Κωστούλα Μητροπούλου: Το χρονικό των τριών ημερών – Επίλογος

«Είναι ο γιός μου», ξαναλέει η γυναίκα με τα μαύρα. Περσινή φωτογραφία. Ήρεμα και περήφανα. «Μπάμπη τον φώναζαν. Πρώτος στο τραγούδι. Στη Σχολή είχε μπει τρίτος. Έχτιζε πολιτείες στο μυαλό του. Δυο μέτρα ήταν. Ο γιός μου. Κοιτάξτε». Και κοιτάζουν.

Κωστούλα Μητροπούλου: Το χρονικό των τριών ημερών – Επίλογος

Ύστερα από δύο μήνες. Ίσως τρεις. Ίσως τέσσερις. Ο χρόνος έπαιξε ρόλο θετικό σ’ αυτή την περίπτωση. Δεν έχει καθόλου αμβλύνει τη μνήμη. Δεν έχει ούτε στιγμή «μαλακώσει» τη σκληρή όψη των γεγονότων. Δεν επέφερε τελικά καμιά αλλοίωση στα πρόσωπα και στα πράγματα. Τούτος εδώ, είναι ένας χρόνος που θα μπορούσε να ονομαστεί ενεργητικός χρόνος. Αυτάρκης χρόνος. Χρόνος θετικός και προχωρημένος πολύ πιο πέρα από την απλή απαρίθμηση στοιχείων που «συνέβησαν» απλά. Είναι ένας χρόνος που θα μπορούσε να είναι αυθύπαρκτος και ανεξάρτητος από τα γεγονότα. Γιατί αυτά τα ίδια τα γεγονότα, απόκτησαν μια αυτοτέλεια, που ξεπερνάει τα χρονικά όρια των απλών συμβάντων. Είναι πια μια περιοχή από ρημαγμένα πρόσωπα, από τσακισμένα κορμιά, από σακατεμένες φωνές. Ο χρόνος και ο χώρος μεταφέρθηκαν αυτόματα στο μηδέν. Μετάθεση χρόνου πέρα από το χρόνο. Ο χώρος αδειάζει. Το κενό, άσπρο ή μαύρο, αδειάζει. Και η πορεία προς το τέλος, αντίστροφη και στείρα.

Εξήντα μέρες. Εξήντα νύχτες. Εξήντα βήματα επί τόπου. Εξήντα επί δύο. Ένα για την ημέρα. Ένα για τη νύχτα. Εκατόν είκοσι. Βήματα και πρόσωπα σιωπή, και η σιωπή στον άδειο χώρο. Και η σιωπή στο χώρο χάος. Εδώ νοσοκομείο. Χώρος επώνυμος. Εδώ νεκροτομείο. Χώρος άδηλος. Εδώ χάος. Σε γραμμές παράλληλες και κάθετες κρεβάτια σιδερένια και σώματα. Σώματα μισά. Σώματα σπασμένα στα τέσσερα. Στα οχτώ. Σώματα στο έλεος μιας περιορισμένης ανθρώπινης δυνατότητας, όπως είναι πάντα ένας γιατρός, ένας άνθρωπος που σού κρατάει το χέρι, μια μορφή παρηγοριάς και συμπόνιας. Εδώ νοσοκομείο. Κατάλογοι ονομάτων. Ονόματα ζωντανών. Αυτό κυρίως. Ζωντανοί που θυμούνται. Αυτή η μνήμη είναι επάλληλη. Είναι όπως όταν ξεκινάνε μαζί δύο γραμμές στον ορίζοντα. Κάπου χάνονται. Κάπου σπάνε στη μέση. Επάλληλη τροχιά. Η μνήμη. Εδώ νοσοκομείο. Δύο μήνες και κάποιες μέρες. Έτσι κι αλλιώς, υστερόγραφο. Εδώ ληξιαρχείο. Καταγραφή ονομάτων. Με τη σειρά ή ανάκατα. Άτσαλα. Εδώ σταθμός, εδώ σταθμός. Πάγκοι παλιοί, ξύλινοι. Στη σειρά, περιμένουν. Συγγενείς και φίλοι. Πιο πολύ, μένουν. Όχι περιμένουν. Μένουν. Απλά. Σα νάναι μια σειρά από σπασμένα ενθύμια. Πολύ παλιά και πολύ σπασμένα. Στα δύο. Στα οχτώ. Στα δεκάξη. Παλιά ενθύμια για να διαιωνίζεται η μνήμη. Και μια φωτογραφία με ήλιο. «Ο γιός μου», λέει η γυναίκα με τα μαύρα. Ο γιός της. Όταν ήταν τόσο ψηλός. Όταν ήταν τόσο ξανθός. Όταν ήταν τόσο γαλάζιος. Όταν ήταν. Τώρα είναι η φωτογραφία. Φωτογραφία Αυγούστου ή Ιουλίου. Πάντως καλοκαιριού. «Περσινή είναι», λέει. Αυτό το «περσινή» το λέει με περηφάνεια. Σταθερά και με περηφάνεια. Περσινή. Που θα πει «φανταστήτε τον εφέτος». Δυο μέτρα. Ξανθός. Γαλανός. Τραγουδούσε. «Έχεις φωνή», τούλεγαν. Αυτός γελούσε. «Εγώ θα χτίζω πόλεις», έλεγε. Τώρα εκτεθειμένος μπροστά στους ξύλινους παλιούς πάγκους. Στο ληξιαρχείο. Τμήμα θανάτων. Εκτεθειμένος. «Χαράλαμπος Ευλαμπίδης». Τραγουδούσε. Το ληξιαρχείο είναι σκοτεινό. Τα ξανθά του μαλλιά φαίνονται μαύρα. Τα γαλάζια του μάτια δε φαίνονται καθόλου. Άσπρα. «Είναι ο γιός μου», ξαναλέει η γυναίκα με τα μαύρα. Περσινή φωτογραφία. Ήρεμα και περήφανα. «Μπάμπη τον φώναζαν. Πρώτος στο τραγούδι. Στη Σχολή είχε μπει τρίτος. Έχτιζε πολιτείες στο μυαλό του. Δυο μέτρα ήταν. Ο γιός μου. Κοιτάξτε».

Και κοιτάζουν. Γυναίκες, άντρες, παιδιά, κορίτσια, αγόρια, γριές, γέροι, μωρά, κοιτάζουν. «Ο Χαράλαμπος Ευλαμπίδης του Νικολάου και της Ευτέρπης, γεννηθείς την 17ην Μαΐου του έτους 1951, σπουδαστής, απέθανε…» ΟΧΙ!

Η υπάλληλος σημείωσε ήρεμα ΝΑΙ. Η φωνή έλεγε ΟΧΙ. Ήταν μια φωνή γυναίκας. Η μάνα, η αδελφή, η αγαπημένη, ΟΧΙ! Και η υπάλληλος δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ληξιαρχική πράξις θανάτου. Οι πάγκοι γεμάτοι. Αδειάζουν αργά το μεσημέρι. Μεταφέρονται κουφάρια, κορμιά, ζωντανά ακόμα, αναπνέουν, ωστόσο κουφάρια. «Είμαστε οι γονείς». Μεταφέρονται στο άλλο γραφείο. Αναζητήσεις αγνοουμένων. Αγνοούνται. Πρόσωπα. Χαμόγελα. Νιάτα. Μπράτσα. Κορμιά. Αγνοούνται. Μάτια. Δάχτυλα. Φωνές. Ονόματα. Μαλλιά. Αγνοούνται. Δίνεις το χαρτί. Στοιχεία. Φωτογραφία. Μία φωτογραφία προφίλ. Μία τρουά καρ. Μία αν φας. Αγνοείται. Χαμόγελο. Ο υπάλληλος τούτη τη φορά. «Λυπάμαι». Επιμένουν τα ζωντανά κουφάρια. Σέρνονται από γραφείο σε γραφείο και επιμένουν. «Εξαφανίστηκε στις 17 Νοεμβρίου…»

«Ξέρουμε». Το χαμόγελο συγκαταβατικό. Ξέρουμε. Καμιά αντίρρηση. Εξαφανίστηκε. Αν ήταν αναρχικός όμως; Τότε αλλάζει. Θα έπαθε ό,τι του άξιζε. Αν ήταν στο δρόμο όμως, θα βρεθεί. Τυχαία αν ήταν στο δρόμο, θα βρεθεί. Νεκρός ή ζωντανός, θα βρεθεί. «Πήρε μέρος στα…;» Χαμόγελο ο υπάλληλος πάλι. «Μέρος;» Τα κουφάρια αναστενάζουν. «Ονειρευόταν, κύριε», εξηγούν στον υπάλληλο. «Ονειρευόταν να…» «Αρκεί. Ξέρουμε. Αναρχικός. Ή έστω, στην καλύτερη περίπτωση, φοιτητής. Λάθος, λάθος λάθος!» Στο τρίτο «λάθος» η γροθιά στο τραπέζι. Αγνοείται. Λάθος. Αγνοείται και κλαίνε. Λάθος. Αγνοείται και ελπίζουν. Λάθος. Λάθος. Λάθος. Εδώ νεκροταφείο. Καμιά ένδειξη. Ονόματα πλαστά. Ή άλλα ανώδυνα. Ή πέτρες άσπρες. Άγραφτες. Πέτρα στην πέτρα. Και μια σειρά βιολέτες.

«Πού το ξέρατε ότι οι βιολέτες επιζούν χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα;»

Το ήξεραν. Φρόντισαν σχεδόν. Το όνομα όχι. Οι βιολέτες ναι. Και κείνα τα πετραδάκια από σπασμένο άσπρο μάρμαρο. Με υπομονή γύρω γύρω, φτιαγμένα σέ σειρές παράλληλες.

Σε γραμμές. Σε κύκλους. Η λέξη ελευθερία αντί για τη λέξη θάνατος.

«Περάστε αύριο».

Θα περάσουν. Και αύριο. Και σε ένα μήνα. Και πάντα. Αγνοείται θα πει ελπίζουν.

«Λυπάμαι».

Κανένας δε λυπάται. Ο υπάλληλος όμως το λέει. Με χαμόγελο. Ειδικό χαμόγελο. Και με κείνη τη φούξια γραβάτα με το μεγάλο ζωγραφιστό παγώνι. «Σας αρέσουν τα πουλιά; Να ζήσετε τα υπόλοιπα χρόνια σας κοντά στη φύση. Η συμβουλή μου είναι…»

Οι έξοχές σημειώνονται στο χάρτη με πράσινο. Τα κουφάρια ακόμα αναπνέουν. «Να περάσουμε κι αύριο;»

Χαμόγελο. «Περάστε».

Αν έφευγαν για την εξοχή εγκαίρως θα τον σκέφτονταν με την ησυχία τους. Ζωντανό. Νεκρό. Γελαστό. Να χορεύει. Να τρέχει. Να τους φέρνει το πτυχίο του. Θα τον σκέφτονταν ωραία και σχεδόν εύκολα. Εδώ μέσα όμως δεν τα καταφέρνουν. Μυρίζει πολύ αυτή η μπογιά στους τοίχους, «ανακαίνισης του μεγάρου» και η λέξη «αγνοούμενος» δε φαίνεται να έχει καμιά σχέση μ’ αυτόν. Με τον Ηλία τους. Με τον Κώστα. Με τον Αργύρη. Με τη μικρή τους τη Λένα ακόμα. Καμιά σχέση.

«Θα περάσουμε κι αύριο», λένε και φεύγουν. Η εξοχή στους χάρτες σημειώνεται πάντα με πράσινο. Αυτοί το αγνοούν. Εδώ Αθήνα. Εδώ Αθήνα. Η πόλη φωτίζεται τις νύχτες κανονικά. Έτος 1974. Οι κάτοικοί της κινούνται κανονικά. Από το σπίτι τους, στη δουλειά τους. Και το αντίθετο. Εδώ Αθήνα. Στα 1974 τίποτα δε δείχνει να έχει αλλάξει. Τίποτα δε δείχνει να έχει χάσει το ρυθμό του. Η ζωή συνεχίζεται. Η στατιστική υπηρεσία μόνο, θα απασχοληθεί με ποσοστά και αριθμούς που φαινομενικά μοιάζουν φανταστικοί. Κατά τ’ άλλα, όλα τ’ άλλα, οι άνθρωποι, η πόλη, τα 24ωρα, οι λέξεις, οι επιγραφές στους δρόμους, τα Σαββατοκύριακα και οι γεμάτες ταβέρνες, όλα ανεξαιρέτως φαίνονται και είναι εντελώς πραγματικά. Εδώ Αθήνα. Εδώ Αθήνα. Η πόλη κοιμάται προσπαθώντας να ξεχάσει. Οι άνθρωποι ξεχνάνε προσπαθώντας να κοιμηθούν. Οι αριθμοί ξερά, απλά, σκληρά και καμιά φορά χωρίς καμιά επιείκεια, θυμούνται. Και τα θυμούνται όλα.

 

Κωστούλα Μητροπούλου, Το χρονικό των τριών ημερών (εκδ. Μπουκουμάνη, 1974)

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: