Η ιστορία της Μ

Η Μ είχε ακούσει να λένε πως έχουμε έλλειμμα παιδείας. Αυτή είχε βγάλει κουτσά-στραβά το γυμνάσιο, αλλά τα πιο πολλά σκουπίδια τα μάζευε σε φοιτητικά γλέντια στο Ψυρρή. Ή μάλλον όχι, στο Κολωνάκι, στα πάρτι της καλής κοινωνίας.

Η Μ ξυπνούσε κάθε μέρα στις 5 το πρωί. Στις 6 έπιανε βάρδια στην υπηρεσία καθαριότητας. Σάρωνε τους δρόμους του κέντρου με τους συναδέλφους, για να τους φέρουν σε μια υποφερτή κατάσταση. Κάθε πρωί, η μέρα έβλεπε της νύχτας τα καμώματα και έβαζε τα κλάματα από τα νεύρα. Σύριγγες, ίχνη εμετού, πεταμένα κουτάκια μπύρα, βουνά σκουπίδια στα ξέχειλα καλάθια, επιφάνειες που κολλούσαν και δεν ήθελες να ξέρεις από τι.

Η πόλη δεν ήταν ακριβώς καθαρή, αλλά αυτό δεν ήταν δικό της λάθος. Ο Δήμος είχε διαλυμένες υπηρεσίες, χωρίς προσωπικό. Έβαλε όμως αισιόδοξα συνθήματα στις σκουπιδιάρες (“η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά…” ή “άσπρη πέτρα ξέξασπρη…” κτλ), που αντανακλούσαν το αστραφτερό χαμόγελο του άρχοντα της πόλης και ομόρφαιναν τη διάθεση των Αθηναίων.

Ίσως έφταιγε βασικά και ο κόσμος, η νοοτροπία μας. Η Μ είχε ακούσει να λένε πως έχουμε έλλειμμα παιδείας. Αυτή είχε βγάλει κουτσά-στραβά το γυμνάσιο, αλλά τα πιο πολλά σκουπίδια τα μάζευε σε φοιτητικά γλέντια στο Ψυρρή. Ή μάλλον όχι, στο Κολωνάκι, στα πάρτι της καλής κοινωνίας.

Μέσα της πίστευε πως φταίνε οι μετανάστες που είναι βρώμικοι. Κρατούσε έτσι καθαρά τη συνείδησή της και τη φυλή μας, αλλά όχι και την πόλη μας.

Όταν τύχαινε να την πάρει ο ύπνος μετά τη δουλειά, ξαγρυπνούσε χωρίς μυστικά τις νύχτες, όταν οι άλλοι διασκέδαζαν, και σερνόταν το άλλο πρωί, μαζεύοντας τα σκουπίδια τους. Συνήθως δεν κοιμόταν, γιατί δεν προλάβαινε. Έπρεπε να μαγειρέψει, να κάνει δουλειές στο σπίτι και να πάει τα παιδιά στις δραστηριότητές τους, που γέμιζαν τη δική της μέρα. Το βράδυ ξεκούραζε το μυαλό και τα μάτια στον καναπέ, με Άγριες Μέλισσες ή Μάστερσεφ. Τελικά κουραζόταν περισσότερο και έκλεινε τα μάτια πριν τελειώσει το επεισόδιο. Θα μάθαινε τη συνέχεια το άλλο πρωί, στο τσιγάρο με τους συναδέλφους.

Ένα απόγευμα, πηγαίνοντας να πάρει τον μικρό από το μπάσκετ, χάζεψε στη βιτρίνα ένα ωραίο κόκκινο φόρεμα. Με λίγες οικονομίες, ίσως μπορούσε να το πάρει. Πήγαινε πολύ με τα μάτια της, θα φώτιζε το πρόσωπό της, όπως όταν το ‘δε -φαντάσου να το φορέσει κιόλας. Θα της έκανε όμως ή θα φαίνονταν τα κιλά που πήρε στην καραντίνα; Καλύτερα να βάλω μια μπούρκα, να φαίνονται μόνο τα μάτια μου. Το βλέμμα της σκοτείνιασε και άνοιξε το βήμα να μην αργήσει.

Το βράδυ ξάπλωσε στον καναπέ και άφησε το δελτίο να την νανουρίσει, ενώ έπαιζαν πλάνα της Λ. Την πήρε για μια στιγμή ο ύπνος και δεν άκουσε τίποτα για μασχάλες και κυτταρίτιδα. Την ξύπνησε το τηλέφωνο -ευτυχώς, μην ξαγρυπνήσει πάλι. Είπε τα νέα της με την κουμπάρα, ενώ έβλεπε στην οθόνη τα κάλλη της Λ. Έκλεισαν μετά από λίγο, την ώρα που το δελτίο περνούσε στο επόμενο θέμα.

Ωραία κοπέλα, είπε μέσα της. Και ύστερα σκέφτηκε πως μπορεί να την ψηφίσει. Να μπουν επιτέλους στη Βουλή φρέσκα πρόσωπα, με νέες ιδέες…

Β.Κ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: