«Ο φλογισμένος του λόγος κρυφόσκαψε και κλόνισε τα θεμέλια της τσαρικής Ρωσίας…» – Ο Μάρκος Αυγέρης για τον Λέοντα Τολστόι

Ο πολύπλευρος πόλεμος που άνοιξε προς όλους εκείνους που τύφλωναν κι’ αδικούσαν το λαό κι’ οι ιδέες του οι ασυμβίβαστες με τα καθιερωμένα, τον έφεραν σ’ αντίθεση με το περίγυρό του, με την τάξη του και με την ίδια του την οικογένεια.

«Ο φλογισμένος του λόγος κρυφόσκαψε και κλόνισε τα θεμέλια της τσαρικής Ρωσίας…» - Ο Μάρκος Αυγέρης για τον Λέοντα Τολστόι

Ο ελέφας τής ρωσικής γης, όπως τον είπαν, γιγάντια φυσιογνωμία μέσα στα παγκόσμια γράμματα· και για το ρωσικό λαό βιβλικός οδηγός, μέγας κήρυκας τού αγαθού κι επιτιμητής τού κακού· ο οργισμένος λόγος του έπεφτε σαν κεραυνός απάνω στη διαφθαρμένη και δεσποτική παλιά Ρωσία. Η αρχαϊκή κι αντιφατική διδασκαλία του, αυτό το ταραγμένο και με βαθιούς τόνους κήρυγμά του, αυτή η συχνά ουτοπιστική όσο κι αφελής ηθικολογία του, η βαθιά δυσαρέσκεια κι η οργή του για την κατάσταση τού ρωσικού λαού, που φλόγιζε κι αναστάτωνε επί μισό κι απάνω αιώνα τον τόπο του, όλα αυτά ήταν προάγγελοι τής κρίσης που ερχόταν, ήταν μια ορμητική πνοή από την τρικυμία που πλησίαζε. Ο λόγος του προμηνούσε την τελική κάθαρση σ’ αυτή τη δραματικά καθυστερημένη, απέραντη και χαοτική ασιατική δύναμη, που λεγόταν αγία Ρωσία.

Μέσα στο λογοτεχνικό έργο του έδωσε με τόση παραστατική δύναμη τον παλιό ρωσικό κόσμο, που κανένας άλλος Ρώσος συγγραφέας δεν μπορεί σ’ αυτό να παραβληθεί μαζί του. Ο Ντοστογιέφσκι έδωσε την εξαθλιωμένη, μυστικόπαθη και μέσα με μια κοσμογονική ταραχή κι αγωνία ασιανίζουσα Ρωσία. Αλλά ο Τολστόι έδωσε την ευρωπαΐζουσα όψη της, την ανώτερη τάξη της στο στάδιο τής αρχόμενης κρίσης και το προαιώνιο πρόσωπό της στο χωριάτικο κόσμο της. Κι οι δυο αυτοί, μεγάλοι μέσα στους μεγάλους, έδωσαν μια Ρωσία πάσχουσα, και φανέρωσαν τα ηφαιστειακά σπλάχνα της, όπου όλα προαναγγέλλανε την κοντινή έκρηξη.

Πριν μπούμε στην ανάλυση τού λογοτεχνικού έργου τού Τολστόι, που είναι η δόξα τού ρωσικού και τού παγκόσμιου ρεαλισμού, άφταστο σ’ αλήθεια ζωής, στη σύνθεσή του, στον πλούτο του σε πρόσωπα και καταστάσεις, στη βαθιά γνωριμία και στην πιστότητα της απόδοσης του κόσμου του, θα σημειώσουμε δω μερικές γενικές παρατηρήσεις που έγιναν από την κριτική για την προσωπικότητα του Τολστόι. Μ’ όλο που ο κόσμος τους, όπως και των άλλων προεπαναστατικών Ρώσων δημιουργών, έχει εξαφανιστεί, όμως η καθολικότητα στις αξίες που δημιούργησαν ξεπερνάει πολύ τον καιρό και τον τόπο κι η πλαστική δύναμη, η καλλιτεχνική αρτιότητα, το πάθος των ιδεών κι η ηθική ορμή που χαρακτηρίζει το έργο τού Τολστόι θα συναρπάζουν πάντα βαθιά τους ανθρώπους και τους μελλούμενους καιρούς.

Μα κι η εξωκαλλιτεχνική συγγραφική δραστηριότητά του αναδείχνει τον Τολστόι σαν έναν από τους πιο μεγάλους ουμανιστές του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Ο Ντοστογιέφσκι βλέπει τον άνθρωπο στη σχέση του με τη μεταφυσική του μοίρα, ο Τολστόι τον βλέπει σχετικά με τη γήινη μοίρα του. Το αίτημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κι η ανισότητα κι η αδικία που βασιλεύει στις ανθρώπινες σχέσεις τον απασχόλησαν όσο λίγους. Όλα τα μυθιστορήματα, τα διηγήματα, τ’ άρθρα του, τ’ απασχολεί η τύχη τού ανθρώπου στη γη. Το ξελεφτέρωμα τού ανθρώπου το αναζητά στην ηθική του τελειοποίηση με μια αποκλειστικότητα, που καταδικάζει πολλές άλλες ενέργειες πιο αποτελεσματικές. Ζητώντας να εξουδετερώσει το κακό με την αποχή από κάθε ενεργητικό αγώνα εναντίον του, μόνο με την παθητική αντίσταση, έβαλε ωστόσο στο ουτοπιστικό αυτό κήρυγμά του όλη τη θέρμη και τη βιαιότητα τής φλογερής ψυχής του. Το μοίρασμα των αγαθών τής γης με τη θέληση αυτών που τα κατέχουν, σ’ αυτούς που τα στερούνται, η κατάργηση των πολέμων με την ανυπακοή στις αρχές, όλα αυτά τα παθητικά μέσα που προτείνει να εφαρμοστούν σε παγκόσμια κλίμακα, ακούονται σαν παραλογισμοί μέσα σ’ έναν κόσμο, όπου αρχίζει να βασιλεύει παντοδύναμος ο καπιταλισμός με τη βουλιμία και τη σκληρότητά του και φουντώνει το βάρβαρο κι’ αρπαχτικό πνεύμα τού ιμπεριαλισμού.

Έξω από τα έργα του, όπου δίνονται εικόνες από τη ζωή της ανώτερης ρωσικής τάξης, το πνεύμα του απασχολήθηκε πολύ με την τύχη των φτωχών του χωριού και τής πολιτείας και με τη γενική κατάσταση του λαού. Στα ηθικολογικά και κοινωνικά του κηρύγματα διαμαρτύρεται πάντα για την αδικία που γίνεται στο ρωσικό λαό από τους άρχοντές του, για την εγκατάλειψή του μέσα σ’ έναν ωκεανό αθλιότητας, για το κράτος τού ζόφου, που λέγεται αγία και μεγάλη αυτοκρατορική Ρωσία. Καταγγέλλει τίς αρχές, την

εκκλησία, έναν ασυνείδητο παρασιτικό κόσμο γραφειοκρατών κι’ ευγενών, που κυβερνούσαν ασύδοτοι κι’ ανεύθυνοι, και που μόνο δικαιώματα αναγνώριζαν στον εαυτό τους και καμιά υποχρέωση. Πλάι στο άλλο λογοτεχνικό έργο του, όλο δυναμώνει και το διδαχτικό του κήρυγμα. «Τι να κάμομε», «Από πού ν’ αρχίσομε», «Η δουλεία του καιρού μας», «Το πιο φτηνό εμπόρευμα», φυλλάδια, άρθρα, έρευνες μέσα στις λαϊκές μάζες, ακολουθούν το ένα πίσω από τ’ άλλο μ’ ακοίμητο πάθος κι’ οι εξορκισμοί και τα κατηγορητήριά του για την κτηνωδία τής άρχουσας τάξης ξεχύνονται σαν πυρωμένη λάβα.

Μ’ όλο που δεν εύρισκε συχνά το στόχο, ωστόσο ο φλογισμένος του λόγος είχε τόση διαβρωτική δύναμη, που με τον καιρό κρυφόσκαψε και κλόνισε τα θεμέλια της τσαρικής Ρωσίας.

Ο πολύπλευρος πόλεμος που άνοιξε προς όλους εκείνους που τύφλωναν κι’ αδικούσαν το λαό κι’ οι ιδέες του οι ασυμβίβαστες με τα καθιερωμένα, τον έφεραν σ’ αντίθεση με το περίγυρό του, με την τάξη του και με την ίδια του την οικογένεια. Ένα μεγάλο μέρος της ζωής του έζησε σε τραγική απομόνωση κι’ ακατανοησία από τούς δικούς του, μέσα σ’ αδιέξοδες κι’ αξεδιάλυτες αντιφάσεις. Η προσωπικότητα του Τολστόι στάθηκε πάντα σ’ όλα της τα φανερώματα πολυσύνθετη κι’ αντιφατική. Η κοινωνιστική κριτική, που παρακολουθεί τον Τολστόϊ στη διαμόρφωσή του κάτω από την επίδραση ορισμένων συνθηκών, βρίσκει την ερμηνεία τής ψυχολογίας του και τής νοοτροπίας του, των ιδεών και του τρόπου της δράσης του, στις κοινωνικές επιδράσεις που δέχτηκε από μικρός και στις ιστορικές παραδόσεις τις εξαιρετικά περίπλοκες κι’ αντιφατικές, που καθόριζαν ψυχολογικά κι’ αυτόν και διάφορα άλλα στρώματα τής ρωσικής κοινωνίας ύστερα από την αγροτική μεταρρύθμιση (1861).

«Σαν Αριστοκράτης που ήταν ο Τολστόι, σημειώνει ο Jean Freville, είχε από πολύν καιρό ζωγραφίσει με τα μέσα της τέχνης του έναν τέλειο πίνακα για την πολύπλευρη κρίση που περνούσε η τάξη του· ο Τολστόι κάνοντας μεγάλη προσπάθεια ξεμάκρυνε απ’ αυτή για να βρει το δρόμο της λύτρωσης. Από χωροδεσπότης θέλησε να γίνει χωρικός, παράτησε τ’ αρχοντικό του και πέρασε στην πατριαρχική ίσμπα· η παλιά φιλοσοφία τού γαιοκτήμονα παραμερίστηκε και πήρε τη θέση της ένας χωριάτικος αρχαϊσμός και μια χωριάτικη θρησκεία, στηριγμένα και τα δυο στη φύση. Η εξοχή, δύναμη που αιώνες είχε θρέψει το σπιτικό του με τους χυμούς της, παρουσιάστηκε μέσα στο νου του σαν η μόνη ικανή να σώσει την συνείδησή του».

Με τη βοήθεια αυτής της δύναμης λογάριαζε ν’ αντισταθεί σ’ όλον τον αστικό πολιτισμό, τον ανίερο, σ’ όλη τη γραφειοκρατική διαφθορά, στην κτηνωδία των ευγενών και στή βάρβαρη στρατιωτική και κυβερνητική επιβολή, σ’ όλες αυτές τις δαιμονικές κι’ εχθρικές δυνάμεις, «που φοβέριζαν υλικά και πνευματικά την απέραντη αγροτιά, που μέσα στην απλότητα και την αθωότητά της εύρισκε τη γαλήνη τής ψυχής του».

Ο Λένιν ήταν μεγάλος θαυμαστής του Τολστόι και σε μια κριτική που έγραψε για το θάνατό του κάνει εξαιρετικά σημαντικές παρατηρήσεις απάνω στην προσωπικότητά του και στο έργο του. Σύμφωνα με τη γνώμη του ο Τολστόι πολύ νωρίς ξεχώρισε την τύχη του και τη σκέψη του από το συνάφι του, τους μεγαλοχτηματίες, «έπαψε νάναι αλληλέγγυος εκπρόσωπος τής αριστοκρατίας κι’ έγινε το στόμα των χωρικών, αυτών που η ιστορία τούς προορίζει να γίνουν οι καταλυτές τού τσαρισμού και των τσιφλικάδων, που με τι βοήθεια και την καθοδήγηση της εργατικής πρωτοπορίας προορίζονται να πετύχουν κάποτε τη δημοκρατική κι’ αγροτική τους επανάσταση.

Στον τελευταίο μισόν αιώνα της ζωής του, ο Τολστόι είδε την παλιά Ρωσία να ξεφτίζει, τους καταστρεμμένους και πειναλέους χωρικούς, ύστερα από την απελευθέρωσή τους, να ζητούν εργασία στις πολιτείες, το τοκογλυφικό κεφάλαιο να ρίχνει όλο και πιο πολύ τα δίχτυα του στους αγρούς. Μέσα στο έργο και τη διδασκαλία τού Τολστόι εκφράζεται ο τρόμος, που ένοιωσε ο πατριαρχικός χωριάτης, βλέποντας να τον φοβερίζει ένας καινούργιος, αόρατος, άπιαστος εχθρός, που δεν ήξερε κανείς από πού ερχόταν, από την πολιτεία ή από τα ξένα, και που γκρέμιζε όλα τα στηρίγματα της χωριάτικης ζωής, φέρνοντας μαζί του μια πρωτάκουστη καταστροφή. Οι ταραγμένες αγροτικές μάζες, που μέσα τους μεγαλώνουν οι μνησικακίες και τα μίση, δεν μπορούν ακόμα να βρουν πολιτικά το δρόμο τους.

Ο Τολστόι με το έργο του κατόρθωσε να εκφράσει και τη δύναμη και την αδυναμία αυτής της μακρόχρονης δυσαρέσκειας, αυτής της μακρόχρονης αναταραχής και τής επαναστατικής ζύμωσης των αγροτικών μαζών που οδήγησε στον ξεσηκωμό του 1905». Την εξέγερση αυτή ο Λένιν τη χαρακτηρίζει σαν «αστική επανάσταση κι’ επαναστατική απόπειρα των χωρικών που δεν πέτυχε, γι’ αυτές τις σύμφυτες με την ψυχολογία τους αντιφάσεις κι’ αδυναμίες τους». Από την αντιφατική αυτή ψυχολογία διαποτίζεται κι’ ολόκληρος ο Τολστόι. «Αυτός ο φλογερός παραπονούμενος, λέει ο Λένιν, αυτός ο παθιασμένος κατήγορος, αυτός ο μεγάλος κριτικός, έδειξε από μιάν άλλη πλευρά στα έργα του βαθιά ακατανοησία που ταιριάζει σ’ έναν χωριάτη πατριαρχικό κι’ αφελή κι’ όχι σ’ έναν συγγραφέα μ’ ευρωπαϊκή μόρφωση».

«…Στη νοοτροπία αυτή την πατριαρχική και χωριάτικη βρίσκουν την εξήγησή τους κι’ οι αξέχαστοι εκείνοι τόνοι, οι κατάρες και τ’ αναθέματα, ο ξεσηκωμός εναντίον του τσαρισμού και μιας εκκλησίας που ταύτιζε τα καθήκοντά της με τα καθήκοντα της αστυνομίας. Στή νοοτροπία αυτή οφείλονται και τα κηρύγματά του για την ηθική αγνότητα, για τη μη αντίσταση στο κακό, γι’ αγάπη και γι’ αγιότητα».

«Μέσα σ’ αυτή τη χωριάτικη αφέλεια, λέει ο Jean Freville, βυθίζεται ολόκληρος ο Τολστόι, μέσα σ’ αυτή τη φρεσκάδα των αγρών· κι’ αυτή δίνει στο γράψιμό του αυτό το απαρόμοιαστο θέλγητρο του πρωτόγονου. Το πατριαρχικό ειδύλλιο του Τολστόι, ο αντιμοντερνισμός του, ανταποκρίνονται προς ένα στάδιο της εξέλιξης τού ρούσικου χωριού. Ο Τολστόι στην εξέγερσή του καταδικάζει μαζί και την εκμετάλλευση τού ανθρώπου από τον άνθρωπο, και τη μηχανή και το ρούσικο σκοτάδι και την τεχνική πρόοδο, τα θωρηχτά και τον τηλέγραφο, τίς μπόμπες και το σιδηρόδρομο».

Κι’ άλλοι κριτικοί έχουν την ίδια αντίληψη, πως η παρακμή της αριστοκρατίας κι’ η διάλυση τής παλιάς χωριάτικης ζωής από τη μια μεριά κι’ η ένταση τής αστικής ζωής από την άλλη, που επηρεάζει τόσο τίς πολιτείες όσο και την ύπαιθρο, με το άπλωμα τής οικονομικής της επιρροής, ήταν οι κύριες αφορμές που προκάλεσαν αυτή την ηθικολογική κι’ εξωκαλλιτεχνική δραστηριότητα του Τολστόι και τη συγχυσμένη φιλοσοφία του για την παθητική αντίσταση στο κακό.

Σ’ ένα από τα τελευταία άρθρα του με τον τίτλο «Τωρινό καθεστώς» ο Τολστόι εκφράζει τελειότερα από παντού αλλού το πολιτικό του πιστεύω, όπως τελικά διαμορφώθηκε στή σκέψη του. «Το καθεστώς τού ανταγωνισμού πρέπει να καταστραφεί και ν’ αντικατασταθεί από καθεστώς κοινοκτημοσύνης. Το καθεστώς τού καπιταλισμού πρέπει να καταστραφεί και ν’ αντικατασταθεί από το καθεστώς τού σοσιαλισμού. Το στρατοκρατικό καθεστώς πρέπει να καταστραφεί και ν’ αντικατασταθεί από τον αφοπλισμό και τη διαιτησία. Οι εθνικοί διαχωρισμοί πρέπει να καταστραφούν και ν’ αντικατασταθούν από τον κοσμοπολιτισμό και την παγκόσμια συναδέλφωση. Πρέπει να καταστραφούν όλες οι θρησκευτικές προλήψεις και ν’ αντικατασταθούν από μια συνείδηση λογική, θρησκευτική, ηθική. Τέλος η βία πρέπει να λείψει και ν’ αντικατασταθεί από την ελεύθερη κι’ αδερφική ένωση των ανθρώπων».

Και στο καθαρά λογοτεχνικό έργο του και στην ηθική του διδασκαλία και στο κοινωνικό και πολιτικό του κήρυγμα, η αρχή που καθοδηγεί πάντα τη σκέψη τού Τολστόι είναι «να εξυπηρετήσει τον άνθρωπο». Και δεν τον απασχολούν γενικότητες φιλοσοφικές απάνω στον ακαθόριστο προορισμό τού ανθρώπου και στην τραγική μεταφυσική μοίρα του, όπως πολλούς λογοτέχνες και φιλοσόφους πεσιμιστές στην εποχή αυτή της αστικής παρακμής.

Ο Τολστόι ξεκινά πάντα από καθορισμένες και θετικές αφορμές, έχει πάντα μπροστά στα μάτια του το συγκεκριμένο άνθρωπο τού καιρού του και συγκαιρινές του ανθρώπινες καταστάσεις που είδε και γνώρισε ο ίδιος. Στην αρχή τού σταδίου του για λίγο τον απασχόλησε η αργόσχολη και ματαιόδοξη λαμπρότητα τής τάξης του, τα πάθη της, τα έργα κι’ οι μέρες της· αυτούς τούς ανθρώπους τής τάξης του τούς ήθελε νάναι στο ύψος τής αποστολής τους· η ηθική αξιολόγηση για τα πρόσωπα και τίς καταστάσεις βρίσκεται πάντα κάτω από τα πιο καλλιτεχνικά του δημιουργήματα. Γρήγορα όμως ξέκοψε απ’ αυτόν τον κόσμο, παράτησε τη στενά ταξική βάση και το μάτι του πήγε βαθύτερα κι’ αγκάλιασε πλατύτερες περιοχές, τα ενδιαφέροντά του στράφηκαν προς το ρωσικό λαό και προς την τύχη όλων των λαών της γης, προς τις κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις της αδικίας και τής βίας, που τις έβλεπε να βασιλεύουν γενικότερα στον κόσμο και πιο πολύ στη ζοφερή Ρωσία.

Δεν ενδιαφέρθηκε για τον άνθρωπο, έτσι γενικά κι αφαιρεμένα, μα για τον άνθρωπο δεσμώτη, για τον άνθρωπο που πάσχει. Ανήσυχος από το δρόμο που έπαιρνε ο αστικός πολιτισμός στο καπιταλιστικό του στάδιο, από τη σκληρότητα, τον εγωκεντρισμό και την ηθική αναρχία, που έφερνε στις ανθρώπινες σχέσεις, ύψωσε τη φωνή του γι’ αυτούς τούς νέους κινδύνους, που παρουσίαζε η σύγχρονη ζωή. Καλεί σ’ ένα συναγερμό τους ανθρώπους, τούς καλοπροαίρετους και καλής πίστης, ν’ αντιμετωπίσουν όλοι μαζί το κακό με το θρησκευτικό παράγγελμα της άποχής από το κακό.

Μ’ όλη την ουτοπία του, το παράγγελμα αυτό είχε μεγάλη ηθική επίδραση στα θρησκευόμενα πνεύματα και μέσα στή Ρωσία και έξω απ’ αυτή, κι’ απάνω σ’ αυτό το σύνθημα δημιουργήθηκαν ενώσεις που είχαν σχεδόν θρησκευτικό χαρακτήρα. Η κοινωνική και πολιτική διδασκαλία τού Γκάντι επηρεαζόταν απ’ αυτά τα τολστοϊκά κηρύγματα, όπως κάποιες ιδέες τού Τολστόι επηρεάζονται από το βουδισμό, και πολλοί τολστοϊστές παρουσιάστηκαν σ’ όλο τον κόσμο που εφάρμοζαν την τολστοϊκή ηθική αγνότητα και την παθητική αντίσταση στο κακό.

Ο Τολστόι, ξεκινώντας από την αρχή «να εξυπηρετήσει τον άνθρωπο», θέλει και την επιστήμη και την τέχνη να δρουν σαν απελευθερωτικές δυνάμεις. «Η επιστήμη κι’ η τέχνη, λέει, είναι αναγκαίες όσο το ψωμί και το νερό, περισσότερο μάλιστα. Μα η δράση τους μπορεί να καρποφορήσει μόνο όταν δε ζητούν δικαιώματα, παρά αναγνωρίζουν για τον εαυτό τους μόνο καθήκοντα. Η ουσία τους είναι η θυσία».(…)

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μάρκου Αυγέρη “Ξένοι λογοτέχνες” (εκδ. Θεμέλιο, 1966)

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: