Λευτέρης Παπαδόπουλος: «Αυτή η νύχτα, η πρώτη των Δεκεμβριανών, ήταν η χειρότερη της ζωής μου!»

Ήμουν δίπλα στον Διάκο. Και τον καμάρωνα! Πυροβολούσαν κι άλλοι. Ορισμένοι κουνούσαν ελληνικές σημαίες. Άλλοι, κόκκινες. Με σφυροδρέπανο. Και μια κοπέλα πανέμορφη, η Ελισσώ, που αργότερα την κουρέψανε και τη βρίζανε «πουτάνα», μ’ ένα χωνί στο στόμα φώναζε «Λαοκρατία», κι ο κόσμος χειροκροτούσε.

Σήμερα κλείνει τα 82 του χρόνια ο μεγάλος μας στιχουργός – ποιητής Λευτέρης Παπαδόπουλος (γεννήθηκε στις 14 του Νοέμβρη 1935), δημιουργός πολλών αγαπημένων τραγουδιών που όλοι λίγο πολύ κάποτε σιγοτραγουδήσαμε.

Στα Δεκεμβριανά ήταν παιδάκι 9 χρονών. Στο αυτοβιογραφικό αφήγημά του «Οι παλιοί συμμαθητές» (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1995), ανάμεσα στις παιδικές του μνήμες καταγράφονται και κάποιες σκηνές από εκείνες τις μαύρες μέρες.

***

Θυμάμαι πολύ καλά τη μέρα, που ο Λιάκος πυροβολούσε στον αέρα, στο σταθμό Λαυρίου, εκατό μέτρα απ’ την Ομόνοια. Ήταν 3 Δεκεμβρίου του 1944, ήμουν 9 χρόνων, και είχαμε βγει, όλη η γειτονιά, στους δρόμους, για το συλλαλητήριο στην Πλατεία Συντάγματος. Τότε, δεν είχαν εμφανιστεί ακόμα οι «εθνικιστες». Και οι Γερμανοτσολιάδες είχαν φύγει για τα χωριά τους, γιατί φοβόνταν ότι «θα πέσει λεπίδι από τους Ελασίτες».

Ήμουν δίπλα στον Λιάκο. Και τον καμάρωνα! Πυροβολούσαν κι άλλοι. Ορισμένοι κουνούσαν ελληνικές σημαίες. Άλλοι, κόκκινες. Με σφυροδρέπανο. Και μια κοπέλα πανέμορφη, η Ελισσώ, που αργότερα την κουρέψανε και τη βρίζανε «πουτάνα», μ’ ένα χωνί στο στόμα φώναζε «Λαοκρατία», κι ο κόσμος χειροκροτούσε.

Κάποια στιγμή, έχασα τον Διάκο από δίπλα μου. Ακολούθησα το πλήθος και χώθηκα στην Πανεπιστημίου. Στην Εμμανουήλ Μπενάκη, σταμάτησα:

Δεν υπήρχε τρόπος να προχωρήσει κανείς παραπάνω, γιατί χιλιάδες λαού είχαν κατακλύσει τη λεωφόρο. Δεν πέρασε πολλή ώρα, κι άκουσα ριπές πολυβόλων! «Μας σκοτώνουν!» φώναζαν μερικές γυναίκες. Ο κόσμος άρχισε να υποχωρεί τρέχοντας —πολλοί έπεσαν κάτω και τσαλαπατήθηκαν— και να χάνεται στους γύρω απ’ την Ομόνοια δρόμους.

Το ’βαλα κι εγώ στα πόδια. Δεν ξέρω πώς βρέθηκα στην Γ΄ Σεπτεμβρίου, έξω από το Σταθμό Α΄ Βοηθειών. Εκείνη την ώρα, περνούσε ένα κάρο. Κατευθυνόταν προς την Πλατεία Κυριακού. Έτρεξα πίσω του, αρπάχτηκα απ’ την καρότσα και κρεμάστηκα. «Θα ’φχαριστηθώ τσουλάδα» είπα μέσα μου. Κάτι έγινε, όμως, έχασα την ισορροπία μου, και το δεξί μου πόδι χώθηκε ανάμεσα στις ακτίνες του δεξιού τροχού τού κάρου.

Έπεσα κάτω. Ο καροτσέρης σταμάτησε, τρομαγμένος. «Το παιδί!» άκουσα μια γυναίκα να φωνάζει. Έτρεξαν πολλοί. Τους παραμέρισε όλους η γυναίκα και με πήρε στην αγκαλιά της. Ήταν η μάνα του Λιάκου, η κυρά-Ευδοκία. «Πονάς;» με ρώτησε, ενώ με φιλούσε. Δεν πονούσα. Αισθανόμουν, όμως, μια ζαλάδα. «Δεν πονάει τώρα. Θα πονέσει αργότερα, μόλις κρυώσει το πόδι, από το σπάσιμο…» άκουσα κάποιον να λέει.

Φτάσαμε στο σπίτι, ύστερα από ένα τέταρτο. Οι γονείς μου είχαν επιστρέψει απ’ το συλλαλητήριο. Η κυρα-Ευδοκία τούς εξήγησε τι είχε συμβεί. Η μάνα μου άρχισε να ουρλιάζει και να με βρίζει, ενώ, συγχρόνως, με το δεξί της χέρι, με σταύρωνε. Ο πατέρας μου έβγαλε το πλαϊνό από μια σιδερένια, παλιά κούνια, στην οποία κοιμόταν ο αδελφός μου. Έριξε μια κουβέρτα πάνω της. Με απίθωσε, μαλακά, στο πρόχειρο φορείο. Πήρε και μια δεύτερη κουβέρτα και με σκέπασε. «Πάμε, Λίζα» είπε στη μάνα μου. «Πού;» «Στο νοσοκομείο.» Έπιασε ο ένας το φορείο από μπρος, η άλλη από πίσω. Κατηφορίσαμε προς την Αχαρνών. Ένας Ελασίτης, με το όπλο στο χέρι, μου ’ρίξε μια ματιά. «Τι έγινε; Οι φασίστες χτυπήσανε και το παιδάκι;» «Ναι» είπε η μάνα μου. «Πού υπάρχει νοσοκομείο, εδώ κοντά, να το πάμε;» «Δυστυχώς, συναγωνίστρια, εδώ κάτω δεν υπάρχει τίποτα. Πρέπει να το μεταφέρετε στην “Αγία Όλγα”. Στη Νέα Ιωνία. Εκεί τους πάμε όλους…»

Όταν φτάσαμε, με τα πόδια, στο νοσοκομείο, ήταν απόγευμα. Τα αυτοκίνητα φέρνανε συνεχώς τραυματισμένους Ελασίτες. Ένας γιατρός με πήρε παράμερα, έβαλε το πόδι μου πάνω σε μια τάβλα και το ’δεσε σφιχτά, με γάζες. «Δυστυχώς, δεν έχουμε τρόπο να τοποθετήσουμε το πόδι σε νάρθηκα» είπε στον πατέρα μου. «Δεν έχουμε και ρεύμα. Με μια γεννήτρια κάνουμε τη δουλειά μας… Αύριο-μεθαύριο. Θα δούμε τι μπορεί να γίνει…»

Μ’ άφησαν σ’ έναν μεγάλο θάλαμο. Σ’ ένα ακριανό κρεβάτι. Αριστερά μου, πέθαινε ένας μελαχρινός, με μουστάκι, απ’ την καρδιά του. Στα άλλα κρεβάτια, ήταν νεαροί Ελασίτες, τραυματισμένοι στα χέρια, στα πόδια, στο κεφάλι. Και τα εγγλέζικα αεροπλάνα πετούσαν από πάνω και πολυβολούσαν. Ασταμάτητα!

Αυτή η νύχτα, η πρώτη των Δεκεμβριανών, ήταν η χειρότερη της ζωής μου! «Τα πολυβόλα των Εγγλέζων» φώναζε, υστερικά, μια νοσοκόμα, «χτυπούν το νοσοκομείο, γιατί οι φασίστες ξέρουνε πως στην “Αγία Όλγα” νοσηλεύονται αγωνιστές του ΕΛΑΣ». «Θα μας σκοτώσουν όλους» έλεγε και ξανάλεγε, τρομοκρατημένος, ένας φαλακρός γιατρός. Κι εγώ, με το πόδι «καρφωμένο» στη σανίδα, χωρίς να μπορώ να κουνηθώ, έκλεινα τα μάτια από τον τρόμο. Και ευτυχώς, γιατί έτσι, πολύ γρήγορα, αποκοιμήθηκα.

Την άλλη μέρα, ησύχασαν, κάπως, τα πράγματα. Και, στη βδομάδα πάνω, που ήρθαν οι δικοί μου, πάλι με το πρόχειρο φορείο, για να με πάρουν, η κατάσταση έδειχνε ήρεμη. Το πόδι μου, τώρα, ήταν στο γύψο. Κι έμεινε μέσα στο κουκούλι του σαράντα αέρες. Όταν σπάσαμε το γύψο, σ’ όλο το καλάμι μου το δέρμα είχε μαραθεί, κι από παντού κρέμονταν ματωμένες πέτσες. Το κόκαλο, όμως, είχε κολλήσει. Και με το που πάτησα, δεν ένιωσα πόνο. Ούτε φόβο. Όλα ήταν όπως και πριν.

Ξαναβγήκα στους δρόμους. Στο παιχνίδι. Στην αρχή πρόσεχα να περπατάω αργά. Κι αυτό, κόντεψε να μου στοιχίσει: ένα πρωινό, άκουσα πυροβολισμούς κι είδα να τρέχει, στη μέση της οδού Φωκαίας, με το καβουράκι του και κάνοντας ζιγκ ζαγκ, ο γιος του «Τζιμη του χοντρού». Πίσω του, σε απόσταση εξήντα μέτρων, έτρεχε ένας άλλος άντρας, κι αυτός με καβουράκι, που κρατούσε μπιστόλι, σημάδευε κι έριχνε. Είπα να σαλτάρω, να χωθώ στο υπόγειο «κυτιοποιείον», δεξιά, για να γλιτώσω από καμιά αδέσποτη, αλλά θυμήθηκα το πόδι μου κι έμεινα ακίνητος, σκύβοντας, λίγο, το κεφάλι μου, ενώ οι σφαίρες με είχαν βάλει στη μέση.

Τελικά, ο γιος του Τζίμη έστριψε αριστερά, στην οδό Φυλής, και γλίτωσε. Δε γλίτωσε, όμως, ο Χρήστος, ο γιος της χήρας, που ήταν πέντε χρονών κι έπαιζε, μπροστά στο σπίτι του, με τη σβούρα του: μια σφαίρα τον βρήκε στο δεξί πόδι, χαμηλά, και του τσάκισε το κόκαλο. Ευτυχώς, όμως, κι ο Χρηστάκης σε τρεις μήνες έγινε καλά, χωρίς το τραύμα να του αφήσει κανένα κουσούρι.

Άλλο ένα μπιστολίδι, έγινε κείνη την εποχή, στη γειτονιά: κάποιος «κομμουνιστής» κυνηγούσε έναν «εθνικιστή» στην οδό Φυλής. Μια σφαίρα βρήκε τον εθνικιστή στην πλάτη, έξω από το σπίτι της «κυρίας Δημαράτου» (έτσι την αποκαλούσαν όλοι, με σεβασμό), γωνία Φυλής και Φιλιππίδου. Ο χτυπημένος έπεσε νεκρός. Ο «κομμουνιστής» εξαφανίστηκε. Και οι «εθνικιστές» της πλατείας, ο Θάνος, ο Λάμπης, ο Σώτος και μερικοί άλλοι, ορκίστηκαν εκδίκηση…

Από τα Δεκεμβριανά, θυμάμαι, μοναχά, το πτώμα ενός Ελασίτη, σε μια πλαϊνή έξοδο της Πλατείας Κυριακού, προς την Αριστοτέλους, και, κυρίως, το κράνος του, που έμοιαζε με περικεφαλαία, τους τοίχους των σπιτιών, όπως και το άγαλμα, στο κέντρο της πλατείας, όλο σημάδια και τρύπες απ’ τις σφαίρες, κι ένα πλήθος ανατιναγμένα κτίρια, στην Γ’ Σεπτεμβρίου και την Πατησίων. Θυμάμαι, ακόμα, πως δεν είχαμε ούτε νερό να πιούμε στο σπίτι, και τους όλμους που έπεφταν, αδιάκοπα, στην Αχαρνών και τη Χέυδεν.

Ένα απόγευμα, παραλίγο να χτυπηθώ από όλμο: απέναντι από την αυλή μας, ήταν το τρίπατο σπίτι του Στράγκα. Ο Στράγκας είχε δώσει το ελεύθερο στη γειτονιά, να χρησιμοποιεί το υπόγειο του σπιτιού του για καταφύγιο. Μόλις άρχιζαν, λοιπόν, να πέφτουν οι πρώτοι όλμοι, τρέχαμε όλοι στο καταφύγιο, για να γλιτώσουμε.

Το απόγευμα για το οποίο μιλάω, οι γονείς μου, ο αδελφός μου κι εγώ είχαμε στρώσει μια κουβέρτα στο τσιμέντο, πίσω από τη σκάλα του υπογείου, και περιμέναμε να βραδιάσει, ώστε να περάσει η μπόρα. Το πόδι μου ήταν ακόμα στο γύψο, και δεν μπορούσα, φυσικά, να μετακινηθώ. Ξάφνου, εκεί που κλαίγαμε τη μοίρα μας, σκάει ένας όλμος, δέκα μέτρα μακριά από κει που βρισκόμαστε, και τα θραύσματα τρυπάνε τον τοίχο, πάνω απ’ τα κεφάλια μας! Οι γονείς μου αρπάζουν τον Γιάννη και τρέχουν στην άλλη γωνιά του υπογείου. Εγώ, ο κούτσαβλος, όπως με φώναζε τότε η γριά της αυλής μας, που δε με χώνευε, έμεινα στη θέση μου! Αμέσως, σε δευτερόλεπτα, πέφτει δεύτερος όλμος! Στο ίδιο σημείο! Αλλά και πάλι, τα θραύσματα δε με βρήκαν. «Ξάπλωσε κάτω!» ούρλιαζε η μάνα μου. «Ξάπλωσε!» φώναζαν και οι γειτόνοι. Δε χρειάστηκε, όμως. Οι όλμοι είχαν σταματήσει να πέφτουν. «Θα καθαρίσανε αυτόν που τους έριχνε» έδωσε μια εξήγηση ο κυρ-Γιάννης, ο αρτεργάτης, ο άντρας τής κυρά-Φλώρας. Κι άρχισε να παίζει το κομπολόι του, νευρικά.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: