1986

Δεν είμαστε σε κάποια αόριστη εποχή στο χώρο και στο χρόνο, συζητώντας γύρω από ένα πλάτανο αν, ποιον και γιατί πειράζει να γυρίσουμε ένα τσιγάρο – είμαστε στην χώρα Ελλάδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου το 2019 άνθρωποι πεθαίνουν από το κρύο, την πείνα και τη γρίπη.

Το προηγούμενο σημείωμα για το χασίσι πυροδότησε αρκετές αντιδράσεις στο διαδίκτυο, όπως ήταν αναμενόμενο. Το άρθρο του Νικολάου από το 1985 για το συγκεκριμένο ναρκωτικό ενόχλησε ποικιλοτρόπως. Περιέργως όμως, η κύρια ένσταση δεν ήταν ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ & ΣΙΑ ΕΕ νομιμοποιεί και διευρύνει τη φαρμακευτική ή βιομηχανική κάνναβη, κι ότι συνεπώς, η συζήτηση για την – κακώς λεγόμενη – «ψυχαγωγική» κάνναβη είναι παραπλανητική. Όχι! Η κύρια ένσταση ήταν ότι η έρευνα που παρατέθηκε είναι απαρχαιωμένη, ότι η επιστήμη έχει προχωρήσει, ότι τα συμπεράσματά της είναι λάθος. Δε θα μείνουμε στο γεγονός ότι μια τέτοια ένσταση θα έπρεπε να συνοδεύεται από κάποια στοιχειώδη τεκμηρίωση. Ας ήταν αλήθεια για το λαό, κι ας είχε το στίγμα της έλλειψης βιβλιογραφικής υποστήριξης. Δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε όμως: ποιο είναι το λάθος που ξεσήκωσε αντιδράσεις;

Είναι προφανές ότι το πρόβλημα βρίσκεται στο συμπέρασμα, κι όχι στο πώς λειτουργεί η τετραϋδροκανναβινόλη. Η ένσταση δεν αφορά στους νευροβιολογικούς μηχανισμούς που επηρεάζει η εν λόγω ουσία, και οι οποίοι ούτως ή άλλως δεν ήταν εντελώς ξεκάθαροι την εποχή που γράφει ο Νικολάου, αλλά μάλλον ούτε και σήμερα. Κοινώς, δεν αντιδρούν οι επιστήμονες, αλλά τα βαποράκια της ναρκωκουλτούρας. Η φράση που εξοργίζει, γιατί είναι πέρα για πέρα αληθής σήμερα αν και γραμμένη το 1985, είναι ότι «όλα τα φαινόμενα αυτά, με κορυφαίο το γεγονός ότι η επανειλημμένη χρήση προκαλεί ισχυρή ψυχική εξάρτηση, οδηγούν το χρήστη σε εκδηλώσεις που κάθε άλλο παρά σαν αμφισβήτηση του κατεστημένου μπορούν να χαρακτηριστούν. Έτσι καταρρίπτονται οι θεωρίες για την «αθωότητα» του χασίς, ή εκείνες που υποστηρίζουν πως η χρήση του αποτελεί μέσο αμφισβήτησης και ένδειξη ριζοσπαστισμού.» (υπογράμμιση δική μας) Λαϊκό κίνημα που να αμφισβητεί τον καπιταλισμό από τους συστηματικούς χρήστες χασίς δεν έγινε πουθενά και ούτε και θα γίνει. Με απλά λόγια, ούτε «αθώο» είναι το χασίς, ούτε αντικομφορμιστικό και ριζοσπαστικό. Αυτά όμως είναι τα δύο πήλινα πόδια της επιχειρηματολογίας για την αποποινικοποίηση του χασίς για να οδηγήσει σε εκτεταμένη χρήση του.

Μπορεί εδώ να παρατηρήσει κανείς ότι υπάρχει κι ένα τρίτο πόδι, αυτό της αναπτυξιακής, δηλαδή οικονομικής, πλευράς, ίδιο στη λογική με την υπογράμμιση των «οφελών» από τον ελλιμενισμό Νατοϊκών πλοίων στο Βόλο, αλλά αυτό το πόδι δεν είναι πήλινο· είναι φτιαγμένο από επιστρώσεις υλικών που ζέχνουν αναδύοντας οσμές σήψης που προκαλούν ανυπόφορη αηδία. Με αυτό το πόδι θα καταπιαστούμε ξεχωριστά.

Μάλλον λοιπόν καλά κάναμε και πιάσαμε το επίκαιρο θέμα της φαρμακευτικής κάνναβης, εξετάζοντας τη συστηματική χρήση χασίς. Γιατί εκεί είναι ο τελικός στόχος. Να είμαστε ξεκάθαροι:

  • σε περίοδο ύφεσης, όπως αυτή που διανύουμε,

  • με τη πιθανότητα επανεμφάνισης κρίσης από τουλάχιστον τρεις μεριές,

  • με τον εκφρασμένο στόχο να βγάλουν από τη μύγα ξύγκι, κι άρα κι από τα ναρκωτικά φόρο

  • με το κύριο παλιό ανάχωμα της λαϊκής δυσαρέσκειας (ΣΥΡΙΖΑ) να έχει αναδειχθεί στην κυβέρνηση,

  • και τη θέση του να μην την έχει καταλάβει κανείς, αφού οι οργανώσεις που έμειναν δεν είναι αρκούντως οπορτουνιστικές ή παραείναι,

  • με το δρόμο του αγώνα και της λαϊκής συμμαχίας που οργανώνει το ΚΚΕ να μην ανακόπτεται (φαινομενικά) με κάποιο δημοκρατικό μέσο,

είναι προφανές ότι η συνταγή θα ανατρέξει στα παλιά δοκιμασμένα υλικά: εθνικισμός, μαστούρα, θέαμα, κλειδαρότρυπα. Δεν είμαστε σε κάποια αόριστη εποχή στο χώρο και στο χρόνο, συζητώντας γύρω από ένα πλάτανο αν, ποιον και γιατί πειράζει να γυρίσουμε ένα τσιγάρο – είμαστε στην χώρα Ελλάδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου το 2019 άνθρωποι πεθαίνουν από το κρύο, την πείνα και τη γρίπη.

Η δύναμη του βιβλίου του Νικολάου Μαρξισμός και Βιολογία. Ναρκωτικά (1988, 2η έκδοση, Αθήνα: Επιστημονική Σκέψη και Σύγχρονη Εποχή) έγκειται ακριβώς στο να δείξει πόσο παλιό είναι το ζήτημα, πόσα (πολλά) χρόνια παλεύει το αστικό σύστημα να νομιμοποιήσει τη ναρκωκουλτούρα και τις αντιστάσεις που πρόβαλλε και τότε το εργατικό – λαϊκό κίνημα, αξιοποιώντας τις επιστημονικές δυνάμεις που έθεταν εαυτόν στην υπηρεσία της κοινωνικής αλλαγής. Κι από τότε, το θέμα ήταν μπλεγμένο με τον καπιταλισμό και τις κρίσεις του, όπως θα δούμε στο μέρος που αναπαράγουμε σήμερα (σελ. 97-99). Πρόκειται για ένα άρθρο που είχε δημοσιευτεί στον Οδηγητή, τεύχος 620, 10 Σεπτέμβρη του 1986.

1986. Προσπαθήστε να ξεχάσετε ότι το άρθρο είναι γραμμένο, από τον Νίκο Νικολάου, 33 χρόνια πριν. Υποθέστε ότι το έγραψε ο Κώστας Κωνσταντίνου μόλις χθες με αφορμή το πανηγύρι που γίνεται με τη φαρμακευτική κάνναβη. Ή, καλύτερα, έχετε συνέχεια στο μυαλό σας ότι το άρθρο είναι γραμμένο το 1986. Όλα τα έργα της τέχνης και της επιστήμης πρέπει να προσεγγίζονται μέσα στο ιστορικό πλαίσιο που γεννήθηκαν, γράφτηκαν και εμπνεύστηκαν και με αυτό το πρίσμα να κρίνονται και να αξιοποιούνται. Αυτή η αξιοποίηση μπορεί να απαιτεί μεγαλύτερη ή μικρότερη προσπάθεια. Τα έργα που χαρακτηρίζονται κλασικά είναι τόσο οξυδερκή που σπάνε, τουλάχιστον εν μέρει, τους ιστορικούς φραγμούς και κάνουν την αξιοποίησή τους πολύ άμεση.

Ένα τέτοιο κλασικό έργο είναι αυτό που μας άφησε ο Νικολάου όπως θα φανεί και σήμερα. Είναι πραγματικά τόσο τραγικές οι συμπτώσεις, ακόμα και οι λεκτικές διατυπώσεις που θα επέτρεπαν στο κείμενο να περάσει σαν σημερινό. Αυτό δεν οφείλεται στο ότι και τότε και τώρα είχαμε κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, ούτε στο ότι είναι γραμμένο σε μια οργουελική περίοδο, αλλά ούτε σε άλλη μια διαρκή οικονομική κρίση που ταλάνιζε τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Ή, καλύτερα, οφείλεται σε όλα αυτά μαζί, τα οποία με τη σειρά τους είναι γέννημα θρέμμα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Την επόμενη φορά, θα πάμε ακόμα πιο πίσω, στο 1946 για να καταλήξουμε στις απαρχές αυτού του τρόπου παραγωγής. Πάμε όμως, χωρίς άλλη καθυστέρηση να δούμε τι έλεγε ο Νικολάου, το 1986 για τα ναρκωτικά, τον καπιταλισμό και την κρίση του.

«Ναρκωτικά. Φαινόμενο της κρίσης.

Η διάθεση των ναρκωτικών στις χώρες της Δύσης και στην Ελλάδα είναι ένα πολυσύνθετο, νοσηρό κοινωνικό φαινόμενο.

Δεν είναι ούτε θεομηνία – μάστιγα που θα περάσει ή θα ξεπεραστεί με κάποιο νομοσχέδιο ή με αστυνομικά μέτρα. Είναι συστατικό φαινόμενο της κρίσης της ελληνικής κοινωνίας, με ιδιαίτερη σχέση με την εξάρτηση του ελληνικού καπιταλισμού, που θα βρει λύση μόνο όταν θα ξεριζωθούν οι κοινωνικές αιτίες, όταν λυθεί το γενικότερο πολιτικό πρόβλημα με την επαναστατική αλλαγή της ελληνικής κοινωνίας και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Η όξυνση του προβλήματος της διάδοσης των ναρκωτικών την τελευταία δεκαετία δεν είναι άσχετη με την πολιτική συγκυρία και την όξυνση των ταξικών αντιθέσεων, την ανάπτυξη του μαζικού λαϊκού κινήματος και τις προσπάθειες της κυρίαρχης τάξης να περιορίσει με κάθε τρόπο την εμβέλεια και τις προοπτικές του. Με την έκταση και τα χαρακτηριστικά που παρουσιάζει σήμερα στη χώρα μας η χρήση ναρκωτικών δεν οφείλεται σε ατομικούς ψυχολογικούς παράγοντες. Είναι συστατικό ενός τρόπου ζωής, που διαδίδεται και αναπαράγεται μέσα στις συνθήκες της κοινωνικής χρήσης. Τα ναρκωτικά είναι ταυτόχρονα καταναλωτικά προϊόντα ενός εμπορίου που έπαψε να είναι άναρχο, πρωτόγονο και έγινε μια σύγχρονη, καλά οργανωμένη χρυσοφόρα επιχείρηση με ισχυρούς προστάτες και ιδεολογικούς απολογητές.

Η κρίση ευθύνεται για τα αδιέξοδα που συσσωρεύονται και αγκαλιάζουν όλα τα επίπεδα της ζωής, πλήττοντας ιδιαίτερα τους νέους. Βασικά δικαιώματα της νεολαίας γίνονται πολυτέλεια απλησίαστη. Η νεολαία άλλωστε δεν αντιμετωπίζεται από την άρχουσα τάξη σαν «εθνικό κεφάλαιο», αλλά σαν μάζα αλόγιστων καταναλωτών, ευκολόπιστων ψηφοφόρων, τυφλά φανατικών φιλάθλων, υπάκουων εργατών και σαν επικίνδυνη εχθρική δύναμη όταν διεκδικεί τα δικαιώματά της.

Τα ναρκωτικά γίνονται – αντικειμενικά – όπλο εξουδετέρωσης της αυθόρμητης διαμαρτυρίας, του αόριστου, συγκεχυμένου ριζοσπαστισμού στρωμάτων της νεολαίας που αρνούνται να δεχτούν τις συνέπειες της κρίσης. Τα κέντρα ιδεολογικής επιβολής και προπαγάνδας της άρχουσας τάξης προετοιμάζουν την αδρανοποίηση της κοινωνικής διαμαρτυρίας με τη διάδοση του περιθωριακού «τύπου», την ωραιοποίηση της αφηρημένης στάσης «αμφισβήτησης», την προβολή των «διεξόδων» της άρνησης, της φυγής, του ανορθολογισμού, της νεφελώδους αντιεξουσιαστικής στάσης.

Ο εκτροχιασμός της κοινωνικής διαμαρτυρίας σε ελεγχόμενα αυθόρμητα ξεσπάσματα εκτόνωσης, συμπληρώνεται με τις αδιέξοδες λύσεις φυγής, άρνησης της αγωνιστικής διεκδίκησης. Προβάλλεται η στάση ζωής που χαρακτηρίζεται από διαρκή απαισιοδοξία κι αβεβαιότητα. Ακραίες ατομιστικές προσπάθειες φυγής – «διεξόδου» από το καταπιεστικό κοινωνικό περιβάλλον με μοιραία, τραγικά αδιέξοδη κατάληξη προσφέρουν τα ναρκωτικά. Οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες «φροντίζουν» με τους μηχανισμούς τους (νομοθεσία, δίωξη, σωφρονιστικό σύστημα, «θεραπείες») να εξασφαλίζουν τη συνέχεια. Το εμπορικό κύκλωμα εξαγοράζει την αδράνεια, τα νομοθετικά ρήγματα, την ανεμπόδιστη κυκλοφορία των ναρκωτικών.

Η ιδεολογία του περιθωρίου, απευθύνεται στους νέους με υπαρκτά αδιέξοδα στη ζωή, που έχουν χαλαρή (ή καθόλου) σύνδεση με το οργανωμένο κίνημα της νεολαίας.

Έμμεσος, αλλά κύριος, στόχος είναι η οργανωμένη πάλη, η οποία χτυπιέται με την εκτόνωση της αμφισβήτησης μαζών της νεολαίας που ριζοσπαστικοποιούνται κάτω από το βάρος υπαρκτών αδιεξόδων και με την επίδραση των αγώνων της εργατικής τάξης. Επιδιώκεται έτσι να περιοριστεί η ενίσχυση του οργανωμένου κινήματος από τις εφεδρείες της ριζοσπαστικοποιημένης νεολαίας.

Μόνο μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια της ταξικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης μπορεί να προσεγγίσει κανείς το κοινωνικό πρόβλημα της διάδοσης των ναρκωτικών και να ερμηνεύσει τις νομοθετικές, θεραπευτικές ή άλλες λύσεις που προτείνονται από διάφορες πολιτικές δυνάμεις. Να εκτιμήσει χωστά την αδράνεια ή την κατεύθυνση της κρατικής δραστηριότητας στην αντιμετώπιση του προβλήματος.

Στο βασικό δίλημμα των διεξόδων αγώνα ή φυγής κρίνονται οι αντιλήψεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος, η προοδευτικότητα ή ο συντηρητισμός των προσφερόμενων συνταγών και των διαφόρων θεωριών αποποινικοποίησης της χρήσης, διάκρισης μαλακών και σκληρών ναρκωτικών, χορήγησης υποκατάστατων για τα ναρκωτικά.

Δημοσιεύτηκε στον Οδηγητή τεύχος 620, 10.9.1986»

[Η υπογράμμιση με πλάγια γραφή είναι στο πρωτότυπο. Αποφύγαμε τον πειρασμό να προσθέσουμε δικές μας υπογραμμίσεις, γιατί θα καταλήγαμε να το υπογραμμίσουμε όλο.]

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: