτο: «Μιλήσαμε (…). Για τη γυναίκα του και τον Κωστάκη, το παιδί του. Για το γάμο του»…

Διαβάζοντας το συγκλονιστικό αυτό κείμενο, θα ήταν σημαντική παράλειψη να μην τονίσουμε δυο σημαντικά, κατά τη γνώμη μας, σημεία.

Η μέχρι το τέλος έγνοια του Γ. Κοτζιούλα για τη γυναίκα του και το παιδί του, αλλά και η επιλογή του να τους κρατάει μακριά (ειδικά τη γυναίκα του Ευμορφία) ακόμα κι όταν επιδεινώθηκε δραματικά η κατάστασή του («Του ανέθεσα επίσης να παραγγείλει στη σπιτονοικοκυρά μου, στο Κατσιπόδι, να μην ειδοποιήσει τη γυναίκα μου, στο χωριό, για την υποτροπή της αρρώστειας μου»). Ο ποιητής, βαριά άρρωστος και πάμφτωχος, ζει στην παράγκα του φυματικού, στην Πεντέλη, λίγο πριν τον αναλάβει το ζεύγος Χατζημιχελάκη. Η σκέψη του είναι πώς θα μπορέσει να εξασφαλίσει τους δικούς του με μια μετά θάνατο σύνταξη και υπερβάλλει εαυτόν δουλεύοντας μέχρι και τις τελευταίες μέρες τις ζωής του.

Η βαθιά και ουσιαστική σημασία της έννοιας φιλία που ξεπηδάει μέσα απ’ το κείμενο, όχι με ωραία λόγια μα με συγκεκριμένες πράξεις. Η ανυστερόβουλη αγάπη που επέδειξαν αφειδώλευτα στον ανήμπορο Κοτζιούλα ο Έλυρος  και η γυναίκα του Κούλα (του παραχώρησαν μέχρι και το κρεββάτι τους για να κοιμηθεί), αλλά και κάποιοι ακόμα φίλοι, παλιοί και νεότεροι («είχα ξεσυνηθίσει σε τέτοιου είδους συμπεριφορά, από νέους φίλους, γιατί νόμιζα πως τους είμαι άγνωστος και άσημος ποιητής»), πρόσφεραν την χρειαζούμενη θαλπωρή στην ψυχή κι απάλυναν τον πόνο που κουβαλούσε το χιλιοβασανισμένο σώμα του ποιητή.

Κλείνοντας κι όχι ολοκληρώνοντας τούτο το μικρό προλογικό σημείωμα, κι αφού ευχαριστήσουμε από καρδιάς τον Κώστα Κοτζιούλα για την εμπιστοσύνη του, να σημειώσουμε ότι μεταγράφοντας το κείμενο κρατήσαμε την ορθογραφία του περιοδικού και συμπληρώσαμε ελάχιστα επεξηγηματικά στοιχεία στο τέλος, ενώ στην ανάρτηση προσθέσαμε μερικές φωτογραφίες του ποιητή με πρόσωπα που αναφέρονται στο κείμενο, που δημοσιεύτηκαν στον τόμο «Με τον κόμπο στο λαιμό και άλλα διηγήματα» του Γιώργου Κοτζιούλα (εκδ. Νηρέας, 2014).

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟ

ΟΤΑΝ ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΦΕΥΓΟΥΝ…

(Οι τελευταίες δέκα μέρες του ποιητή Γ. Κ. Κοτζιούλα)

Ο θάνατος χωρίζει τους ανθρώπους.

Από τους δύο φίλους, ο ένας συνεχίζει να ζει, ο άλλος πέθανε.

Αυτός που έζησε δεν μπορεί να ξεχάσει το φίλο που πέθανε. Του είναι αδύνατο, δεν μπορεί να τον υποφέρει, στης λησμονιάς τον άνυδρο κάμπο, να κατοικεί, στης ακινησίας το ήμερο κλίμα, στου ζόφου το ανέσπερο φως, στης λευκής νηνεμίας του απάτητου απάγγειου, των ασφοδέλων, να συνεχίζει το βίο, ο φευγάτος φίλος.

Χωρίς να μπορεί να μιλήσει.

Γιαυτό ξεκινάει… Και τραβάει, με το μονοπάτι της σκέψης. Να συναντήσει το νεκρό φίλο του.

Τον ποιητή Γιώργη Κοτζιούλα.

Που έπαψε να κινείται. Έπαψε να σκέφτεται. Έπαψε να μιλά. (Ακούς, ο Γιώργης ο Κοτζιούλας να μην υπάρχει πλέον)!

…Και κει, μέσα στη νύχτα, στο Πεντελικό φθινοπωρινό ρίγος, κάτω από μια εληά κι ένα κυπαρίσι, στην αιωνία σιωπή του τάφου, κάτω από μία ωχρή αχτίδα φεγγαριού του Σεπτέμβρη, οδεύει, η Σκέψις για να της υπαγορεύσει, τούτα τα λόγια, ο νεκρός πλέον Γεώργιος Κοτζιούλας… Και γράφει η Σκέψις…

(Δια χειρός Στεφάνου Έλυρου)

19)8)1956 ημέρα Κυριακή

Εγώ, ο ποιητής, Γεώργιος Κοτζιούλας, που εγεννήθηκα στη Πλατανούσα της Ηπείρου, πέζησα στην Αθήνα και τώρα κρατώ συντροφιά, από τις 29)9)1956, εδώ, στους νεκρούς που αναπαύονται, στο εξωκλήσι – Νεκροταφείο της Πεντέλης, (άγιος Νικόλαος) δεν είχα πεθάνει ακόμα. Εζούσα…

Στη παράγκα μου. Στη Νέα Πεντέλη. Απέναντι στον Αη-Σύλλα. Δίπλα στον ασφαλτόδρομο. Τη σκεπασμένη με πισόχαρτο, που τη δέρναν η ζέστη και οι αέρηδες.

Ήμουνε φυματικός, είχα εφιαλτικές αϋπνίες, με δηλητηρίαζε το ζάκχαρο και η οξώνη. Χωρίς να το ξέρω. Κι η δυστυχισμένη καρδιά μου υπέφερε πάρα πολύ.

Συντροφιά δεν είχα. Ούτε γάτο, ούτε σκύλο, ούτε γυναίκα, ούτε παιδί, ούτε φίλο.

Μα με διασκέδαζαν οι ψίθυροι των πεύκων, και των άγρυπνων νυχτοπουλιών οι μακρυνές φωνές, στην ερημιά μου…

Για να ζήσω τη γυναίκα μου και το παιδάκι μου, τον Κωστάκι τους είχα στείλει στη Σαρίτσανη-στα γονικά της Ευμορφίας. Κι εγώ, εγιάτρευα το σακατεμένο από την κακοπέραση, τη στέρηση και τη φυματίωση σώμα μου, στο κλίμα της Πεντέλης και τούτο το καλοκαίρι. Ήμουνα ελεεινά πτωχός. Επειδή δεν βγαίναμε να τα κανονίσουμε διαφορετικά. Γι αυτό και έκανα διορθώσεις στους εκδοτικούς οίκους. Στου Δημητράκου και της Χρήστου, τώρα στα τελευταία μου.

Μα είχα πλέον πάρα πολύ καταβληθεί.

Να μόλις και μπορούσα να κρατάω το μολύβι του «διορθωτή», ν’ αναφυλλίζω κανένα βιβλίο και να πηγαίνω ως τ’ αντικρυνό πεύκο και να ξαπλώνουμαι πάνω με μία σαίζ λόγκ.

Αλλά είχα αποφασίσει, αύριο πρωί, Δευτέρα 20)8)1956, να κατέβω στην Αθήνα, να πάω στους γιατρούς. Τότες, δεν πίστευα ποτές πως θα ήμουνε, σήμερα νεκρός.

20)8)1956. Ημέρα Δευτέρα.

Ελησμόνησα να σας πω ότι τις σελίδες αυτές τις γράφει ο Έλυρος, όχι καθ’ υπαγόρευσή μου.

Γιατί εγώ βέβαια νεκρός καθώς είμαι δεν μπορώ να γράφω ούτε να μιλώ. Αυτός το θέλει και το κάνει.

Αλλά επίσης και τις τελευταίες δέκα μέρες της ζωής μου δεν μπορούσα να γράφω και μάλιστα τις σκέψεις μου και τις αναμνήσεις μου, εφόσον και «διορθώσεις» αν έκανα, τις έκανα από ανάγκη, για το ψωμάκι που έτρωγα.

Η δύσπνοια της νύχτας με είχε φοβερά τυραννίσει.

Κάτω από το ωχρό φως της μικρής λάμπας μου, πάνω στο πρόχειρο τραπέζι της παράγκας μου, κρατώντας το κεφάλι στα δυο μου χέρια, έσπρωχνα τις ώρες να φεύγουν, για να ξημερώσει και να πάω στο ραντεβού μου.

Η γυναίκα του φίλου μου Έλυρου, θα με περίμενε στην κλινική του Σμπαρούνη. Οδός Εμ. Μπενάκη στις 9 π.μ. της Δευτέρας.

Αποβραδίς, Κυριακή, που είχαν έρθει τυχαία να επισκεφτούν τον φίλο τους, τον ποιητή Γ. Κοτζιούλα, μου εδήλωσαν ότι με αγαπούν και μπορώ να υπολογίζω στη βοήθειά τους, για να γιατρευτώ. Γιαυτό ξεκίνησα και πήγα.

Οι αναλύσεις ούρων και αίματος έγιναν.

Τι θάδειχναν θα το μαθαίναμε το απόγεμα στις 5 μ.μ. της ίδιας μέρας.

Για το γιατρό που θα τις έβλεπε είχε κανονίσει ο φίλος μου Δανιηλίδης.

Μόλις τραβώντας τα πόδια, πήραμε σιγοπηγαίνοντας τη συγκοινωνία Παγκρατίου.

Εφθάσαμε στο γραφείο του φίλου μου Έλυρου στις 11 π.μ. Και μέχρι τις 4 μ.μ. περάσαμε στο σπίτι του.

Αλλά στις 5 μ.μ. ο γιατρός Σφηκάκης του νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» έμεινε τρομαγμένος, από την κατάσταση της υγείας μου και μου είπε πώς χρησιμοποιώντας το «Πρώτων Βοηθειών» να εισαχθώ σε νοσοκομείου.

Αλλά εγώ ο ίδιος δεν πίστεψα ότι αυτό είναι επείγον και αναγκαίο.

27 χρόνια όταν είσαι άρρωστος, το χάρο ούτε τον υπολογίζεις για αντίπαλο.

Πάντοτε, όταν είσαι φτωχός, όσα γράμματα και να ξέρεις, τίποτε δεν ξέρεις από φάρμακα, γιατρούς και νοσοκομεία.

Γι αυτό ξαναγυρίσαμε στη δουλειά του φίλου μου Έλυρου μαζί με τη λυπημένη και ταραγμένη κυρά-Κούλα να συνεννοηθούμε τι θα κάνομε.

Εκεί με το φίλο μου Ι. Κουχτσόγλου, Κορίννα Chiswell αδελφή του Έλυρου και τον Τ. Μελτέμη.

Οι άνθρωποι όλοι τούτοι, ας είναι καλά όλοι, στεναχωρέθηκαν για μένα και με συμπόνεσαν.

Είπαμε να φωνάξουμε το Πρώτων βοηθειών, ή να μείνω για λίγες μέρες στη Κλινική Παπαποστόλου στο Παγκράτι, μέχρις ότου, με το Ασφαλιστικό Βιβλιάριό μου του ΙΚΑ και το Δελτίο ασθενείας καταλήξω, σε Σανατόριο.

Αλλά στην αμηχανία του και τη λύπη του, ο Έλυρος, θυμήθηκε το γιατρό Θ. Παρασκευά, στο Παγκράτι. Επιμελητή στον «Ευαγγελισμό», γείτονα και φίλο του.

Τον καλέσαμε και με είδε.

Τούτος ο γιατρός με έπεισε και εγώ εσυμφώνησα πως μπορώ όχι αμέσως αλλά με άνεση και χωρίς ταλαιπωρίες να παραμείνω για λίγο στο σπίτι του φίλου μου Έλυρου να κάνω θεραπεία της οξώνης και του ζακχάρου, που ερχόντουσαν πρώτα στην επιδείνωση της υγιείας μου. Και όταν θα διέφευγα τον κίνδυνο ή της δηλητηρίασης ή του κώματος, ύστερα, αργότερα, να φροντίζαμε για τα υπόλοιπα: Τη φυματίωση και την καρδιά.

Έτσι αποφασίστηκε να μείνω στο σπίτι του φίλου μου Έλυρου-οδός Ισαίου 3 στο Παγκράτι.

Σαν έφυγε ο γιατρός κάθησα πιο ήσυχος πλέον. Μιλήσαμε με τους φίλους και σε λίγο φύγαμε για δείπνο και ύπνο.

21)8)56 ημέρα Τρίτη

Ένα γιασεμί μοσχοβολούσε στη μικρή αυλή του Έλυρου. Κι από δίπλα ένας βασιλικός.

Κοιμήθηκα σε ράντζο, έξω, με ένα φεγγάρι του Αυγούστου που με τύφλωνε με το φως του.

Η αϋπνία μου ήτανε λιγότερη τούτη τη νύχτα.

Και το αναπνευστικό μου σύστημα εργάστηκε με περισσότερη γαλήνη.

Το που δεν θάμπαινα σε Νοσοκομείο αλλά θα ξανάβρισκα την υγιεία μου έξω απ’ αυτό, με είχε ανακουφίσει.

Επίσης θάρρος μούδινε η σκέψη πως δε θα έχανα τη σύνταξή μου από το Σωματείο Τυπογράφων. Γιατί είχα ακόμα να συγκεντρώσω λίγα μεροκάματα, για να έχω δικαίωμα σύνταξης.

Η σκέψη πως κάποια βοήθεια θα είχαν η γυναίκα μου και το παιδί μου, αν πάθαινα τίποτε, με χαροποιούσε.

Οι τελευταίες δέκα μέρες του ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα

Ο Γ. Κοτζιούλας με τη σύζυγό του Ευμορφία Κηπουρού και το γιο τους Κώστα το 1954

Και έτσι ξύπνησα την Τρίτη και σιγά-σιγά πήγαμε στο Λαϊκό Ιατρείο του Παγκρατίου, για να κάμω τη πρώτη ένεση Ινσουλίνης. Με συνόδευσε κάθε πρωί στις 8 1)2-9 η κυρά-Κούλα.

Μετά την ένεση έπρεπε αμέσως να τρώγω.

Το φαγητό μου το έκανε, από αυγό, γάλα φρούτο, ένα καφέ με ζαχαρίνη και μέχρι 40 δρ[άμια] μαύρο ψωμί, στη πλατεία του Προφήτη Ηλία, σε κάποιο καφενείο που περίμενα ύστερα μέχρι το μεσημέρι για να διαβάσω εφημερίδες, να κάνω «διορθώσεις» της μέρας, μήπως και χάσω τη δουλειά μου. Για να βρίσκομαι σε ύπαιθρο και να μπορώ ελεύθερα ν’ αναπνέω. Αλλά και γιατί μου άρεσε κείνο το περιβάλλον, τοπίου και ανθρώπων επειδή το είχα ξαναζήσει έναν άλλο καιρό στα 1916-50.

Όταν ο φίλος μου Έλυρος πήγε τις «διορθώσεις» στην κ. Χρήστου, επεκοινώνησε και με το φίλο μου Καλαντζή, που του εδιόρθωνα κείμενα για εκτύπωση.

Και ήρθε ο καλός και πρόθυμος και πονετικός τούτος φίλος να δει πως είμαι, αμέσως.

Μείναμε μια-δυο ώρες μαζί, κουβεντιάζοντας τα δικά μας.

Αργότερα, ύστερα, ήρθε στο σπίτι του Έλυρου και ο φίλος μου Σταύρος Τσακίρης. Η τελευταία φορά που βλεπόμαστε με το στενό τούτο φίλο μου ήταν εκείνο το μεσημέρι.

Οι τελευταίες δέκα μέρες του ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα

Ο Γ. Κοτζιούλας με τη σύζυγό του, τον Σταύρο Τσακίρη και τα παιδιά τους το 1955

Μετά το φαγητό κοιμήθηκα, και προς τ’ απόγεμα συνέχισα τη δουλειά μου «των διορθώσεων»  σε μέρος της πλατείας που μ’ οδήγησε ο φίλος μου Έλυρος και μου πρόσφερε ένα καφεδάκι.

Η γυναίκα του, σαν γύρισε από τη Πεντέλη, από το εγκαταλειμένο δωμάτιο μου-παράγκα, που είχε πάει για να μου φέρει τα απαραίτητα είδη μου ρουχισμού, ξυριστικά κτλ. μου κράτησε συντροφιά για να φτάσουμε πάλι, ως το σπίτι μας.

Ο Έλυρος, έκλεισε το μαγαζί του νωρίτερα, εφάγαμε όλοι μαζί, παρέα και τα παιδιά τους, ο Δημητράκης και η Νίκη και ύστερα τα είπαμε με τον Έλυρο, τα δικά μας, ως την ώρα του ύπνου…

Τετάρτη 22)8)1956

Τούτο το πρωινό, ξύπνησα, κι αισθανόμουνα καλύτερα.

Στη βρύση της αυλής, ανάμεσα σε δυο γλάστρες και στον κλειστό ουρανό των γύρω τοίχων, με τους ίσκιους των ωρών αυτών του πρωινού, χάριζα ως φαίνεται στον εαυτό μου αλλά και στους άμοιρους φίλους μου, την αίσθηση της πλήρους υγείας και αισιοδοξίας, καθώς μάλιστα ξύπνησα πρωί-πρωί.

Τη νύχτα, στο ράντζο, δίπλα στο κρεβάτι του φίλου μου Έλυρου κοιμήθηκα πολύ πιο ήσυχα. Το άσθμα μου είταν μετριώτερο. Αλλά κείνο το Αυγουστιάτικο φεγγάρι, το φεγγάρι της αυλής, με τις κεραμιδένιες στέγες και τους λευκούς τοίχους, ένα-γύρω, κείνο το αιώνιο φεγγάρι των ονειροπολήσεων και των συλλογισμών, πώς με κράτησε και τούτη τη νύχτα, για πολύ, στη ρέμβη των φαντασιώσεών μου, στη νευρικότητα των ανησυχιών μου, στον άπειρο κύκλο των σκέψεων που με κατάκλυζαν!… Αχ! Είταν από τις τόσες νύχτες και τούτη μια, που οι αξεδιάλυτες δυνάμεις του νου, δουλεύουν χωρίς τέλος, χωρίς προδιαγεγραμμένα σχέδια, φθάνουν το χαοτικό μιας απέραντης αντικειμενικότητας που λέγεται «ζωή μας» περασμένη παρούσα και μελλοντική…

Νύχτα με τόσες σκέψεις κι έγνοιες, που αναγκάστηκα να το πω στο φίλο μου Έλυρο, όταν το πρωί, με ρώτησε πως πέρασα τη νύχτα μου-λες και δεν ήξερε- προσφέροντάς μου, ένα μυρουδάτο γιασεμί, από τις γλάστρες του.

Στις 8 1)2 πάλι, ήμουνα στο Λαϊκό Κέντρο, στην πλατεία τ’ Άη-Ληά, για ένεση Ινσουλίνης.

Όταν μου έγινε η ένεση, από μια πρόθυμη νοσοκόμο, πάλι συνέχισα τη δουλειά μου των «διορθώσεων» και διάβασα τιε εφημερίδες μου.

Ο φίλος μου Έλυρος, φρόντισε για τα λεμόνια μου και τον καφέ μου. Η κυρά-Κούλα, για όλα τ’ άλλα, του φαγητού και της ανάπαυσής μου.

Στη Χρήστου, επήγε ο Έλυρος, τις «διορθώσεις» της μέρας.

Οδός Φειδίου 7, ετύπωνε το περιοδικό του, «ο Λογοτέχνης» και λίγο παρακάτω βρισκότανε το Τυπογραφείο της. Δεν του έπεφτε μεγάλος κόπος.

Για να μ’ ευχαριστήσει, μου έδειξε μια κριτική του μακαρίτη συναδέλφου Μυλονογιάννη, για μένα, στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» πρίν 17 χρόνια, λέγοντάς μου πως θα την αναδημοσίευε.

Κι ήρθαν αργότερα, σαν έφυγε ο Έλυρος στη δουλειά του- οδός Βουλιαγμένης- και με βρήκαν, ο φίλος μου Γιάννης Κουχτσόγλου και ο Βύρων Λεοντάρης.

Το μεσημέρι εγευμάτισα με όρεξη, αναπαύθηκα και προς τ’ απόγευμα συνέχισα τη δουλειά μου.

Κατηφορίζοντας την εκκλησιά τ’ Αη-Ληά, ο Έλυρος μου γνώρισε το νέο Μελτέμη, δικηγόρο, υπάλληλο του ΙΚΑ. Τούτος ο φίλος με χαιρέτησε εγκάρδια σαν άξιο ποιητή. Ύστερα μας φωτογράφισε, με το φίλο μου Έλυρο.

Αμέσως προσφέρθηκε να μπω σε Νοσοκομείο χωρίς να ταλαιπωρηθώ, διά του ΙΚΑ.

Είχα ξεσυνηθίσει σε τέτοιου είδους συμπεριφορά, από νέους φίλους, γιατί νόμιζα πως τους είμαι άγνωστος και άσημος ποιητής.

Ύστερα μου έκανε συντροφιά.

Ο Έλυρος, ως φαίνεται του είχε μιλήσει για μένα. Αλλά και ο ίδιος με γνώριζε, στα γράμματα.

Ας είναι καλά και τούτος ο νέος φίλος με την τόση ταπεινοφροσύνη και τη καλωσύνη του…

Αν και ο ίδιος του μίλησα πως δεν είναι ανάγκη να φροντίσει για νοσοκομείο και σύνταξη, για μένα.

Οι τελευταίες δέκα μέρες του ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα

Από αριστερά: Κώστας Καλαντζής, Γιώργος Κοτζιούλας, Γεράσιμος Γρηγόρης, το 1933

Προς το βράδυ ήρθε και ο αγαπητός μου φίλος Γ.[εράσιμος] Γρηγόρης να με δει. Καθώς και ο φίλος μου ο Γιαννακός, τραπεζιτικός υπάλληλος, συντροφιά της Πεντέλης, ο άνθρωπος που με βοηθούσε εκεί στη μοναξιά μου, μου πήγαινε και μου έφερνε τις «διορθώσεις».

Ύστερα σαν δειπνήσαμε, με το αυστηρά τηρούμενο για μένα διαιτολόγιο της πρόθυμης και καλόψυχης κυρά-Κούλας, τούτης της ανεπιτήδευτης και δραστήριας, σε περιποιήσεις, απλοϊκής γυναικούλας του λαού-μας πήραν οι ώρες της νύχτας, κουβεντιάζοντας με τον Έλυρο… Ανεξάντλητοι κι οι δυο σταθήκαμε απόψε στις συζητήσεις.

Μιλήσαμε για το Γ. Πολιταρχη και τη σύνταξή μου. Για τους φίλους μας, τον Καλαντζή, το Στεφάνου, το Σαράντη. Για τα κατοχικά χρόνια. Για την ποίηση του Ρίτσου. Για πρόσωπα και πράγματα, για ιστορίες του αντάρτικου, για ιστορίες του χωριού μου, για τη ζωή μου με τη γειτονιά, στην Άνω-Δάφνη. Για τη γυναίκα του και τον Κωστάκη, το παιδί του. Για το γάμο του. Για την ολέθρια κατάσταση των μαύρων ημερών που περνάμε, ύστερα από την ήττα των προοδευτικών δυνάμεων του τόπου μας…

Κι αργά μας πήρε ο ύπνος…

Πέμπτη 23)8)1956

Η Πέμπτη στάθηκε μια τυχερή μέρα της ζωής μου.

Αισθανόμουνα πολύ καλύτερα.

Όταν σηκώθηκα, βρήκα τον Έλυρο νάχει ξυπνήσει.

Μου πρόσφερε πετσέτα να πλυθώ.

Η κυρά-Κούλα μου συζητούσε για το φαγητό μου της μέρας.

Είχα κοιμηθεί τη νύχτα.

Αχ! Όσοι υποφέρετε, θα ξέρετε από τούτες τις πολύτιμες στιγμές, μιας λιγόχρονης ανάρρωσης! Που σας ξαναδίνει την ψευδαίσθηση, της υγείας, της ζωής!

Πήγαμε για ινσουλίνη, ύστερα για εφημερίδες και λεμονάδα στο καφενείο, ύστερα για «διορθώσεις». Πόσο πάντα, ήμουνα αισιόδοξος! Ενώ ζούσα με το χτικιό και τη φτώχεια, μόνιμους φύλακες, συντρόφους. Τον αγαπούσα τον κόσμο! Τώρα που ζω, το ζόφο, το καταλαβαίνω πειότερο. Τη μέρα μου, την πέρασα καλά. Έφαγα με όρεξη. Διάβασα τις εφημερίδες. Κουβέντιασα με την κυρά-Κούλα. Με τα παιδιά. Σήμερα το μεσημέρι, έτυχε και ο Έλυρος να έρθει νωρίς και καθήσαμε όλοι μαζί το μεσημέρι, στο τραπέζι. Το απόγεμα η κυρά-Κούλα, δε μ’ έφθανε στο βάδισμα. Κείνες οι κομάγρες στα ποδάρια είχανε φύγει.

Η δύσπνοια μου, είχε εξαφανιστεί.

Τ’ απόγεμα, εκεί στην πλατεία τ’ άη-Ληά, που «διόρθωνα», ήλθε ο νέος φίλος μου, ο Μελτέμης να με δει.

Προς το βράδυ, ο Έλυρος μου ζήτησε να τον κεράσω μπύρα. Είχαμε κέφι.

Αργότερα, ο Έλυρος με τη Νίκη, πήγανε κινηματογράφο.

Εγώ με την κυρά-Κούλα στο σπίτι.

Τα λέγαμε, ώσπου γύρισαν και πέσαμε όλοι για ύπνο.

Αυτή μου η μέρα, στάθηκε η καλύτερη από υγεία, αφ’ ότου κατέβηκα από την Πεντέλη και πήγαινα να συναντήσω το θάνατο μετά από πέντε μέρες.

Γιατί ούτε πίστευα πως θα πεθάνω, αλλά ούτε και οι υπόλοιποι του σπιτιού των φίλων…

Παρασκευή 24)8)1956

Πριν φύγει ο Έλυρος στη δουλειά του, του έδωσα να πάει στη Χρήστου «διορθώσεις».

Του ανέθεσα επίσης να παραγγείλει στη σπιτονοικοκυρά μου, στο Κατσιπόδι, να μην ειδοποιήσει τη γυναίκα μου, στο χωριό, για την υποτροπή της αρρώστειας μου.

Πήγα πάλι για ινσουλίνη. Ύστερα στη γνωστή θέση για διάβασμα εφημερίδων και «διορθώσεις».

Το μεσημέρι είχα όρεξη για φαγητό.

Μα η ζέστη της Αθήνας, δεν μ’ άφηνε να κοιμηθώ.

Ο Έλυρος κοιμόταν χάμω, για δροσιά.

Εγώ στο κρεβάτι του. Μα κείνο το δωμάτιο-σάλα, τόβλεπε πολύ ο ήλιος.

Πόσο ταλαιπωρούμουνα από το άσθμα τα μεσημέρια κείνα του θέρους!

Τις τελευταίες μου «διορθώσεις» τις έκανα τούτο τ’ απόγεμα, αυτής της μέρας.

Το πήρα απόφαση να μην ξαναδουλέψω,

Είπα στον Έλυρο:

-Πες του Δημητράκου και στη Χρήστου, πως ο ποιητής Κοτζιούλας, δεν θα εργάζεται πλέον…

Τώρα, άρχισα να αισθάνομαι πόσο βαρειά ήμουνα…

Προς τ’ απόγεμα, κατέβηκα στο γραφείο του Έλυρου…

Κουβεντιάζωντας, ήρθε και ο αδερφός του ο Κίμων. Δεν βρήκε ο φίλος μου αυτός, φρόνιμο, τη θεραπεία μου, ζακχάρου και οξώνης να την κάνω, έτσι πρόχειρα.

Απόψε, φύγαμε μαζί με τον Έλυρο, νωρίς, για το σπίτι.

Και νωρίς πέσαμε.

Μα μένα ύπνος δεν με πήρε.

Βασανίστηκα ολάκαιρη τη νύχτα πάρα πολύ. Δεν έκλεισα μάτι.

Ο Έλυρος και η γυναίκα του ξενύχτησαν μαζί μου.

Είναι ζήτημα αν κοιμήθηκα μισή ώρα.

Όρθιος, ακουμπώντας σε μια καρέκλα, πέρασα τη νύχτα μου.

Οι τελευταίες δέκα μέρες του ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα

Μέρος της πρώτης σελίδας του δημοσιεύματος για τον Γ. Κοτζιούλα στο περιοδικό “Ο Λογοτέχνης”

25)8)56 Σάββατο

Βλέπωντας ο Έλυρος, την επιδείνωση της κατάστασής μου. Σηκώθηκε αξημέρωτα. Πήρε τα ούρα μου και τα πήγε στο γιατρό Παρασκευά. Συνεννοήθηκε μαζί του. Την ανάλυση την έκανε η γυναίκα του-μικροβιολόγος. Στις 10 π.μ. θαρχότανε για επίσκεψη. Στο μεταξύ ο Έλυρος πήγε στο παράρτημα του ΙΚΑ και φώναξε και το γιατρό του ιδρύματος.

Και οι δυό γιατροί με είδαν στο γραφείο του Έλυρου, που είχα κατεβεί.

Είχα κάμει την ένεση ινσουλίνης.

Τα ούρα έδειξαν μηδέν ζάκχαρο και οξώνη.

Αυτό ευχαρίστησε το γιατρό Παρασκευά.

Αλλά τα νύχια μου ήταν ωχρά προς μπλε.

Το πρόσωπό μου ωχρό. Τα χείλη μου λεύκαζαν. Τα άκρα μου, ιδιαίτερα τα ποδάρια, ελαφρώς πρισμένα.

Και οι δυο γιατροί μου συνέστησαν άμεση είσοδο στο νοσοκομείο.

Η κυρά-Κούλα, έφυγε για το Κατσιπόδι, για να μου φέρει το βιβλιάριο ασθενείας μου, του ΙΚΑ.

Ο Έλυρος βρήκε ένα τζιπ, γνωστού του, για τη μεταφορά μου.

Πήγαμε στο 101 νούμερο της οδού Πατησίων. Παράρτημα του ΙΚΑ. Ο Διευθυντής Φυλαχτός και το άλλο προσωπικό, θέλανε «πλάκες» για να βεβαιωθούν για τη φυματίωσή μου. Μας φέρθηκαν απαίσια. Χωρίς στοργή. Δεν είχαμε. Μας απέκλεισαν την αυθημερόν είσοδο σε νοσηλευτικό ίδρυμα.

Πήγαμε, στο παράρτημα Μιχαήλ Βόδα, του ΙΚΑ. Έβγαλα «πλάκα».

Ύστερα θα πηγαίναμε για εξέταση «πτυέλων». Αλλά είχε φθάσει μεσημέρι. Τι ζέστη, τι αγωνία, τι καταβολή, τι απογοήτευση! Δεν είχαμε κάνει τίποτε, ήμαστε ακόμα στους δρόμους. Θα γυρνούσαμε στο σπίτι άπρακτοι, ενώ βρισκόμουν σ’ εξουθένωση…

Δεν μπορούσα να τραβήξω τα πόδια μου.

Ο Έλυρος είταν αξιοθρήνητος, μαζί μου.

Με άφησε να περιμένω σε κάποιο κάθισμα ενός ζαχαροπλαστείου, στην οδό Αγ. Κων)ντίνου και ανέβηκε στα κεντρικά γραφεία του ΙΚΑ.

Ύστερα από λίγο, τον είδα έξαλλο, να μου φωνάζει να πλησιάσω, προς τα γραφεία.

Ήρθε και με βοήθησε ως εκεί.

Ύστερα από λίγο με το Πρώτων Βοηθειών του ΙΚΑ, βρέθηκα στη οδό Πειραιώς, σ’ ένα κρεβάτι του Σταθμού.

Ως φαίνεται, τους έκανε φασαρία, για να με πάρουν.

Έφεραν ως εμπόδιο εισόδου μου σε κλινική, τη φυματίωση και το ζάκχαρο που είταν το ανάποδο.

Με μία ένεση καρδιάς, συνήλθα.

Ο Έλυρος μ’ αγόρασε φρυγανιά και γιαούρτι. Το έφαγα. Εγώ και ο Έλυρος, εκεί, φιληθήκαμε.

Μας είχε πάρει και τους δυό μας το παράπονο για την κατάστασή μου και την αγωνία  μας.

Ύστερα από λίγο πήγε ο Έλυρος στο Σταθμό Αυτοκινήτων Σαριτσάνης. Του είπα να πάρει ένα καλάθι αχλάδια από τη γυναίκα μου, για να μη σαπίσουν.

Πήγε στου Δημητράκου, να συναντήσει το συγγενή μου Δραγατάκη και να του επιστρέψει ανεχτέλεστες «διορθώσεις». Επίσης και στα γραφεία του «Ρομάντζου» για να λάβει 400 δρχ. υπόλοιπον εργασίας μου.

Κατά τις 5 μ.μ. γύρισε, μου είπε ότι έκανε τις δουλειές μου.

Και περιμέναμε να δούμε σε ποιο νοσοκομείο θα εισαγόμουνα.

Εν τέλει, στις 7 μ.μ. ήρθε το Πρώτων Βοηθειών και με μετέφερε στην κλινική «Μεγαλόχαρη», στάση Στέγης Πατρίδος, όπου και απεβίωσα…

Κυριακή, Δευτέρα, Τρίτη 26,27,28 Αυγούστου 1956

Ύστερες μέρες της ζωής μου, τις πέρασα σ’ ένα μικρό δωμάτιο του νοσοκομείου τούτου. Την Κυριακή μ’ επισκέφτηκε, προς τ’ απόγεμα, η κυρά-Κούλα.

Μούφερε και απαραίτητα ρούχα και σκεύη από το σπίτι μου στην Άνω Δάφνη και το δικό της.

Ο Έλυρος, μου έστειλε χαιρετισμούς, δυο λεμόνια και δυο βιβλία, για να περνά η ώρα με διάβασμα.

Ύστερα τη Δευτέρα είχα πολλές επισκέψεις.

Ήρθε ο φίλτατός μου Δανιηλίδης. Κουβεντιάσαμε και μου άφησε και κάτι χρήματα. Ο φίλος μου ο Γιαννακός. Η σπιτονοικοκυρά μου Άννα Κατσίγιαννη. Πάλι η κυρά-Κούλα. Η τελευταία της μέρας επισκέπτρια. Γιατί κατέβηκε αργά από την Πεντέλη, που είχε πάει, για να κλείσει την παράγκα μου και να μου φέρει και κάτι χρειώδη.

Το μεσημέρι ήρθε, της Τρίτης, ο φίλος Καλαντζής.

Προς το δειλινό, βάρυνα ξαφνικά.

Καλέσανε το Διευθυντή της κλινικής Κατσιλάμπρο.

Ως τότε μ’ έβλεπε μονάχα, ο γιατρός Διαμαντής.

Μου κάναν ενέσεις.

Μετάπνυσα λίγες φορές, από τις οχτώ κι’ ύστερα…

Και μεταξύ 12 το μεσονύχτι και μιάς, πνίγηκα.

Αρχίζωντας η 29)8)56. Η ταλαίπωρη καρδιά μου, αυτή η λυπημένη καρδιά μου, έδωσε το τελευταίο στοπ στα βάσανά μου, της ζωής αυτής.

Στον ύπνο μου μέσα, έπαθα πνευμονική συμφόρηση.

Ξημερώνωντας Τετάρτη πρωί. Ο Έλυρος και η κυρά-Κούλα, μ’ επισκέφτηκαν στο μικρό δωμάτιο του νεκροθάλαμου, καθώς πρόχειρα μ’ είχαν αναποθέσει σε μια νεκροκάσσα.

Με κλάψανε. Μου φόρεσαν ένα κουστούμι καινούργιο που είχα.

Ειδοποιήσανε κατόπι τους φίλους μου Γ. Γρηγόρη, Καλαντζή κι ήρθαν.

Ο αγαπητός δάσκαλος Αυγέρης και η στοργική Αγνή Ρουσοπούλου, πρωί-πρωί, ήρθανε να μου κάνουν επίσκεψη, αλλά με βρήκαν πεθαμένο. Ο Έλυρος, παράλαβε τα πράγματά μου και υπόγραψε. Ο Καλαντζής είπε να με θάψουν στην Πεντέλη.

Ο καθηγητής Κατσιλάμπρος με το γιατρό Διαμαντή, από καθήκον, προσπαθήσανε να δώσουνε στους φίλους μου, μια εξήγηση του θανάτου μου.

Στις 10 π.μ. μ’ ένα ταξί, ο Έλυρος, η κυρά-Κούλα και η Άννα Κατσίγιαννη με μετέφεραν στο μικρό νεκροταφείο της Πεντέλης, αφότου προηγούμενα συνεννοήθηκε ο Καλαντζής με τον Ηγούμενο, για την ταφή μου.

Στο παρεκλήσιο του Νεκροταφείου, έμεινα Τετάρτη και Πέμπτη.

Η κηδεία μου έγινε, την Πέμπτη. Για να έρθει και η Ευμορφία από το χωριό της, η γυναίκα μου.

Από τότε και εις το εξής πλέον, εδώ, με βρίσκετε.

Μια εληά κι ένα κυπαρίσσι, με τον ίσκιο τους και το θρό τους, μου κρατάνε συντροφιά, αιώνια και παρηγορητική.

Οι τελευταίες δέκα μέρες του ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα

Γιώργος Κοτζιούλας (1909-1956)

Τώρα δε, από τα ερέβη μέσα της ανυπαρξίας, γνωρίζωντας τον πόνο του Έλυρου και των φίλων μου, για το θάνατό μου, θέλω να στείλω, το μήνυμα της ματαιοπονίας των, να κλαίνε για το θάνατό μου. Εφόσον εγώ εξακολουθώ και ζω, εφόσον έζησε η φιλία μας όσο ζούσα και εφόσον τα γραφτά μου, το έργο μου, δεν έπαυσε να ζει και θα ζει ανάμεσό τους.

Αλλά τον Έλυρο, απ’ όταν ζούσα, τον γνώρισα καλά. Δεν θα μερώσει τον πόνο του για τον πρόωρο χαμό μου, αν δεν ρίξει ανάθεμα σ’ ότι τόσο γρήγορα με έφερε στον τάφο.

Ένα ανάθεμα! Στις σκοτεινές δυνάμεις της αρρώστειας. Και ένα τρισανάθεμα! Στου ανάλγητου και σκληρού περιβάλλοντός μου-της φτώχειας, της εκμετάλευσης, της εγκατάλειψης και της καταπίεσης, -τις καταστάσεις, που στάθηκαν ο περίγυρος του βιού μου.

Έχετε γεια, για πάντα, ω φίλοι της ζωής μου!

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΕΛΥΡΟΣ

Κατσιπόδι: Έτσι ονομαζόταν τότε η περιοχή στην οποία εκτείνεται σήμερα η Δάφνη Αττικής.

Οξώνη (ή οξόνη): «Κετονικό σώμα» που ανιχνεύεται στα ούρα. Στον σακχαρώδη διαβήτη, απ’ τον οποίο έπασχε ο Γ. Κοτζιούλας, η οξόνη «παρατηρείται μετά από παρατεταμένη περίοδο νηστείας ή ασιτίας, αλλά και μετά από έντονη σωματική άσκηση», ενώ λειτουργεί κι ως «το καμπανάκι που προειδοποιεί για τον κίνδυνο του διαβητικού κώματος» που είναι απειλητικό για τη ζωή του ασθενή. Αν εξαιρέσουμε το φιλόστοργο περιβάλλον και την αγάπη με την οποία περιέβαλλαν ο Στέφανος Χατζημιχελάκης – Έλυρος και η γυναίκα του τον Γ. Κοτζιούλα, τις τελευταίες μέρες της ζωής του, που περιλάμβαναν συστηματική ιατρική παρακολούθηση, θεραπεία και προσεγμένη διατροφή, η ζωή του ποιητή ήταν γεμάτη από υποχρεωτικές «νηστείες» και σωματική καταπόνηση…

Σαρίτσανη (ή Τσαριτσάνη): Κωμόπολη του Δήμου Ελασσόνας, στο νομό Λάρισας. Τόπος καταγωγής της Ευμορφίας Κηπουρού, συζύγου του Γιώργου Κοτζιούλα.

 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: