Το διήγημα της Πέμπτης «Ο αντίπαλος» του Θ. Δ. Φραγκόπουλου

Όταν τον είδα, κατάλαβα μονομιάς πως η παρουσία του εδώ μέσα θα εσήμανε την καταστροφή μου: σοβαρός, σεμνός, αξιοπρεπής, με ένα πρόσωπο που συνδύαζε την τιμιότητα με την ικανότητα, την ταχύτητα της αντίληψης με τη νομιμοφροσύνη. Θα με υποσκέλιζε – θα μου έπαιρνε τη θέση μου…

Το διήγημα της Πέμπτης «Ο αντίπαλος» του Θ. Δ. Φραγκόπουλου

Ο ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής Θ. Δ. Φραγκόπουλος (Θεόφιλος Φραγκόπουλος) γεννήθηκε το 1923, στην Αθήνα (με καταγωγή από τη Ζάκυνθο) και έφυγε από τη ζωή το 1998. Σπούδασε νομικά και τουριστικές και οικονομικές επιστήμες.

Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1943 και το 1953 κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή «Ποιήματα». Συνεργάστηκε με διάφορα περιοδικά και εφημερίδες. Υπήρξε μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Θεάτρου για το έργο του «Καρτερία», το βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή δοκιμίων «Tagliche Ernte» και το λογοτεχνικό βραβείο Φρειδερίκου Μάθιους (1995).

Κείμενά του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, τα αγγλικά και τα ιταλικά, ενώ ποιήματά του περιλήφθηκαν σε ξένες ανθολογίες.

Θ. Δ. Φραγκόπουλος (Θεόφιλος Φραγκόπουλος)

Το διήγημα που φιλοξενεί η στήλη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πολιτιστική», τον Νοέμβρη του 1984.

Ο αντίπαλος
του Θ. Δ. Φραγκόπουλου

Από μέρες τον περίμενα. Η επίσκεψή του είχε αναγγελθεί – εγώ ανοίγω την αλληλογραφία του υπουργού – από υψηλό πρόσωπο, με την παράκληση (διάβαζε εντολή) της άμεσης πρόσληψης στο ιδιαίτερο γραφείο του. Όταν τον είδα, κατάλαβα μονομιάς πως η παρουσία του εδώ μέσα θα εσήμανε την καταστροφή μου: σοβαρός, σεμνός, αξιοπρεπής, με ένα πρόσωπο που συνδύαζε την τιμιότητα με την ικανότητα, την ταχύτητα της αντίληψης με τη νομιμοφροσύνη. Θα με υποσκέλιζε – θα μου έπαιρνε τη θέση μου – και αυτό, ιδίως τώρα που είχα ξανοιχτεί οικονομικά, με τον πρόσφατο γάμο μου, θα με καταβαράθρωνε: ποιος θα μου έδινε πια οποιαδήποτε δωροδοκία, εφόσον ανάμεσα σε μένα και στον υπουργό θα έμπαινε εκείνος; Κάτι έπρεπε να κάνω. Και το έκανα.

– Ο κ. υπουργός σάς περιμένει, του είπα. Περάστε μέσα.

Περίμενα να περάσουν πέντε λεπτά, ώσπου να τα πούνε – αρκετά για να καταλάβει ο υπουργός την ευφυΐα του καινούργιου, όχι όμως και να εκτιμήσει την τιμιότητά του. Μετά, χτύπησα την πόρτα του, και του είπα:

– Ξαφνική ειδοποίηση από τη μεγαλειότητά του. Σας περιμένει αμέσως στην αίθουσα των κατόπτρων.

Όπως το περίμενα, ο υπουργός σηκώθηκε αμέσως, μάζεψε τα χαρτιά του, και έφυγε βιαστικά, με λίγα ξερά λόγια φιλοφρόνησης προς τον επισκέπτη του, που τον διέταξε να τον περιμένει ως να γυρίσει. Εγώ, παρέμεινα μέσα στο γραφείο. Γύρισα και είδα τον αντίπαλό μου, και αμέσως μου φανερώθηκε πως ήτανε ικανοποιημένος με τον εαυτό του – η συνάντηση ήτανε επιτυχής, τη θέση την είχε κιόλας σίγουρη, η άνοδός του ήτανε βεβαιωμένη. Τον μίσησα διπλά.

Έβαλα αμέσως σε ενέργεια το σχέδιό μου. Στο φάκελο που κρατούσα στα χέρια μου, βρισκότανε δυο απόρρητα σχέδια: το ένα ήτανε η μυστική συνθήκη της Ισπανίας και στο άλλο το προσχέδιο της επιστολής στον Σουλτάνο. Δίστασα για μια στιγμή, ύστερα αποφάσισα πως το ισπανικό θάτανε και το καταλληλότερο. Το άφησα στο γραφείο του υπουργού με τρόπο, σκεπάζοντάς το κάπως κάτω από το μπρεβιάριο του στυπόχαρτου, αλλά όχι πολύ. Είχα πολλές φορές παρατηρήσει τον υπουργό μου να κάνει το ίδιο με έγγραφα που ήθελε να τα ξαναμελετήσει. Μετά, υποκλίθηκα αμίλητα στο νεαρό, βγήκα αλαφροπόδητα και έκλεισα την πόρτα πίσω μου, κατευθυνόμενος στο γραφείο μου, και ασχολήθηκα με ζήλο στην αντιγραφή των καθαρόγραφων.

Ήξερα πως ο νεαρός ήτανε πια χαμένος.

Σε λίγο, επέστρεψε ο υπουργός βιαστικά, μπήκε στο γραφείο του και άκουσα την πολυθρόνα του να σέρνεται στο ξερό πάτωμα, καθώς κάθισε. Δεν είχε περάσει ένα λεπτό, και το τρίξιμο του συρσίματος ακούστηκε ξανά. Ο εξοχότατος είχε ξανασηκωθεί. Αμέσως μετά, άνοιξε την πόρτα, με πλησίασε νευρικά και μου είπε στο αυτί τα λόγια που περίμενα να ακούσω:

– Ειδοποίησε πάραυτα τον αρχηγό της φρουράς.

Δεν χρειάζεται να πω με τι πρόθυμη ταχύτητα ανταποκρίθηκα στη διαταγή του. Όταν, μετά, είδα τον αντίπαλό μου, να βγαίνει από το γραφείο του υπουργού ανάμεσα σε δυο στρατιώτες, σιδηροδέσμιο, κατάπληκτο, αλαλιασμένο, αδυνατώντας να πιστέψει το τι του συνέβαινε, αμίλητο, χαμένο, ένιωσα την πιο βαθιά ζέστη να απλώνεται μέχρι τις άκρες των ποδιών μου: και κατάλαβα πως ήμουν προορισμένος να πάω ψηλά, πολύ ψηλά.

Αργότερα, σε μια στιγμή ανάπαυσης, από τις σπάνιες που επέτρεπε στον εαυτό του, ο υπουργός μου είπε:

– Είναι περίεργο πως παρέλειψα να κρύψω την ισπανική συνθήκη πριν φύγω για το μεγαλειότατο. Όπως καταλαβαίνεις, δεν ήταν δυνατό να διακινδυνέψω μια διαρροή τέτοιου μυστικού. Ο Σουηδός δεν θα μου το συγχωρούσε. Έπρεπε να διαφυλάξω το απόρρητο. Ο νεαρός έμοιαζε πολύ τίμιος, αλλά δεν αποκλείεται να την είχε διαβάσει. Και μια ακριτομύθεια θα στοίχιζε πολύ ακριβά.

Χαμογέλασα δουλικά, ετοιμάζοντας να πω μιαν ακόμα χαμερπή κολακεία για την ευφυΐα του. Με πρόλαβε.

– Σε σέναν, έχω απόλυτη εμπιστοσύνη. Είσαι άλλωστε τόσο καταχρεωμένος που δεν μπορείς, δεν σου είναι δηλαδή επιτρεπτό από τα πράγματα, να με προδώσεις. Ενώ εκείνος δεν είχε προλάβει να κάνει ακόμα δανειστές. Έπρεπε να το κάνω, λοιπόν.

Τον κοίταξα με πραγματική έκπληξη. Ήτανε διαβολεμένος, πράγματι, ένα μυαλό ξυράφι.

– Και … πού; ψέλλισα, κάνοντας μια ερωτηματική χειρονομία προς το μέρος της πόρτας.

– Πινιερόλ, στο φρούριο, κάτω από τις Άλπεις. Με τον μουγκό δεσμοφύλακα.

(Θα ψοφήσει στο κρύο, σκέφτηκα. Ζήτημα αν θα βγάλει το χρόνο Είναι και ψιλομαθημένος).

– Άντε, αρκετά φλυαρήσαμε, μου είπε ο υπουργός. Πάρε τώρα την ισπανική συνθήκη να την καθαρογράψεις. Με κείνες τις παρατηρήσεις που σου σημείωσα στο περιθώριο. Φτάνει πια η τεμπελιά.

Και, ενώ έφευγα πισωπατώντας και με υποκλίσεις, ο καρδινάλιος Ρισελιέ, βυθίστηκε στην ανάγνωση των φακέλων του.

Μέχρι σήμερα δεν ξέρω αν κατάλαβε τη λαθροχειρία μου, αν γνωρίζει τον τρόπο που χρησιμοποίησα για να εξοντώσω τον αντίπαλό μου. Μου είναι αδύνατο άλλωστε να το ξέρω, επειδή αγνοώ εάν, γνωρίζοντάς το, θα με περιφρονούσε ή θα με εκτιμούσε περισσότερο γι’ αυτό.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η ιστορία είναι αυθεντική. Ο καρδινάλιος Ρισελιέ κατεδίκασε σε ισόβια κάθειρξη έναν θεσιθήρα που από αβλεψία του, τον άφησε μια στιγμή μονάχο του στο γραφείο του με απλωμένα έγγραφα, μόνο και μόνο με την υποψία πως μπορούσε να τα είχε διαβάσει.

*Κεντρική εικόνα: Λεπτομέρειες από ζωγραφικά έργα του Μανώλη Πολυμέρη

“Το διήγημα της Πέμπτης”: Δείτε όλα τα διηγήματα εδώ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: