Το Gucci σφυροδρέπανο που φοράς – Ένα πρωί στην έδρα του ΚΚ Πορτογαλίας (ΦΩΤΟ)

Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και της υψηλής ραπτικής θα ξεκινήσει από τη Λεωφόρο Ελευθερίας 170 στη Λισαβόνα.

Οι συντεταγμένες δόθηκαν, ο δρόμος χαράχτηκε από το Φεστιβάλ το Σεπτέμβρη, όταν σε ερώτησή μου στο περίπτερο της πορτογαλικής νεολαίας για το αν είναι επισκέψιμη η έδρα του ΚΚ Πορτογαλίας στη Λισαβόνα, μαζί με την πρόθυμα καταφατική απάντηση δόθηκε και η απόλυτη οδηγία προσανατολισμού “Δίπλα στην Gucci”. Πράγματι, η Avenida da Liberdade (Λεωφόρος Ελευθερίας) είναι ένας από τους ακριβότερους δρόμους στην Ευρώπη κι ένα από τα πιο πολυτελή σημεία της όμορφης, αλλά στα περισσότερα σημεία ακόμα και του τουριστικού κέντρου, αισθητά παραμελημένης πορτογαλικής πρωτεύουσας. Ό,τι πρέπει δηλαδή για έδρα ενός ΚΚ, στην καρδιά του αστικού καταναλωτικού τέρατος.

Πάγος να σπάσει δεν υπήρχε, καθότι δύσκολα θα συναντήσει κανείς, στην Ευρώπη τουλάχιστον, πιο φιλόξενο και καταδεκτικό λαό από τους Πορτογάλους, κομμουνιστές και μη. Δε χρειάστηκε καν καλά – καλά να χτυπήσουμε το κουδούνι, καθώς περίπου την ίδια ώρα κατέφτασε και ένας από τους παροικούντες την κόκκινη Ιερουσαλήμ, που μετά τις πρώτες συστάσεις μάς υποδέχτηκε με ένα κράμα έκπληξης και χαράς. Όπως μάθαμε λίγο αργότερα, μπορεί οι οργανωμένες επισκέψεις να είναι αρκετά συχνές, όχι όμως και οι εμφανίσεις ράντομ τουριστ(ρι)ών και δη από την άλλη άκρη της ηπείρου. Δεν είναι όμως τελείως ασυνήθιστο να χτυπούν το κουδούνι βαρυφορτωμένες κυρίες, θεωρώντας πως σχετίζεται με το διπλανό κατάστημα του διάσημου ιταλικού οίκου. Στο σημείο αυτό οφείλω να ομολογήσω και το μερικό clickbait του τίτλου, καθώς το κτίριο δεν είναι ακριβώς έδρα του PCP, αλλά της τοπικής οργάνωσης στη Λισαβόνα, καθώς η “εθνική” έδρα βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα παραπέρα και δεν είναι ανοιχτή στο κοινό. Το όνομα βαρύ σαν ιστορία το έχει όμως το πρώην ξενοδοχείο “Vitória”, που εδώ και δεκαετίες αποτελεί έδρα της ΚΟ Λισαβόνας και επίκεντρο πολιτικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων του κόμματος.

Πίνακας ανακοινώσεων στο φουαγιέ, διακρίνονται στο κέντρο ψηλά αφίσα για τα 100χρονα του κόμματος με το σύνθημα “Το μέλλον έχει κόμμα”, αλλά και για το Φεστιβάλ της κομματικής εφημερίδας “Avante” στις αρχές του περασμένου Σεπτέμβρη, το οποίο φέτος, αλλά ειδικότερα πέρσι, είχε στοχοποιηθεί συστηματικά από αστικές πολιτικές δυνάμεις και ΜΜΕ ως δήθεν εστία διασποράς κορονοϊού.

Περισσότερες λεπτομέρειες ανέλαβε να μας δώσει ένας κύριος που φώναξαν από το φουαγιέ να έρθει από κάποιον από τους πάνω ορόφους. Μια ηλικιωμένη κυρία καθάριζε το κτίριο, που, παρά τις πολλαπλές ανακαινίσεις που υπέστη μέσα στα χρόνια, έδειχνε αρκετά την ηλικία του. Ο “ξεναγός” μας ήταν ένας πολύ ευγενικός άντρας γύρω στα 45, με τζιν και καρό πουκάμισο, που προς το τέλος της μικρής μας περιήγησης ανέφερε παρεμπιπτόντως ότι είναι και μέλος της ΚΕ (!). Μάθαμε λοιπόν ότι το ξενοδοχείο χτίστηκε τη δεκαετία του ’30, λίγο μετά την επιβολή της δικτατορίας του Σαλαζάρ, από το σημαντικό Πορτογάλο αρχιτέκτονα Κασιάνου Μπράνκου, ξεχωρίζοντας με τη μαρμάρινη πρόσοψή του. Στη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου και του β’ παγκοσμίου πολέμου (όπου επισήμως η Πορτογαλία κράτησε ουδέτερη στάση, στην πραγματικότητα στηρίζοντας τον Φράνκο στην πρώτη αναμέτρηση και αλλάζοντας στρατόπεδα ανάλογα με το πού έγερνε η πλάστιγγα στρατιωτικά στη δεύτερη) το ξενοδοχείο Vitória αποτέλεσε άντρο κατασκόπων των φρανκιστών αρχικά και των ναζί στη συνέχεια. Μεταπολεμικά αποτέλεσε ένα από τα γνωστότερα ξενοδοχεία της πόλης, που σταδιακά όμως δεν άντεξε τον ανταγωνισμό, άλλων, πιο σύγχρονων ξενοδοχείων κι εγκαταλείφθηκε τη δεκαετία του ’60, για να υποστεί σοβαρές ζημιές στο σεισμό του 1969. Ένα χρόνο μετά την Επανάσταση των Γαρυφάλλων που τερμάτισε τη μακροβιότερη δικτατορία της Γηραιάς Ηπείρου, το 1975, το νόμιμο πλέον ΚΚ Πορτογαλίας, νοίκιασε το κτίριο με στόχο να μετατραπεί σε έδρα της ΚΟ στην πρωτεύουσα, μετονομάζοντας το σε “Centro de Trabalho Vitória” και προχωρώντας σε μια σειρά επεμβάσεις στο κτίριο, ιδιαίτερα μετά τη βομβιστική επίθεση του 1976. To 1984 κτίριο πέρασε στην ιδιοκτησία του ΚΚΠ, μετά από μια εκτεταμένη εκστρατεία οικονομικής ενίσχυσης, την οποία ακολούθησαν νέες επιχειρήσεις αποκατάστασης και ανακαίνισης, με τελευταία εκείνη του 2012. Εκτός από επίκεντρο των πολιτικών δραστηριοτήτων του κόμματος, το κτίριο έγινε και τρόπον τινά τελευταία κατοικία ιστορικών ΓΓ, όπως του Οκτάβιου Πάτου και του Άλβαρου Κουνιάλ, που αποτεφρώθηκαν σε αυτό το 1999 και το 2005. Ήταν επίσης και το πρώτο μέρος στο οποίο βρέθηκε για τιμητική εκδήλωση ο σπουδαίος Ζοσέ Σαραμάγκου, μετά τη βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1998.

Αφίσα έξω από το κτίριο για τις πρόσφατες τοπικές εκλογές στη Λισαβόνα

Πίσω στο παρόν, μετά την περιήγηση στο φουαγιέ και το (κλειστό) κυλικείο, ο οικοδεσπότης μας έδειξε την αίθουσα συσκέψεων στο ισόγειο, για να ακολουθήσει μια ακόμα λεπτομερής αρχιτεκτονική ανάλυση του κτιρίου, όπου διατηρούνταν ακόμα ο παλιός τηλεφωνικός θάλαμος του ξενοδοχείου, για να φτάσουμε τελικά με το επίσης ρετρό ασανσέρ στην ταράτσα, που πρόσφερε άπλετη θέα στη λεωφόρο και τη γύρω περιοχή. Αναπόσπαστο κομμάτι του τοπίου ένας γερανός, θέαμα ιδιαίτερα συνηθισμένο στη Λισαβόνα, που σε πολλά σημεία της μοιάζει με απέραντο εργοτάξιο, λόγω της τουριστικής έκρηξης, αλλά και της γενικότερης φιλοδοξίας να μετατραπεί η πόλη σε “next big thing” της Ευρώπης και σε άλλους κλάδους, όπως της τεχνολογίας. Παρόλα αυτά, όπως προαναφέρθηκε, με εξαίρεση συγκεκριμένα σημεία, τα περισσότερα κτίρια βρίσκονται σε κατάσταση παρακμής έως και αποσύνθεσης, κάτι που ο συνομιλητής μας, σε σχετική ερώτηση, απέδωσε στη διαχρονική αδιαφορία των κρατικών φορέων, αλλά και τη συστηματική επιχείρηση να νομιμοποιηθεί στην κοινή γνώμη η μαζική εξαγορά κτιρίων από ξένους επενδυτές (οποιαδήποτε ομοιότητα με ό,τι συμβαίνει στο κέντρο της Αθήνας είναι καθαρά μη συμπτωματική), που προβάλλονται ως οι “σωτήρες” που θα αλλάξουν όψη. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα μάς έφερε την πρόσφατη μαζική αγορά παλιών κτιρίων γύρω από την κεντρική πλατεία Rossio, χώρο συνδεδεμένο με σημαντικές στιγμές του λαϊκού κι εργατικού κινήματος της Πορτογαλίας και τόπο συγκεντρώσεων και διαδηλώσεων ως τις μέρες μας.

Η αίθουσα συνεδριάσεων στο ισόγειο

Αναπόφευκτα, η συζήτηση στράφηκε και γύρω από το κύριο θέμα της επικαιρότητας των ημερών – και επόμενων μηνών – στην Πορτογαλία, που δεν ήταν παρά η πτώση της κυβέρνησης των σοσιαλιστών του Αντόνιου Κόστα, μετά την απόφαση του ΚΚ Πορτογαλίας, την οποία ακολούθησαν οι Πράσινοι, παραδοσιακοί εταίροι του ΚΚΠ, αλλά και το Μπλόκο της Αριστεράς (αδελφό κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ, με εκλογική επιρροή παρόμοια με εκείνη των ομολόγων του προ του ’12), να καταψηφίσουν τον προϋπολογισμό του 2022. Ο κεντροδεξιός πρόεδρος Μαρσέλου Ρεμπέλου ντε Σόουζα (εκλεγμένος από το λαό και με σοβαρές αρμοδιότητες στο ημιπροεδρικό σύστημα της Πορτογαλίας) προκήρυξε εκλογές για τις 30 Γενάρη, τις οποίες αναμένεται κατά τα φαινόμενα να πάρει το πορτογαλικό ΠΑΣΟΚ που ήδη παίζει το χαρτί της “χαμένης ψήφου” προς τα αριστερά και του μπαμπούλα της δεξιάς, δηλαδή του -σπαραζόμενου από εσωκομματικές έριδες διαδοχής αυτή την περίοδο- Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, ομογάλακτου της ΝΔ, αλλά με ονομασία που παραπέμπει στην “ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς” μετά τη δικτατορία του Σαλαζάρ, η οποία μοιάζει βέβαια να σπάει ολοένα και περισσότερο μέσα στα χρόνια. Ενδεικτικό αυτού είναι και η επανεμφάνιση, εδώ και 2 χρόνια ακροδεξιάς για πρώτη φορά μετά το 1974, υπό τη μορφή του καρατζαφεροειδούς μορφώματος ονόματι Chega, το οποίο στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές, τις πρώτες από την ίδρυσή του το 2019, κέρδισε ακριβώς τόσους δήμους, όσους και το παραδοσιακά ισχυρό στην τοπική αυτοδιοίκηση ΚΚΠ, 19 τον αριθμό. Οι Πορτογάλοι κομμουνιστές αντίθετα, παρά την κυρίως ψυχολογικής σημασίας καλή τους επίδοση στο δήμο Λισαβόνας, είδαν πέντε δήμους που ήλεγχαν να χάνονται τόσο προς τα δεξιά, όσο και προς το κυβερνητικό κόμμα, συνεχίζοντας μια πορεία εκλογικής αιμορραγίας από το ’15 και μετά, όταν αποφάσισαν να δώσουν ψήφο ανοχής στο Σοσιαλιστικό Κόμμα. Κι είναι ζήτημα αν οι εκλογές θα σημάνουν νέο ιστορικό χαμηλό για το κόμμα, καθώς αυτό, αφού εκ των πραγμάτων χρεώθηκε αντιλαϊκά μέτρα λόγω της στήριξης στην απερχόμενη κυβέρνηση, τώρα γίνεται εύκολος στόχος για λεηλασία ψήφων υπό το φόβο του δεξιού μπαμπούλα.

Στην ερώτησή μου για ποιο λόγο αποφάσισε τώρα το ΚΚΠ την αποχώρηση από τη “gerigonça” (λέξη που μεταφράζεται μεταξύ άλλων ως “κορακίστικα”), εκείνος με διόρθωσε ευγενικά, επισημαίνοντάς μου πως η πατρότητα του όρου ανήκει στην κεντροδεξιά και είχε κυρίως αντικομμουνιστική στόχευση, παραδέχτηκε ωστόσο ότι πράγματι ο όρος επικράτησε και χρησιμοποιείται ευρέως. Υποστήριξε ότι το 2015 η ψήφος ανοχής ήταν αναγκαία, μετά τη “χειρότερη κυβέρνηση από το ’74” όπως χαρακτήρισε τη διακυβέρνηση του κεντροδεξιού Πέδρου Πάσους Κοέλιου, η οποία συνδέθηκε με την εφαρμογή του πορτογαλικού μνημονίου την περίοδο 2011-14 (το οποίο είχε ψηφίσει νωρίτερα η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Ζουζέ Σόκρατες). Στη συνέχεια όμως, η κυβέρνηση Κόστα “έκανε ακριβώς ό,τι η δεξιά”, οπότε η αποχώρηση ήταν μονόδρομος. Εδώ να προσθέσω ότι λίγες μέρες μετά την επίσκεψη, έτυχε να παρακολουθήσω και μια συνέντευξη του ΓΓ του κόμματος Ζιρόνιμου ντε Σόουζα στη δημόσια τηλεόραση της Πορτογαλίας, όπου δήλωσε μεταξύ άλλων πως αν δεν υπήρχε η “έκτακτη περίσταση” της πανδημίας, η έξοδος από την κυβερνητική συμμαχία πιθανόν να ερχόταν και νωρίτερα και ότι η απόφαση επήλθε ομόφωνα μετά από “ζωηρή” συνεδρίαση της ΚΕ. Αρνήθηκε ωστόσο να αποδώσει τη φθορά του κόμματος την τελευταία πενταετία στην κυβερνητική του συνύπαρξη, κάνοντας λόγο για “βαθιές κοινωνιολογικές αλλαγές” στην Πορτογαλία και ειδικότερα τη σύνθεση της εργατικής τάξης, που το ΚΚΠ καλείται να αντιμετωπίσει ως πρόκληση.

Τοιχογραφία για το 100 χρόνια του ΚΚΠ κοντά στη στάση μετρό Campo Grande

Μετά από αυτά τα λυπηρά, πλην εξόχως διδακτικά και χρήσιμα για συγκρίσεις και συμπεράσματα με τους καθ’ ημάς Λακεδαιμόνιους, η ξενάγηση ολοκληρώθηκε ξανά στο ισόγειο και στο βιβλιοπωλείο, όπου μπορούσε να βρει κανείς σύγχρονες και παλιές εκδόσεις σχετικά με την ιστορία του κόμματος, αλλά και της σύγχρονης Πορτογαλίας γενικότερα, σιντί με τραγούδια της Επανάστασης των Γαριφάλων και μια σειρά σουβενίρ, τα ωραιότερα και πιο ρετρό από τα οποία δεν πωλούνταν, αλλά μας δώρισε με περισσή εγκάρδια ο οικοδεσπότης μας, με την προτροπή να έρθουμε στο δικό τους Φεστιβάλ του χρόνου. Στο σακίδιο πάντως κατέληξε το πολύ οικονομικό και πολυτελέστατο λεύκωμα για τα 100 χρόνια του κόμματος, το οποίο έπρεπε να αποσταλεί ταχυδρομικά λίγο πριν την αναχώρηση από τη Λισαβόνα, καθώς δεν υπήρχε περίπτωση να χωρέσει στη βαλίτσα. Η δε φίλτατη συνοδοιπόρος μου εμπλούτισε τη συλλογή της με την πορτογαλική εκδοχή του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, αυτού που δεν είχαμε καταφέρει να βρούμε στο πρωτότυπο δυο χρόνια πριν στην αλλοτινή έδρα του ΚΚΓ στο Βερολίνο. “Μα πού πήγατε και το ψάξατε κι εσείς”, σχολίασε γελώντας ο Μιγκέλ – γιατί αυτό ήταν το όνομά του, που μας άφησε ως αποκάλυψη για το τέλος. Η πορεία του ΚΚ Πορτογαλίας βέβαια αποδεικνύει πως δεν αρκεί κανείς να τιμά το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, αποφεύγοντας – ως μοναδικό δυτικοευρωπαϊκό ΚΚ – ευρωκομμουνιστικές και άλλες αναθεωρητικές σειρήνες, για να μην πέσει στην παγίδα της αστικής διαχείρισης.

Μπορεί λοιπόν στο τέλος να κυριάρχησε μια γεύση γλυκόπικρη, αλλά τουλάχιστον μένει σαν παρηγοριά πως όταν έρθει ο σοσιαλισμός στην εσχατιά της Ιβηρικής, το πρώτο που θα κοινωνικοποιηθεί θα είναι η Gucci…

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: