Νικόλα Βαπτσάροφ – Κάθε εποχή έχει κι από μιαν αγχόνη για τους ποιητές της

«Κάθε 23 Ιουλίου ο Βαπτσάροφ αφήνει το πόστο του κι έρχεται ακάλεστος και ανοίγει το πορτάκι της μνήμης μας τραβώντας μας ενοχλητικά από το μανίκι κι είναι ώρα που κανονικά θά ‘πρεπε να ’μαστε ξυπνοί, δηλαδή ντάλα μεσημέρι… η φωνή του πάλλει καθώς μας μιλάει «εμπρός, παιδιά, κάντε κάτι», και προσπαθεί απεγνωσμένα να καταλάβει αν είμαστε κουφοί, κοιμισμένοι ή διανοητικά ανάπηροι καθώς δεν αντιδρούμε…»

Νικόλα Βαπτσάροφ – Κάθε εποχή έχει κι από μιαν αγχόνη για τους ποιητές της

Ο σπουδαίος Βούλγαρος ποιητής Νικόλα Γιόνκοφ Βαπτσάροφ γεννήθηκε στο Μπάνσκο στις 7 του Δεκέμβρη 1909 και εκτελέστηκε στη Σόφια από το μοναρχοφασιστικό καθεστώς της πατρίδας του, στις 23 του Ιούλη 1942.

Το 1932 ο Βαπτσάροφ αποφοίτησε από τη Ναυτική Σχολή της Βάρνας (που αργότερα θα πάρει το όνομά του). Με το πλοίο «Μπουργκάς» ταξίδεψε σε Κωνσταντινούπολη, Αμμόχωστο, Αλεξάνδρεια, Βηρυτό, Πορτ Σάιντ και Χάιφα και δούλεψε θερμαστής, μαθαίνοντας από πρώτο χέρι τις συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης. Στη συνέχεια δούλεψε σε εργoστάσιο, όπου θα εκλεγεί πρόεδρος του σωματείου και θα συμμετέχει στη θεατρική ομάδα των εργατών.

Νικόλα Βαπτσάροφ - Κάθε εποχή έχει κι από μιαν αγχόνη για τους ποιητές της

Ο Νικόλα Βαπτσάροφ όταν φοιτούσε στη Ναυτική Σχολή της Βάρνας

Την ίδια χρονιά (1932) γίνεται μέλος του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΒΚΚ). Το 1934 παντρεύεται την Μπούκα Βαπτσάροβα και δυο χρόνια αργότερα, όταν απολύεται από το εργοστάσιο,  μετακομίζουν στη Σόφια. Είναι η περίοδος που θα συνδεθεί με άλλους επαναστάτες ποιητές και συγγραφείς. Δημοσιεύει ποιήματά του σε προοδευτικά περιοδικά  και αναλαμβάνει πόστο στην προπαγάνδα – διαφώτιση του ΒΚΚ.

Το 1939 ο Βαπτσάροφ θα χάσει σε νηπιακή ηλικία τον γιο του. Εκείνη την περίοδο θα γράψει μερικά από τα ωραιότερα ποιήματά του.

Μετά την επίθεση της χιτλερικής Γερμανίας κατά της Σοβιετικής Ένωσης ο Νικόλα Βαπτσάροφ θα περάσει στην παρανομία και με εντολή του ΒΚΚ θα οργανώνει ομάδες ενόπλων κατά του φασιστικού βουλγαρικού καθεστώτος. Παράλληλα γράφει και δημοσιεύει αντιφασιστικά άρθρα.

Στις 4 του Μάρτη 1942 πέφτει στα χέρια των οργάνων της προδοτικής κυβέρνησης της Βουλγαρίας, βασανίζεται φριχτά και στη συνέχεια τουφεκίζεται.

Κύριος εκπρόσωπος της προλεταριακής βουλγαρικής ποίησης ο Βαπτσάροφ υπήρξε συνεχιστής των επαναστατικών παραδόσεων της ποίησης του Xρίστο Μπότεφ και του Xρίστο Σμιρνένσκι. Έγραψε λίγα ποιήματα, τόσο δυνατά όμως για να μείνουν ζωντανά για πάντα.

Νικόλα Βαπτσάροφ - Κάθε εποχή έχει κι από μιαν αγχόνη για τους ποιητές της

Νικόλα Γιόνκοφ (Βαπτσάροφ), «Τραγούδια της μηχανής» (1940)

Στην ποιητική συλλογή «Τραγούδια της μηχανής» (1940), τη μοναδική που κατάφερε να εκδώσει όσο ζούσε (με το όνομα Νικόλα Γιόνκοφ), και στην οποία ο ήρωας των ποιημάτων του είναι εργάτης κομμουνιστής, ο Νικόλα Βαπτσάροφ εκφράζει την οργή και την άρνησή του για τον παλιό κόσμο και εκφράζεται με θέρμη υπέρ του σοσιαλισμού.

Στη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια αναφέρεται ότι «ο Βαπτσάροφ ήταν υπέρ της φιλίας με την ΕΣΣΔ και εξύμνησε τον αγώνα των Ισπανών δημοκρατών. Η ποίησή του αποτελεί νέο σταθμό στην εξέλιξη του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στη βουλγάρικη λογοτεχνία».

Ο ποιητής και μελετητής της βουλγαρικής ποίησης Άρης Δικταίος γράφει στην ανθολογία του: «Εγώ τουλάχιστον δεν ξέρω άλλη ποίηση που ν’ αποπνέει τόση έντονη ζεστασιά, ανθρωπιά, οικειότητα, κι εντιμότητα, που να κάνει τόσο πειστικά τα αιτήματά της γι’ ανθρώπινη δικαιοσύνη και ειρήνη, όση η ποίηση του Βαπτσάροφ. Και πόση πίστη στον άνθρωπο και στο μέλλον του, πόση λαχτάρα για ζωή εκφράζει και μεταδίδει τούτη η ποίηση, η τόσο απλή, λιτή και άμεση, ως λόγος, που δεν καταδέχεται την ωραιολογία, τον στόμφο, τη φιοριτούρα, στοιχεία που συχνά πυκνά δε λείπουν από το δάσκαλό του το Μαγιακόφσκι…».

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 30 γλώσσες. Μετά τον θάνατό του ο Νικόλα Βαπτσάροφ θα τιμηθεί με το Διεθνές Βραβείο Ειρήνης (1953). Πριν λίγα χρόνια ο τάφος του στο κεντρικό νεκροταφείο της Σόφιας θα κατασταρφεί από «αγνώστους». Οι γρανιτένιες πλάκες θα κομματιαστούν και το όνομά του θα απομακρυνθεί με οξύ. Ο ποιητής και νεκρός εξακολουθεί «κάποιους» να ενοχλεί και να τους φοβίζει…

Νικόλα Βαπτσάροφ - Κάθε εποχή έχει κι από μιαν αγχόνη για τους ποιητές της

Συγκεντρωμένοι αφήνουν κόκκινα γαρίφαλα στον ανδριάντα του Νικόλα Βαπτσάροφ, τιμώντας τη μνήμη του Βούλγαρου ποιητή

Στις 23 του Ιούλη συμπληρώθηκαν 75 χρόνια από την εκτέλεση του σπουδαίου αυτού Βούλγαρου ποιητή. Στη μνήμη του ανασύρουμε από το αρχείο ένα επετειακό κείμενο του 1986 και τρία ποιήματά του. Το κείμενο καθώς και η μετάφραση των τριών ποιημάτων που ακολουθούν, είναι της Λιλιάνας Δρίτσα και δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Πολιτιστική.

Κάθε εποχή έχει κι από μιαν αγχόνη για τους ποιητές της

Σ’ έναν κόσμο διάτρητο από τις σύριγγες να γυρίζει γύρω από τον άξονά του από συνήθεια, ανάμεσα στο βόμβο την F111 και τις φωνές της Λέινα Λόβιτς, σ’ έναν κόσμο που έχει χάσει την ικανότητα ν’ αναζητάει στόχους έστω και σαν άλλοθι, η περίπτωση Βαπτσάροφ έχει μιαν ιδιαίτερη σπουδαιότητα.

Σε μια κοινωνία που έχει μπερδέψει την πολιτιστική της ταυτότητα με την κάρτα απεριορίστων διαδρομών, που έχει μάθει να τρώει, να καπνίζει και να τραγουδάει ό, τι της υπαγορεύει το διεθνές μάρκετινγκ, η περίπτωση Βαπτσάροφ αποκτά μια καινούργια σημασία.

Σε μιαν εποχή που έχουμε κρεμάσει ολόκληρη την ουσία της ύπαρξής μας στην τιμή ενός βαρελιού με πετρέλαιο, που η γενιά του Πολυτεχνείου, η γενιά μας, στην ηλικία του Βαπτσάροφ πάνω κάτω τώρα πια, τείνει να γίνει γενιά του βίντεο και της σαββατιάτικης ταβέρνας, έχοντας αφήσει έκθετα τα οράματά της στα σκαλοπάτια της Σόλωνος, η περίπτωση Βαπτσάροφ καταντάει σχεδόν πρόκληση.

Κάθε εποχή έχει κι από μιαν αγχόνη για τους ποιητές της. Η ιδιαιτερότητα της εποχής μας έγκειται στο ότι δεν διαθέτει αρκετούς ποιητές για τις αγχόνες της.

Νικόλα Βαπτσάροφ - Κάθε εποχή έχει κι από μιαν αγχόνη για τους ποιητές της

Νικόλα Βαπτσάροφ (1909-1942)

Ωστόσο, κάθε 23 Ιουλίου ο Βαπτσάροφ αφήνει το πόστο του κι έρχεται ακάλεστος και ανοίγει το πορτάκι της μνήμης μας τραβώντας μας ενοχλητικά από το μανίκι κι είναι ώρα που κανονικά θά ‘πρεπε να ’μαστε ξυπνοί, δηλαδή ντάλα μεσημέρι. Ύστερα από 44 χρόνια δε μυρίζει καθόλου «θανατίλα», η φωνή του πάλλει καθώς μας μιλάει «εμπρός, παιδιά, κάντε κάτι», και προσπαθεί απεγνωσμένα να καταλάβει αν είμαστε κουφοί, κοιμισμένοι ή διανοητικά ανάπηροι καθώς δεν αντιδρούμε.

Κι απογοητευμένος γυρίζει πάλι στα ποιήματά του, τα μετράει και τα ξαναμετράει κι αυτά μένουν απελπιστικά 51, δε γίνεται ν’ αυξηθούν, κι αυτό είναι τελειωτικό, και δεν ξέρει πια τι να κάνει, ό,τι ήταν να κάνει το ’κανε, ό,τι ήταν να γράψει το ’γραψε, και περιμένει να δει τι θα γίνει, και τίποτα δε γίνεται, αλλά εμείς «κάθε» 23 Ιουλίου κάνουμε ένα «αφιέρωμα στη μνήμη του» γιατί οι ομοβροντίες της εκτέλεσής του δε μας αφήνουνε να κλείσουμε μάτι αποβραδίς, δημοσιεύουμε και μερικά από τα ποιήματά του, λίγα είναι, αλλά δεν πειράζει, με μια λογική χρήση μας φτάνουν για καμιά δεκαπενταριά ακόμη αφιερώματα, ύστερα βλέπουμε, κάποιος άλλος θα ’χει αναλάβει τη στήλη, εμείς το χρέος μας το κάναμε και γυρίζουμε ήσυχοι απ’ τ’ άλλο πλευρό, και η ζωή συνεχίζεται, στην ΕΟΚ, στον ΟΠΕΚ και στα σκαλοπάτια της Σόλωνος και… καληνύχτα, Νικόλα. Καληνύχτα.

Λιλιάνα Δρίτσα

ΥΜΝΟΣ

Τρανή πολιτεία
με την έναστρη οροφή
και τους ηλεκτρικούς σου ήλιους
άνοιξε διάπλατα τις πύλες σου
στα χιλιάδες παιδιά σου

Μέσα σου γεννιούνται κι αναφλέγονται
οι ελπίδες κι οι προσδοκίες των ανθρώπων
σε κάθε κτίσμα, σε κάθε πέτρα
ξεπροβάλλει μια νέα ζωή.

Μες στην καρδιά σου φυλάς
τα όνειρα όλων μας
ζέστανέ τα, χάιδεψέ τα τρυφερά
κράτα τα στην αγκαλιά σου.

Ξερίζωσε τους φραγμούς
που ταλανίζουν τους ανθρώπους
Σε κάθε ρωμαλέα καρδιά
χτυπάει ρυθμικά η ατσάλινη θέληση για πρόοδο.

Τρανή πολιτεία
Χτισμένη από σκληρό τσιμέντο
με την τσιμεντένια σου καρδιά
σαν τη ζωή, είσαι πάντα νέα
άπλωσε τα χέρια σου μπροστά!

*

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ ΓΙΑ ΠΟΙΗΣΗ ΤΩΡΑ

Δεν είναι ώρα για ποίηση, τώρα
ούτε για χαρούμενους, γελαστούς ρυθμούς.
Σάμπως επιτρέπουν τα όπλα στην καρδιά
ν’ αφεθεί στη μαγεία ενός στίχου…

Το νιώθεις καθώς γράφεις
αντί για ρίμα ξεπροβάλλουν σφαίρες.
Στον ουρανό πετάνε ρουκέτες
η πόλη φλέγεται.

Μια στιγμή ηρεμίας. Ξαναρχίζεις να γράφεις
Μα ούτε μια φράση δεν τελειώνεις.
Στη χιονόλευκη σελίδα σου απόψε
περνάνε αδιάκοπα στρατιώτες με σκυλιά.

Φεύγουν, συνεχίζοντας την καταδίωξη
η θωριά τους χάνεται στην απόσταση
κι εσύ διαπιστώνεις με τρόμο
πως αντί για μελάνι γράφεις μ’ αίμα.

Η ποίηση είναι εκτός τόπου τώρα.
Θέλεις να τραγουδήσεις
μα δεν μπορείς.

*

ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ

Θα φτάσω σε βαθιά, βαθιά γεράματα
– αν βέβαια γλιτώσω από τούτο το μακελειό
θα ‘μαι σαν παλιό αναγνωστικό
απ’ αυτά που τύπωναν το 1840
Οπως κάνουν τα παιδιά με τα βιβλία της ιστορίας
ξεφυλλίζοντας πρώτα στο τέλος να δουν τις ζωγραφιές
έτσι θέλω να κάνω κι εγώ σήμερα
να ρίξω μια ματιά μπροστά
και να ονειρευτώ λιγάκι το μέλλον.

Και γιατί όχι; Δεν υπάρχουν λογοκριτές
εκεί που σχηματίζονται οι φωτεινές
εικόνες της φαντασίας μας.
Κι είναι καλύτερα να κυνηγάω τον άνεμο
παρά να κάθομαι άπραγος και να μοιρολογάω.

Θα ’χω ένα γιο, τότε, και θα είναι
είκοσι χρόνων παλικάρι…

(Μετάφραση: Λιλιάνα Δρίτσα)

***

Το Αποχαιρετιστήριο είναι το ένα από τα δυο ποιήματα που ο Νικόλα Βαπτσάροφ έγραψε στο κελί του τη νύχτα πριν οδηγηθεί για εκτέλεση από το μοναρχοφασιστικό καθεστώς της πατρίδας του. Την μετάφραση έκανε ο Άρης Δικταίος και περιλαμβάνεται στην Ανθολογία Βουλγαρικής Ποιήσεως, (Δωδώνη 1971) που μετέφρασε και επιμελήθηκε ο ίδιος.

Νικόλα Βαπτσάροφ - Κάθε εποχή έχει κι από μιαν αγχόνη για τους ποιητές της

Ο Νικόλα Βαπτσάροφ με τη γυναίκα του Μπούκα Βαπτσάροβα

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟ

Στη γυναίκα μου

Απρόσμενος, μακρυνός επισκέπτης θα γυρίσω,
κάποτε, μες στον ύπνο σου. Μα, έξω, μη μ’ αφήσης
στον δρόμο· τις πόρτες, φοβισμένη, μης τις κλείσεις.
Θα μπω αθόρυβα μέσα κι απαλά θα καθήσω,

Με καρφωμένα τα μάτια μου στο πρόσωπό σου,
μες στο σκοτάδι. Κι όταν θα σ’ έχω πια κοιτάξει τόση,
τόσην ώρα, που το βλέμμα στα μάτια μέσα να παλιώση,
θα σε φιλήσω πριν χαθώ ξανά από εμπρός σου.

ΝΙΚΟΛΑ ΒΑΠΤΣΑΡΟΦ

(Μετάφραση: Άρης Δικταίος)

Η ποίηση του Βαπτσάροφ είναι ρωμαλέα  και «ενοχλητική», ξεσηκωτική και επίκαιρα φωτεινή μες στα σκοτάδια που στο πέρασμα του χρόνου, από τότε που την έγραψε, πύκνωσαν αντί να διαλυθούν. Οι στίχοι του βάλλουν ριπές κατά των βολεμένων, των πλαδαρών και φτηνών συνειδήσεων, που τους έγινε έξη να εξαγοράζονται με αντίτιμο λίγα ψίχουλα παράτασης της αγωνίας για το τι μέλλει γενέσθαι με το τομάρι τους.

Ο Νικόλα Βαπτσάροφ γνώριζε ότι ο δρόμος που βαδίζει είναι κακοτράχαλος και ίσως να μην έχει  επιστροφή. Επίταξε το φέγγος και την ορμή της νιότης του στον αγώνα για το καλό των πολλών, και πρόσφερε τη ζωή του για να αλλάξει ο κόσμος, να γίνει δίκαιος και ανθρώπινος, χωρίς εκμετάλλευση. Το παράδειγμά του και οι στίχοι του έμειναν παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές, απόκτημα όσων ποθούν και αγωνίζονται για τα ίδια ιδανικά, τα ίδια όνειρα.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: