Κόκκινη Πρωτομαγιά 1944 – Ποιήματα εμπνευσμένα από τη θυσία των 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής

“Κάθε σμπαριά και είκοσι. Διακόσιοι όλοι μαζί.
Και του Σκοπευτηριού η γης ρουφούσε άλικο αίμα,
που τα φασιστοτέρατα οι γερμανοί ναζί
ξέσκιζαν σάρκες και καρδιές. Όχι όμως και το πνεύμα…”

Κόκκινη Πρωτομαγιά 1944 - Ποιήματα εμπνευσμένα από τη θυσία των 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής

200. Ένας αριθμός που από την Πρωτομαγιά του 1944 μετατράπηκε σε σύμβολο. Χιλιάδες κομμουνιστές, ριζοσπάστες, προοδευτικοί αγωνιστές, εργατοϋπάλληλοι, άνθρωποι του μόχθου, εδώ και δεκαετίες στο άκουσμα αυτού του αριθμού ανατριχιάζουν από συγκίνηση, γεμίζουν με περηφάνια, σφίγγουν τα δόντια…

Η θυσία των 200 κομμουνιστών της Καισαριανής, την Πρωτομαγιά του 1944, συμπυκνώνει όλο τον ηρωισμό που έδειξαν οι πρωτοπόροι της εργατικής τάξης στα χρόνια της κατοχής και της αντίστασης. Δείχνει τη θηριωδία του φασισμού, της πιο αντιδραστικής μορφής άσκησης της αστικής εξουσίας.

Τη μαζική αυτή εκτέλεση του ανθού της εργατικής τάξης, που έβαψε ακόμα πιο κόκκινη την έτσι κι αλλιώς κόκκινη Πρωτομαγιά, τίμησε η ΚΟ Αττικής του ΚΚΕ με την έκδοση «Αθάνατοι!» που κυκλοφόρησε το 2018, στο πλαίσιο των εκδόσεων και πολύμορφων εκδηλώσεων του Κόμματος για τα 100 χρόνια από την ίδρυσή του.

Το βιβλίο περιέχει τα υλικά από το διήμερο εκδηλώσεων που διοργάνωσε η Κομματική Οργάνωση Αττικής του ΚΚΕ, στις 28- 29 του Απρίλη 2018, στο πλαίσιο του γιορτασμού των 100χρονων του ΚΚΕ, τιμώντας τους 200 κομμουνιστές. Μια πρωτοβουλία η οποία άνοιξε τις «100 εκδηλώσεις σε 100 πόλεις» για τα 100 χρόνια του Κόμματος.

Περιλαμβάνει επίσης αποσπάσματα από λογοτεχνικά έργα και ποιήματα που ενέπνευσε η περίοδος και η στάση των 200 εκτελεσμένων κομμουνιστών. Εμπλουτίζεται με αρχειακό υλικό από ντοκουμέντα και φωτογραφίες που δίνουν στον αναγνώστη μια ζωντανή εικόνα του μαζικού ηρωισμού που επέδειξε ο λαός μας, όταν συστρατεύτηκε με το ΚΚΕ.

Από την ίδια έκδοση τα ποιήματα που ακολουθούν:

Από τις Γειτονιές του κόσμου
τον Γιάννη Ρίτσου (1949)

Οι γειτονιές θυμούνται. Οι γειτονιές
Δε θέλουν να ξεχύσουν. Τα χαράματα
οι ομοβροντίες στο Σκοπευτήριο. Τη νύχτα
τα φώτα του Χαϊδαριού. Η συσκότιση.
Το φιλί ήταν πικρό και βιαστικό.
Ύστερα πέφτανε τα χέρια στο πλάι.
Μια πιστολιά στο δρόμο. Η νύχτα. Κι η τρεχάλα.
Η νύχτα. Κι π καρδιά που χτυπάει δυνατά
Όπως μια γροθιά πάνου στο τραπέζι.
Ύστερα πάλι σιγαλιά. Μονάχα τα δεκανίκια του φεγγαριού στο πεζοδρόμιο
Κι ένα χέρι που σφίγγει τη ράχη της καρέκλας
Κι ένα χέρι που λαδώνει ένα παλιό περίστροφο
Κι ένα χέρι που ράβει μία σημαία
Κι ένα χέρι που σφίγγει ένα άλλο χέρι
Και τ’ άστρα που δείχνουν τα σφιγμένα τους δόντια
πάνω από τον κυρτό σταυρό που ανεμίζει στην Ακρόπολη,
Κι ο άνεμος που αρχίζει τα μεσάνυχτα
(…)

Α, εκείνοι οι ατελείωτοι δρόμοι. Γεια σου, σύντροφε.
Το μεσημέρι, ναι. Στη γωνιά. Τρέχαμε.
Τρέχαν οι προκηρύξεις. Τρέχαν τα τραμ.
Μερμήγκιαζε η Καισαριανή απ’ τις λαϊκές σημαίες.
Ένα μεγάφωνο στην πλατεία. Τ’ ανακοινωθέν του ΕΛΑΣ.
Οι προλετάριοι άκουγαν. Πλημένοι, χτενισμένοι,
φτιάχνανε το μνημείο των ηρώων-ένας σωρός πέτρες το μνημείο,
ένα ελασίτικο κράνος στην κορφή,
κι έτσι βουβοί οι εργάτες με τ’ άγρια μουσκεμένα τους μαλλιά,
έτσι σκυφτοί στην πλατεία της συνοικίας,
είτανε σα να πλέναν κάτου απ’ τις σημαίες της αυγής
τις καλοφουσκωμένες ρόδες του ήλιου. Εμπρός. Εμπρός.
Ακόμη μια μέρα για τον άνθρωπο. Ακόμη μια μέρα.
(…)

Οι γειτονιές είναι έρημες. Είμαι γυμνές οι γειτονιές. Τα σπίτια είναι καμένα. Κείνο το ηρώο
Με τις ασβεστωμένες πέτρες, με τις γλάστρες που κουβαλάγαν οι γριούλες
έγινε στάχτη τώρα. Τον ξύλινο σταυρό
με τα πολλά ονόματα των λαϊκών ηρώων
τον κάψαν στην πλατεία. Μονάχα το κράνος το ελασίτικο
δεν έλιωσε στη φλόγα-απόμεινε
πεταμένο στο δρόμο της έρημης γειτονιάς.
Μ’ εμείς τα θυμόμαστε τα ονόματα
Και τ’ άλλα ονόματα που δεν είχαμε ακόμα προφτάσει
Να τα γράψουμε στους ξύλινους σταυρούς – τα θυμόμαστε.

Σταυροί
του Φώτη Αγγουλέ

Τόσοι σταυροί που στήθηκαν
τόσοι σταυροί που θα στηθούνε,
εμάς μονάχα με σταυρούς μπορούν να μας μετρούνε.
Σταυροί, παντού σταυροί.

Είμαστ’ οι αδάκρυτοι κι οι αγέλαστοι
δεν κλαίμε, ούτε γελούμε.
Τα σπίτια μας καπνίζουνε,
πεινούνε τα παιδιά μας,
δεν λυγούμε
Ήρθαμε να χαράξομε του πόνου μας τα σύνορα
και στήνουμε σημάδια και περνούμε.
Σταυροί, παντού σταυροί.

Ανθούς Πρωτομαγιά
του Βασίλη Ρώτα

Δεν ήντουσαν πεντέξι κι ουδέ μια δεκαριά,
παρ’ ήντουσαν Διακόσιοι μιαν εκκλησιά κορμιά.
Διακόσιοι είν’ ένας κι ένας, μ’ αντρειά, μ’ άξιά, με νου,
διακόσιοι βασιλιάδες λεβέντες του λαού.
Πριν φέξει τους χωρίσαν, τους βάλαν στη σειρά
κι είν’ ομορφοντυμένοι, κεφάλια τους ψηλά.
Πρωτομαγιά χαράζει, μα δε μοσκοβολάει,
η αυγή φοβάται να ’βγει, το φως χασομεράει.
Τους φόρτωσαν δεμένους, τους στρίμωξαν ορθούς,
κλεισμένοι εμείς ακούμε: – τους παίρνουν, δεν ακούς;
Να, πάνω από τη μάντρα χέρια περνάνε, δες,
τα χέρια τους κουνάνε – καλές αντάμωσες!
Τα χέρια τους κουνάνε και φεύγουνε και παν,
σαν να κουνάν σημαίες μας αποχαιρετάν:
Σημαίες ματοβαμμένες πώς ανεμίζουνε,
μιλάν με χίλιες γλώσσες και ξεφωνίζουνε:
– Λαέ μας, τα παιδιά σου, σταθήκαμε πιστά,
κατά το μάθημά σου στον τύραννο μπροστά.
Δώσαμε τις ζωές μας ντυμένες αρετή,
για τη δική σου δόξα και για την προκοπή.
Λαέ μας δοξασμένε, πατρίδα μας γλυκιά,
μας κάψαν τις ζωές μας ανθούς Πρωτομαγιά.

Πρωτομαγιά του 1944
του Κώστα Βάρναλη

Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα
με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη,
όποιος και να σαι, όθε και να σαι κι ό,τι – άνθρωπος να σαι!
Πιότερο, αν είσαι του λαού ξωμάχος, χερομάχος,
φτωχόπαιδο, που αθέλητα σε βάλαν να καρφώσεις
τον αδερφό σου αντίκρα σου – με μάνα εσύ και κείνος!
Ετούτ’ η μάντρ’ αγνάντια σου το σύνορο του κόσμου.
Σ’ αφτήν απάνου βρόντηξεν ο Διγενής το Χάρο.
Είτανε πρώτη του Μαγιού, φως όλα μέσα κ’ έξω
(έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλωσύνη)
που αράδειασε πα στο σοβά, πιστάγκωνα δεμένους
και θέρισε με μπαταριές οχτρός ελληνομάχος,
όχι έναν, όχι δυο και τρεις, διακόσια παλληκάρια.
Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα,
μόν’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι.
Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους
κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος.
Κ’ είναι από τότες Μάης εδώ, φως όλα μέσα κ’ έξω.
Κόλλα τ’ αφτί και την καρδιά στο ματωμένο χώμα.
Στον Κάτου Κόσμο τραγουδάνε πάντα και χορεύουν
κι αν κάπου ανάκουστος καημός θολώνει τη λαλιά τους,
δεν είναι που τη μάνα τους τη μάβρη ανανογιούνται
παρά που τους προδώσαν απορίματα δικά μας.
Κι αν πέσανε για το λαό, νικήσαν οι προδότες,
που τώρα εδώ κατάχρυσοι περνούν και μαγαρίζουν,
και τώρα πιο τους μάχονται και τους ξανασκοτώνουν!
Σιχαίνεσαι τους ζωντανούς; Μην κλαις τους σκοτωμένους!
Απ’ τα ιερά τους κόκκαλα, πρώτη του Μάη και πάλι,
θα ξεπηδήσει ο καθαρμός κ’ η λεφτεριά του ανθρώπου.
Κ’ είναι χιλιάδες στην Ελλάδα όμοιοι Πανάγιοι Τάφοι.

Θυσιαστήριο Λευτεριάς
της Σοφίας Μαυροειδή – Παπαδάκη

Ένα άλσος που ίων δέντρων του τα φύλλα
φωλιές γι’ αηδόνια μόνο είχαν φουντώσει,
θανάτου κάθε τόσο ανατριχίλα
το συνταράζει, πριν να ξημερώσει.

Όρθρος βαθύς! Βουβή μια συνοδεία
λεβέντικα κορμιά αλυσοδεμένα,
Απ’ τον ύπνο ξάφνου σηκωμένα,
Βαδίζουν τη στερνή τους την πορεία.

Λεβέντες που δεν είχαν άλλο κρίμα π
αρά της λευτεριάς τη φλόγα εντός τους,
κι είτανε φως το κάθε αγνό τους βήμα
Και δικαιοσύνη ο πόθος ο κρυφός τους.

Αυγούλα, απ’ την ψυχή τους πάρε μύρα
και φως απ’ το λαμπρό το μέτωπό τους
και στρώσε τους τα ρόδα σου πορφύρα
και τα θαμπά σου πέπλα σάβανό τους.

Μακάβρια τη γαλήνη ομοβροντία
από τουφέκια βάρβαρα ταράζει.
Τινάζεται απ’ τον ύπνο η συνοικία
κι ω ξέρει τι σημαίνει, και στενάζει.

Σε λίγο σ’ ένα κάρο βιαστικά
απάνω στόνα τ’ άλλο σωριασμένα,
διαβαίνουν τα κορμιά τα ηρωικά
απ’ της αυγής το φως νεκρολουσμένα.
Κι όταν προβάλλει η μέρα, ξεχωρίζει
κάθε διαβάτης με θολό το βλέμμα,
μια πορφυρή γραμμή που αχνοστολίζει
το μονοπάτι με ρανίδες αίμα.

Το μονοπάτι αυτό πούχει χαράξει
το αίμα σας, αδέρφια, θα πλατύνει
γιγάντια λεωφόρος θα φαντάξει,
απ’ όπου βγαίνει ο ήλιος ώσπου δύνει,
για να χωρούν τα πλήθη να περάσουν
των σκλάβων τα βαριά τυραγνισμένα
να πάνε προς το φως, να ξαποστάσουν
απ’ τη σκλαβιά τους τέλος λυτρωμένα.

Οι διακόσιοι
της Ρίτας Μπούμη – Παπά
(γραμμένο την 1/5/44, στην Ανάληψη Υμηττού)

Τι ήλιος που ξημέρωσε για να σας χαιρετίσει!
Πώς δε μαλάκωσε τη χτεσινή απόφαση/ αχ ένας τέτοιος ήλιος;
Της πρωσικής καρδιάς δε λειώνει ο πάγος εύκολα,
αξίνα η πέννα που άνοιξε διακόσιους τάφους στο χαρτί
γι’ αγόρια που δε φτάσανε στα χρόνια του Χριστού,
που δεν τραφήκανε με γάλα, μέλι και ψωμί,
παρά το Μέγα Όνειρο
– θρέψαν με τ’ ασημί τους το μεδούλι, (…)
Κανένας μας δεν τόλμησε μ’ ένα χωνί να σας φωνάξει
«γεια σας παιδιά! Το αίμα σας θα το πληρώσουν!»
Αρματωμένοι Γερμανοί μας φύλαγαν
κι η γειτονιά μας όλη κυκλωμένη. (…)
Για ποιο βαρύ σας κρίμα σας θερίζουνε
Πρωτομαγιά σαν χλωρά στάχυα
πίσω από ’να μαντρότοιχο γεμάτο χαμομήλια;
Για την πατρίδα εσείς στενάζατε
κι ονειρευόσαστε τη λευτεριά της.

Τέσσερις ώρες γάζωναν οι σφαίρες την καρδιά σας (…)
και πέφτοντας αμίλητοι κατά οκτάδες
αγκάθινο στεφάνι μας φορέσατε
χαλκά ζεματιστό στην εποχή μας
να ντρέπεται αιώνια για τη φρίκη της και τα εγκλήματά της.
Η οδός Φορμίωνος, οδός του Γολγοθά σας
σπάρθηκε όλη με κόκκινα λουλούδια
από το πλούσιο αίμα σας τ’ αψύ
που τα μαζεύομε μεσ’ σε λευκά μαντήλια
τη Λευτεριά να ράνομε που αργεί. (…)

Η Ρίτα Μπούμη – Παπά έγραψε, με τον ίδιο τίτλο,
και ένα άλλο πολύστιχο σχεδίασμα του ποιήματος «Οι Διακόσιοι»:

Η πρώτη αυγή ίου φετινού Μαγιού
κρέμασε μεγάλες νεκρικές κουρτίνες,
που μαύρισαν τον ήλιο,
και σώπασαν τα φλώρια στη ροδιά,
καθώς ήρθαν του Χάρου τα καμιόνια, (…)
γεμάτα αγαπημένα κι άγνωστα παιδιά,
που ζητωκραύγαζαν ορθά και τραγουδούσαν. (…)
Βάψατε τους δρόμους με τις καρδιές σας.
Ήρθε το περιστέρι απ’ το χωριό,
βάφτισε τα ξανθά του πόδια
στο χαντάκι που στράγγισαν τα νιάτα σας,
κόκκινο θα γυρίσει πριν από τον ταχυδρόμο.
Χάθηκε κ’ η γριούλα που κίνησε νύχτα
να ψηλαφήσει τα σύνορα της Αθήνας
να βρει ένα κομμάτι ρούχο σας στη λεωφόρο,
σκισμένο με τα δόντια σας και πεταμένο για σημάδι. (…).
Σεις έχετε κιόλας σμίξει με τ’ αδέρφια σας, (…)
τ’ άλογα καβαλικέψατε του ρήγα ήλιου
πάνω απ’ τη θάλασσα των παραμυθιών (…)
παιδιά με τ’ ανοιχτόστηθα πουκάμισα
αυριανά μας αγάλματα. (…)

Το αίμα των ηρώων
του Γιάννη Αρβανιτάκη

Τη νεκροφόρα γιόμιζαν παλληκαριών κορμιά
στο τρύπιο «σκουπιδιάρικο» πούταν
με χαραμάδες.
Κι έραιναν το αίμα πούτρεχε ρόδα
και γιασεμιά
στους δρόμους της Καισαριανής
του αγώνα οι μανάδες

Κάθε σμπαριά και είκοσι. Διακόσιοι όλοι μαζί.
Και του Σκοπευτηριού η γης ρουφούσε άλικο αίμα,
που τα φασιστοτέρατα οι γερμανοί ναζί
ξέσκιζαν σάρκες και καρδιές. Όχι όμως και το πνεύμα

Κι’ ήταν Μάης. Κι’ έσκαζαν λουλούδια στα κλαριά.
Κι’ η γης γιορντάνια φόραγε,
λογιών λογιών λουλούδια,
σαν οι διακόσοι πέσανε για την ελευτεριά.
Για σένα Ελλάδα σμίξανε τα βόλια
με τραγούδια

Στο μαύρο φόντο τ’ άσφαλτου
πηχτές σταλαγματιές
με αίμα των παλληκαριών.
Χυμός αντρειοσύνης.
Μα δεν ταιριάζουν δάκρυα.
Μον’ φλόγα στις ματιές
και ζωπυρένιος ο πύργος στους γιους
της Ρωμιοσύνης.

Το φλάμπουρο κοκκίνησε με αίμα αχνιστό

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: