Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Ω Ελλάς, ηρώων χώρα, τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα;» του Γ. Σουρή

“…Όλα σ᾿ αύτη τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τι λέγεται ντροπή…”

Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Ω Ελλάς, ηρώων χώρα, τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα;» του Γ. Σουρή

Εκπληκτικά επίκαιρος ο λόγος του Γεωργίου Σουρή. Ο ποιητής σατιρίζει τα πολιτικά ήθη και την κοινωνική κατάσταση της εποχής του… «δίνοντας» τη δυνατότητα στον σύγχρονο αναγνώστη να κρίνει και να συγκρίνει με την δική του εποχή. Αν και πόσο άλλαξαν από τότε οι καταστάσεις που καυτηριάζει με την πένα του ο Σουρής, δεν είναι δύσκολο να απαντηθεί. Το ερώτημα είναι αν θέλουμε να αλλάξουν και τι είναι διατεθειμένος ο καθένας να πράξει προς αυτή την κατεύθυνση. Μια απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα καλούνται να δώσουν σήμερα με την ψήφο τους εκατομμύρια ψηφοφόροι.

Ο Γεώργιος Σουρής γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου, στις 2 του Φλεβάρη 1853.

Σε ηλικία 30 ετών εκδίδει την έμμετρη εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα «Ο Ρωμηός».

Το έργο του Σουρή χαρακτηριζόταν από την ποιητική του γονιμότητα και την πληθώρα των στίχων του. Σχολίαζε το λαό, τους άρχοντες, τους βασιλείς, χωρίς ωστόσο να βρίζει. Χρησιμοποιεί πολύ τη δημοτική, αλλά και αρκετές λόγιες λέξεις και φράσεις, για λόγους είτε μετρικούς είτε σατιρικούς.

Το 1906 προτάθηκε για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Ο Γεώργιος Σουρής έφυγε από τη ζωή στις 26 του Αυγούστου 1919.

Γεώργιος Σουρής (1853-1919)

Τους στίχους βρήκαμε στην ιστοσελίδα του Φιλοτεχνικού Ομίλου Τρίπολης.

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ᾿ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύη
και πενήντα να μαζεύη;

Να τρέφη όλους τους αργούς,
νάχη επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Νάχη κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Κλέφτες φτωχοί και άρχοντες με άμαξες και άτια,
κλέφτες χωρίς μία πήχυ γη και κλέφτες με παλάτια,
ο ένας κλέβει όρνιθες και σκάφες για ψωμί
ο άλλος το έθνος σύσσωμο για πλούτη και τιμή.

Όλα σ᾿ αύτη τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τι λέγεται ντροπή.

Ο Έλληνας δυο δίκαια ασκεί πανελευθέρως,
συνέρχεσθαί τε και ουρείν εις όποιο θέλει μέρος.

Χαρά στους χασομέρηδες! χαρά στους αρλεκίνους!
σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Γι’ αυτό το κράτος, που τιμά τα ξέστρωτα γαϊδούρια,
σικτίρ στα χρόνια τα παλιά, σικτίρ και στα καινούργια!

Και των σοφών οι λόγοι θαρρώ πως είναι ψώρα,
πιστός εις ό,τι λέγει κανένας δεν εφάνη…
αυτός ο πλάνος κόσμος και πάντοτε και τώρα,
δεν κάνει ό,τι λέγει, δεν λέγει ό,τι κάνει.

Σουλούπι, μπόι, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι απο προσπάππου κι απο παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγας.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυο φορώντας τα πόδια πού ῾χει
στο ῾να λουστρίνι, στ’ άλλο τσαρούχι.

Δυστυχία σου Ελλάς, με τα τέκνα που γεννάς.
Ω Ελλάς, ηρώων χώρα, τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Γεώργιος Σουρής, Ανθολογία της Οικονομίας (1902)

“Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα”: Δείτε όλα τα ποιήματα εδώ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: