Αθανασία Παπαδαμάκη: «Έκανα τον αγώνα μου και δεν μετάνιωσα»

«Άκου παιδάκι μου, ήμασταν αποφασισμένοι. Δε φοβόμασταν τίποτα… ούτε και τον θάνατο. Περπατούσαμε μαζί με τον θάνατο…Τι να φοβόμουν…φυλακισμένη στα 14 μου ήμουν. Κυνηγημένη όλη η οικογένεια, με θύματα πολλά. Ήμασταν πεπεισμένοι για το δίκαιο μας. Γι’ αυτό και αντέξαμε τόσα και τόσα…Γι’ αυτό αγωνιστήκαμε μέχρι το τέλος…»

Όταν ακολουθείς τη σκέψη και περπατάς τα μονοπάτια και τα περπατήματα των ανθρώπων μέσα από τις πιο δύσκολες συνθήκες, έρχεσαι σε απρόσμενες εκπλήξεις. 

Είναι τα χρόνια του πολέμου, τα χρόνια του Εμφυλίου, η ενδιάμεση  εποχή τους, εκεί που ο λαός μας ήλπιζε πως μετά τις «συμφωνίες»… όλα θα πάνε καλύτερα και θα βρουν επιτέλους τον ρυθμό της ζωής τους. 

Αναζητώ ιστορίες και ανθρώπους που έζησαν πολλά, που πήραν μέρος στον αγώνα του λαού αλλά και κάτι παραπάνω ψάχνω… Εργαλείο των αναζητήσεών μου είναι το περιοδικό Εθνικής Αντίστασης, τεύχος 131 του 2006 με τη μελέτη του καλού μου φίλου Γ. Ζελιλίδη σχετικά με τα μετάλλια του Δ.Σ.Ε. περιόδου 1946- 1949. 

Κι εγώ τώρα ψάχνω την Ιστορία που κρύβουν τούτα τα Μετάλλια. Όχι πως δεν είναι κάπου γραμμένα… Όχι, όχι, εγώ απλά θέλω να γνωρίσω αυτούς τους ανθρώπου και να τα ακούσω ζωντανά, να τους θαυμάσω από κοντά…

Τούτη τη φορά ξεκίνησα κάπως αλλιώς την αναζήτησή μου. Ξεκίνησα από ένα βιβλίο του Χρυσόστομου Μπαζή με τίτλο «Από τα Άγραφα στο Γράμμο και το Βίτσι», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή- 2006. 

Ομολογώ πως άργησα να το διαβάσω. Ίσως να ήταν και καλύτερα, γιατί τώρα οι εκπλήξεις ακολουθούν η μια μετά την άλλη.

Τίποτα βέβαια δεν είναι τυχαίο. Το θέμα των μεταλλίων του Δ.Σ.Ε. 1946- 1949, το πήρα πιο συστηματικά και πιο ζεστά τώρα τελευταία αφού προέκυψε ο Έβρος, πατρίδα της μητέρας μου, αφού εργάστηκα εκεί και ήρθα σε πρώτη επαφή με την περιοχή και τους ανθρώπους. 

Είναι οι έντονες αναζητήσεις μου για το ιστορικό κομμάτι στα χρόνια του Εμφυλίου. Είναι αυτά που δεν πρόλαβα να ρωτήσω τους δικούς μου…

Ξέρω πως άργησα αλλά δεν λησμόνησα. Κάθε ευκαιρία δεν την πετάω. Την ακολουθώ και όπου με βγάλει. 

Κάπως έτσι άρχισα να διαβάζω χαλαρά, χαλαρά το βιβλίο του αγωνιστή Μπαζή από την περιοχή της Θεσσαλίας. Είπα να πάω πιο εκεί… από τον Έβρο. Ο τίτλος με γαργαλάει. Ο τίτλος με πάει στη Νιάλα και που να το φανταστώ… Κι όμως δεν την γλυτώνω. Αυτό είναι. Ο αγωνιστής Μπαζής έζησε και τη Νιάλα. Θυμήθηκα και το ντοκιμαντέρ της τηλεόρασης που είδα πριν λίγα χρόνια και με συγκλόνισε.  Η αφήγηση τότε ήταν του αγωνιστή Φυτσιλή. Κι αυτός αυτόπτης μάρτυρας, μαχητής και από τα ίδια μέρη και περιγραφές που σου κόβουν την ανάσα.

Και τώρα την ιστορία της Νιάλας την ξαναζώ διαβάζοντας και τούτο το βιβλίο του αγωνιστή Μπαζή. Αξίζει να το διαβάσουν πολλοί. Αξίζει να διαβάσουμε αυτή τη ζωντανή Ιστορία γραμμένη κι εδώ από αυτόπτη μάρτυρα. Και περπατώ τις σελίδες του βιβλίου με την ένταση των συναισθημάτων μου… Και φτάνω στη σελίδα 55 του βιβλίου και διαβάζω «Αφήγηση Αθανασίας Παπαδαμάκη». Υπότιτλος βιβλίου είναι.

Αθανασία Παπαδαμάκη: «Έκανα τον αγώνα μου και δεν μετάνιωσα»

Και τώρα κάτι υποψιάζομαι. Κάτι θα βρω. Κάποια ιστορία ξεπηδάει πάλι… Κι εγώ, αρχίζω και ρουφάω σελίδα, σελίδα, ίσως από περιέργεια, ίσως από λαχτάρα γι’ αυτό που ψάχνω, γι’ αυτό που αναζητώ. 

Το χτυποκάρδι μου δεν αργεί. Φουντώνω αράδα με αράδα γιατί η ανακάλυψη δεν αργεί. Και τότε παίρνω βαθιές ανάσες. Σταματώ για λίγο. Θέλω το χρόνο μου. Θέλω λίγο ακόμα να ξεθολώσουν τα μάτια μου.

Έπεσα πάλι σε αγωνίστρια του Έβρου, από το χωριό Σιταριά του Έβρου. Σύζυγος του αγωνιστή Μπαζή που έγραψε το βιβλίο για τα Άγραφα, για τη Νιάλα, για το Γράμμο και το Βίτσι (Εκδόσεις Σ.Ε.). 

Και το μυαλό μου τρέχει στη μητέρα μου, παιδί του Έβρου και αυτή, μαχήτρια του Δ.Σ.Ε. όπως και η Αθανασία Παπαδαμάκη. Και τότε, διαβάζω το βιβλίο τρέχοντας. Μονοπάτια γνωστά. Διαδρομή μεγάλη. Ίσως και παράλληλοι δρόμοι… για τον ίδιο σκοπό, για τη Νίκη και την Λευτεριά. Τί να πρωτοσκεφτώ;… τα μετάλλια που κρύβουν ιστορία, την Ιστορία τόσων αγωνιστών, την Ιστορία αυτού του τόπου… 

Και τώρα δεν προλαβαίνω τις σκέψεις μου και να που πέφτω πάλι σε Μετάλλιο. Ε, όχι. Που να το ήξερα να την έψαχνα. Ένα τηλέφωνο στο πίσω μέρος του βιβλίου μού έδωσε ελπίδες. Δεν αργώ και κάνω την πρώτη προσπάθεια. Τηλεφωνώ και ελπίζω. Μία ελπίδα με κρατά… και μία φωνή. Ναι, ναι η Αθανασία Παπαδαμάκη είμαι, από τον Έβρο. Τρέχω να συστηθώ, βιάζομαι να της πω για την καταγωγή μου και τους γονείς μου. Αγωνιστές και αυτοί. Θέλω να ακούσω, θέλω να μάθω για κείνα τα χρόνια και τον αγώνα σας. Και η Αθανασία δεν αργεί. Είναι έτοιμη σαν από καιρό. Πώς να περιγράψω το τρέμουλό μου; Πώς να περιγράψω αυτό που μου συμβαίνει; Τούτη την περίπτωση μεταλλίου δεν την είχα στο μυαλό μου, δεν την είχα τσεκάρει και να… που τώρα (και) συζητάμε με την αγωνίστρια Αθανασία. Και μια φωνή απλή, σεμνή και ταπεινή ακούω στην άλλη άκρη του τηλεφώνου.

«Έκανα τον αγώνα μου και δεν μετάνιωσα». 

Κάπως έτσι αρχίσαμε το μάθημα ιστορίας: 

«Γεννήθηκα το 1932 στο χωριό Σιταριά, Έβρου. 

Στην κατοχή, ο Έβρος είχε πλούσια δράση παίρνοντας μέρος στην Εθνική Αντίσταση και στον Εμφύλιο αργότερα. Όλη η οικογένειά μου πήρε μέρος σ’ αυτόν τον αγώνα. Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας η ζωή μας στο χωριό ήταν αφόρητη. Η βία, η τρομοκρατία, οι δολοφονίες από τους ντόπιους συνεργάτες των Γερμανών ήταν κάθε μέρα σε όλα τα χωριά. Το 1946 μας πιάσανε και μάς πήγαν στις φυλακές της Αλεξανδρούπολης. Και ήμασταν εγώ, η μάνα μου, η αδερφή μου Ασημίνα και ο αδερφός μου ο Στέφανος. Στη φυλακή της Αλεξανδρούπολης, (κάτι αποθήκες με κάρβουνα που βρίσκονταν κοντά στην παραλία και τις είχαν μετατρέψει σε φυλακές) μείναμε γύρω στους 5 με 6 μήνες, μαζί με άλλους πολιτικούς κρατούμενους. Ήταν μόνο για γυναίκες. Ανάμεσά τους ήμουν η μικρότερη σε ηλικία φυλακισμένη. 

Ήμουν μόλις 14 ετών. Μετά τη φυλακή επιστρέψαμε στο χωριό, όπου βρήκαμε συγκεντρωμένους τους χωριανούς μας να παρακολουθούν έντρομοι τον αδερφό μου Βραχιόλη, ένα 22 χρονών παλικαρόπουλο (γεν. το 1925) να βασανίζεται δημόσια από τους χωροφύλακες με φρικτά βασανιστήρια. Τον πλήγωσαν στα πόδια με τανάλιες και του ζητούσαν να παραδώσει τα όπλα. 

Τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στις φυλακές Διδυμοτείχου, όπου με τη βοήθεια των συγκρατουμένων του κατάφερε να συνέλθει». 

Όπως μου λέει η Αθανασία, ο αδερφός της μετά από λίγο αφέθηκε ελεύθερος, έκατσε λίγο στο χωριό και μετά μαζί με τον πατέρα τους φεύγει για το βουνό, για το Δ.Σ.Ε.

«Στο μεταξύ η μητέρα μου, που έμεινε πίσω με τα άλλα της παιδιά και ήμασταν και πολλά… αισθανόμενη τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι κόρες της και για να μάς γλιτώσει από ομαδικούς βιασμούς, φυγαδεύει στο βουνό τις αδερφές μου Ασημίνα, Σταυρούλα και εμένα. 

Έτσι, από τις αρχές του 47, και οι τρεις αδερφές ήμασταν μαχήτριες του Δ.Σ.Ε».

Και τώρα δεν μπορώ να μην διακόψω, να μην ρωτήσω για τον Παπαδαμάκη Βραχιόλη του Δημητρίου, αν τον ξέρει και τι συγγένεια έχουν…

-«Ναι, αυτός είναι, ο αδερφός μου». 

-Μού φάνηκε λίγο περίεργο το όνομα Αθανασία μου, γι’ αυτό το συγκράτησα. Το διάβασα στην Εφ. της Προσωρινής Κυβέρνησης του Βουνού και σου διαβάζω λέξη, λέξη όπως  γράφει στο φύλλο 73, στις 9 Αυγούστου του 1949, σελ.295:  «Προάγεται σε Λοχαγός Πεζικού ο Παπαδαμάκης Βραχιόλης του Δημητρίου».

Δεν προλαβαίνω να τελειώσω με τον Βραχιόλη, τον έναν αδερφό και την αποκάλυψή μου… και η Αθανασία με πάει και στον δεύτερο αδερφό, τον Στέφανο. Σκοτώθηκε και αυτός όπως και ο Βραχιόλης. Και τότε παγώνω. Λίγη σιωπή, λίγο χρόνο θέλω γι’ αυτό που μου συμβαίνει. Μονολογώ. Σκέφτομαι σιωπηλά… 

Δύο αδέρφια στο βουνό, μαχητές του Δ.Σ.Ε., κυνηγημένοι στο χωριό τους, έφυγαν παλικαράκια και γράψανε ιστορία με τον αγώνα τους και με τη ζωή τους. Και τώρα… πρέπει να ρωτήσω, να πάμε λίγο παρακάτω. Λίγα ακόμη να πούμε και για τον Στέφανο. Θέλω λίγα στοιχεία ακόμη. Ποιος ξέρει, ίσως βρω λίγες αράδες και για τον Στέφανο, εκεί, στις σελίδες της Ιστορίας.

Και η Αθανασία σιγά, σιγά θυμάται, και μου μιλάει για ένα πολύ παλιό βιβλίο που έγραφε για τον Στέφανο, τον αδερφό της. Κουβαλάει και μεγάλη πίκρα γιατί το είχε τούτο το βιβλίο, το δάνεισε και δεν το ξαναπήρε… Τρέχω να της πω πως όλοι έχουμε δοκιμάσει αυτή την πίκρα. Μου έρχονται διάφορες ιδέες. Αρχίζω και σχεδιάζω κι ας μιλάμε ακόμη στο τηλέφωνο. Όλα γίνονται ταυτόχρονα. Συναισθήματα και σκέψεις γίνονται ΈΝΑ. Αρχίζω και υπόσχομαι πώς θα το ψάξω το βιβλίο. Φοβάμαι και λίγο, μήπως και εκτεθώ… Κλείνουμε την κουβέντα για την επόμενη φορά. Και τώρα, τι να κάνω; Ποιόν να ρωτήσω; Από πού να αρχίσω; Πρέπει να κάνω την προσπάθεια. Και αρχίζω και τηλεφωνώ πότε στον έναν και  πότε στον άλλον. Κάτι μαθαίνω, κάτι σα να μου δίνει ελπίδα. Ένας τίτλος βιβλίου μου φάνηκε γνωστός. Κάπου είδα αυτό το βιβλίο έλεγα μέσα μου. Το ξέρω, δε μπορεί. Κάποτε μου ανέφερε στην κουβέντα ένας καλός φίλος, αγωνιστής και αυτός έναν τίτλο βιβλίου που έχασε και αυτός. Το δάνεισε και δεν το ξαναείδε…

Τώρα έμαθα τουλάχιστον τον τίτλο «Μορφές  Ηρώων». Και αρχίζω και ψάχνω στη βιβλιοθήκη μου. Εκεί, εκεί, στα ψηλά μου ράφια. Εκεί που δύσκολα φτάνω κι ένα, ένα πιάνω τα βιβλία μου. Διαβάζω τίτλους και δακρύζω. Πιάνω παλιά βιβλία στα χέρια μου και τρέμουλο με πιάνει. 

Είναι βιβλία που έβλεπα στα παιδικά μου χρόνια στο σπίτι μας. 

Είναι βιβλία που διάβαζαν και οι γονείς μου. 

Είναι βιβλία του 50 του 60 και 70… που εκδώσανε οι Πολιτικοί Πρόσφυγες. Κι εγώ… τα μάζεψα και τα πήρα μαζί μου όταν επαναπατρίστηκα. Ήταν και τα μόνα που θα μου δίνανε τη δύναμη και την περηφάνια γιατί ήξερα τι κουβαλάω, ήξερα τι έχω μαζί μου. 

Αυτά και μόνο πήρα μαζί μου και επέστρεψα μόνη στην Πατρίδα των γονιών μου. Κι όμως… η έκπληξη με περιμένει.  Εκεί, εκεί πάνω στα πολλά βιβλία μου, βρήκα και αυτό που ψάχνω. Βρήκα το βιβλίο που κάτι μου έλεγε ο τίτλος. ΜΟΡΦΕΣ ΗΡΩΩΝ της ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, εκδοτικό ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ – 1953 και πάνω, πάνω ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ  ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ. Και τώρα ψάχνω τρέχοντας ρουφώντας σελίδα, σελίδα… και τα ονόματα τελειωμό δεν έχουν… 

Ωωωχ… και τι με περιμένει πάλι. Δεν γλυτώνω ούτε τώρα το τρέμουλο. Εκεί, στη σελίδα 174 του βιβλίου διαβάζω: 

ΣΤΕΦΑΝΟΣ  ΠΑΠΑΔΑΜΑΚΗΣ (ψ. ΠΑΤΡΑΣ). Από τη Σιταριά Έβρου. Γραμματέας της ΕΠΟΝ του χωριού, καταδιώχθηκε και εξορίστηκε για τη δράση του. Από τους πρώτους αντάρτες της περιοχής του. Έπεσε στις 28-2-1948 στη μάχη του Σώστη σαν ομαδάρχης σχηματισμού Δημοκρατικής Νεολαίας.

Πάλι το τηλέφωνο πιάνω και η Αθανασία στην άλλη άκρη δεν αργεί. Βιάζομαι να της πω τα νέα… Λαχανιασμένη και μπερδεμένα τα λόγια μου από την χαρά που πλημμύρησε το ΕΙΝΑΙ μου, της ανακοινώνω ότι βρήκα το βιβλίο που έχασε, το βιβλίο που δάνεισε και δεν το ξαναείδε. Μέσα στα δικά μου ήταν, στα οικογενειακά μας όπως λέμε… μέσα στα βιβλία της προσφυγιάς. Και υπόσχομαι πως θα στείλω σε φωτοτυπίες και τη σελίδα αυτή με αναφορά στον αδερφό της Στέφανο αλλά και για την αναφορά στον αδερφό Βραχιόλη σε Εφ. του 1949 για την προαγωγή του.

Λίγη ανάσα πήραμε, λίγη σιωπή ακόμη για τους νεκρούς και πολύ συγκίνηση γι’ αυτό που μάς προέκυψε. 

Η  Αθανασία όμως είναι πιο δυνατή. Τα ξέρει, τα έγραψε και στο περιοδικό Εθνικής Αντίστασης, τεύχος 131 του 2006.

Κι εγώ, τώρα αρχίζω και μαθαίνω λίγο, λίγο την Ιστορία, τα ονόματα, επίθετο Παπαδαμάκη και χωριό Σιταριά Έβρου. Νόμισα πως τα έμαθα όλα… και δεν αργεί το τρίτο σοκ. Κι όμως, τούτο το τεύχος που είναι για μένα εργαλείο μελέτης για τα Μετάλλια του Δ.Σ.Ε. στις σελίδες του φιλοξενεί κείμενο της Αθανασίας Παπαδαμάκη, της Αθανασίας που γνώρισα και μιλάμε τούτη την ιστορία. Και είναι παρακαλώ στη σελ. 83 με τίτλο «Αφήγηση μιας μαχήτριας του Δ.Σ.Ε».

Εδώ, μουδιάζω ολόκληρη. Δεν είναι δυνατόν. Εβδομήντα χρόνια μετά, ψάχνω να βρω, να μάθω και να γνωρίσω αυτούς τους Ανθρώπους, τους μαχητές, τους Αγωνιστές, την Ιστορία πίσω από τα Μετάλλια και να μου βγαίνουν οι εκπλήξεις η μία μετά την άλλη. Τώρα τι θα γράψω; Η θεία Αθανασία, έτσι γλυκά της λέω γιατί είναι και δικός μου άνθρωπος, έκανε το καθήκον της απέναντι στα παιδιά της που το ζητούσαν και απέναντι στις γενιές που έρχονται. Τα έγραψε. Δε θέλω να σταματήσω. Κάτι ακόμη θα μάθω… Κάτι ακόμη θα πούμε… Κάτι ακόμη θα θυμηθούμε… Κάτι ακόμη από αυτά που δεν έγραψε… Δεν τα είπαμε όλα. Η διαδρομή πεζοπορίας με μάχες, πίνα, κρύο, ποτάμια και βουνά από τον Έβρο ως το Γράμμο και το Βίτσι είναι από μόνα τους Μετάλλια ηρωισμού. 

Στέκομαι για λίγο στη φωτογραφία του περιοδικού της Ε.Α. Τρεις μαχητές και μια μαχήτρια κουβαλάνε έναν τραυματία στο φορείο. Και από κάτω γράφει: Η Αθανασία Παπαδαμάκη, στη Σχολή Υπαξιωματικών, με συναγωνιστές της σε ασκήσεις της Σχολής. Παρασημοφορήθηκε με το παράσημο «ΗΛΕΚΤΡΑΣ».

Ρωτώ καλοπροαίρετα την θεία Αθανασία πού μπορώ να βρω τούτη τη φωτογραφία… και γράφω όπως την άκουσα κείνη τη στιγμή: 

«Τη βρήκα στην Αθήνα, είναι στο Ριζοσπάστη και στην Εθνική Αντίσταση. Όταν έγιναν οι πλημύρες στον Περισσό και πηγαίναμε να βοηθήσουμε και να καθαρίσουμε το χώρο και τα βιβλία από τις λάσπες, ΤΟΤΕ την βρήκα. Έπεσε τυχαία στα χέρια μου… να, πήγα κι εγώ να βοηθήσω όπως τόσοι άλλοι»… 

Αθανασία Παπαδαμάκη: «Έκανα τον αγώνα μου και δεν μετάνιωσα»

“Τρεις μαχητές και μια μαχήτρια κουβαλάνε έναν τραυματία στο φορείο. Και από κάτω γράφει: Η Αθανασία Παπαδαμάκη, στη Σχολή Υπαξιωματικών, με συναγωνιστές της σε ασκήσεις της Σχολής. Παρασημοφορήθηκε με το παράσημο «ΗΛΕΚΤΡΑΣ»”

Με την αφέλεια του ανθρώπου που δεν έζησε τα γεγονότα ρωτώ: Έγραφε και το όνομά σου από κάτω; 

«Όχι, αλλά μόλις την είδα την φωτογραφία θυμήθηκα αμέσως κείνες τις στιγμές. Τότε που μας τράβηξε, ήταν ένας ξένος δημοσιογράφος, μάλλον Γάλλος όπως θυμάμαι. Βρισκόμασταν στα έμπεδα.  Εκεί ήμασταν εκείνη την εποχή, σε μια ομάδα που μαθαίναμε τα όπλα και ετοιμαζόμασταν για ομαδάρχες. 

Ήμουν μικρή κι εγώ τότε… Μαθαίναμε τα όπλα και κάναμε πραγματικά πόλεμο. Ήταν πραγματικά πηρά. Μάλιστα εκεί σκοτώθηκε και ένας συναγωνιστής. Ήμασταν στη Σχολή Ομαδαρχών. Ήμασταν διαλεγμένοι ένας κι ένας, πολεμιστές… Αυτό γινόταν στο Γράμμο – Βίτσι, που ακριβώς δε θυμάμαι. Είχαμε πάει και στο Μπίκοβικ για επίθεση και καταλαβαίνεις εκεί τι γινόταν… Όταν τραβήχτηκε αυτή η φωτ. ήμουν στην Σχολή Ομαδαρχών και βγήκα Επιλοχίας, κάτι παραπάνω από ομαδάρχης, ήταν και Έλληνες δημοσιογράφοι, κάποιοι τραβούσαν και φωτογραφίες». Να, τι μάθαμε για την Ιστορία της φωτογραφίας.  Και συνεχίζει η Αθανασία: 

«Μπήκα στα βαθιά. Ήμουν και στη Διμοιρία της ΕΠΟΝ. Εμείς πηγαίναμε στα μετόπισθεν. Εκεί έπιασα και τον αιχμάλωτο. Περπατούσαμε όπως περπατάει η αλεπού… σιγά, σιγά και αθόρυβα. Περπατούσαμε να μην μας ακούσει κανείς. Μπαίναμε, κόβαμε συρματοπλέγματα και τους κάναμε σαμποτάζ. Τι άλλο να τους κάναμε»;

Αυτά, αυτά θέλω να μου λες θεία Αθανασία, γιατί θέλω να τα ακούω ζωντανά, γιατί είμαι σίγουρη πως όλα δεν τα γράψατε. Κατάλαβες θεία… με ενδιαφέρουν οι ζωντανές αφηγήσεις. Αυτά που μου είπες τώρα δεν τα είδα γραμμένα πουθενά. Με συγκλόνισε αυτό με την φωτογραφία και τις πλημύρες στον Περισσό. Δηλαδή 50 χρόνια μετά τη Σχολή Ομαδαρχών βλέπεις τα νιάτα σου, γυρνάς το μυαλό σου πίσω… και θυμάσαι τη στιγμή εκείνη… κρατάς στα χέρια τη φωτογραφία, πας να τη σώσεις από τις λάσπες της πλημύρας… και βλέπεις απρόσμενα τον εαυτό σου. 

Ωωω, φαντάζομαι τι πέρασες εκείνη τη στιγμή. Πήγες να βοηθήσεις το Κόμμα στις δύσκολες στιγμές και νάσου… ξεπηδάει η φωτογραφία που είσαι μέσα. Αχ θεία μου, και πόσο μοιάζεις με τις φωτογραφίες που μου έστειλες. Πόση δύναμη κουβαλούσατε. Δεν προλαβαίνω να τελειώσω την φράση μου και ακούω τη θεία Αθανασία: 

«Δεν φοβόμασταν τίποτα. Δεν φοβόμασταν τίποτα»… σα να θέλει να το τονίσει. 

«Τι να φοβόμουν… φυλακισμένη στα 14ρά μου ήμουν. Κυνηγημένη όλη η οικογένεια, με θύματα πολλά. Και τώρα, τι να φοβόμουν. Οι Τούρκοι σκότωσαν δύο αδέρφια του πατέρα μου και οι εδώ δοσίλογοι και συνεργάτες των κατακτητών εμάς τους υπόλοιπους… Γι’ αυτό αγωνιστήκαμε μέχρι το τέλος. Κι αν αυτό είναι το αμάρτημά μας, το δεχόμαστε». Αυτό το λες και στο κείμενο που διάβασα. 

-Και το μετάλλιο ΗΛΕΚΤΡΑ; Πότε το πήρες θεία; Άλλη Ιστορία και αυτή.

 -«Όπως σου προανέφερα, κάπου, στα τέλη του 48, προτάθηκα για τη Σχολή Υπαξιωματικών του Γεν. Αρχηγείου του Δ.Σ.Ε. στο Βίτσι κάπου στις Πρέσπες. 

Αφού τελείωσα τη σχολή και ονομάστηκα Επιλοχίας, επέστρεψα στο λόχο μου, στη 16 Ταξιαρχία.  Εντάχτηκα στην ΕΠΟΝίτικη Υποδειγματική Διμοιρία της Ταξιαρχίας και ορίστηκα υπεύθυνη των γυναικών του λόχου μας. 

Μετά το Βίτσι και την ανακατάληψη του Γράμμου, τον Απρίλιο του 1949, βρισκόμενη στη 16 Ταξιαρχία, με τη διμοιρία της ΕΠΟΝ, δώσαμε πάρα πολλές μάχες. Ήμουν τότε δόκιμο μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Σε μία από τις συνελεύσεις, είχα δώσει υπόσχεση, κομματικό πλάνο όπως το λέω, να πιάσω σε μάχη έναν στρατιώτη αιχμάλωτο».

-Δηλαδή  γλώσσα όπως τους λέγατε; 

«Ναι, ναι. Ήταν Ιούλης μήνας, βρισκόμασταν στο Γράμμο, όταν η διμοιρία μας πήρε αποστολή για ενέδρα στα μετόπισθεν του στρατού. Πήγαμε νύχτα να προετοιμάσουμε τις θέσεις μας και στήσαμε καρτέρι. Περιμέναμε δύο μέρες, μέσα σε αφόρητη ζέστη, δίψα, ακινησία και μεγάλη αγωνία. Είχαμε κάνει μεγάλη προσπάθεια και ο αντίπαλος δε φαινόταν πουθενά. Καθώς αρχίζαμε και αλλάζαμε τα σχέδιά μας νάσου κάποιοι με καινούργιους μπερέδες και ρούχα». 

-Αρχίζω και ιδρώνω. Κάτι θα ακούσω πάλι από την θεία Αθανασία. 

Και τι θέλατε να τους κάνετε; 

-«Ααα… να τους παγιδεύσουμε είχαμε σχεδιάσει, κι όταν μπήκανε όλοι στον κλοιό μας και δόθηκε το σύνθημά μας ΑΈΡΑ, με τα συντονισμένα πυρά μας… μάλλον δεν έμεινε κανένας ζωντανός. Ένας αξιωματικός τους μόνο κατάφερε να κρυφτεί πίσω από έναν κορμό δέντρου. Ταμπουρωμένος εκεί, βρίζοντας χυδαία και αποκαλώντας με: Βουλγάρα, με πυροβολούσε. Η σφαίρα πέρασε ξυστά από τη ζώνη του παντελονιού μου. Όμως τον πέτυχα εγώ με μια ριπή του στάγιερ μου. Παίρνω το πιστόλι του και τον φορτώνομαι στους ώμους μου… Η επιτυχία της ενέδρας μας ήταν απόλυτη. Καθώς οι άλλοι συναγωνιστές μου μάζευαν τα λάφυρα, εγώ με τον αξιωματικό στους ώμους μου, παίρνω την κατηφόρα για τον γυρισμό. 

Ήμουν χαρούμενη γιατί εκπλήρωσα την υπόσχεσή μου να πιάσω αιχμάλωτο κι έτσι να γίνω τακτικό μέλος του Κόμματος, του Κ.Κ.Ε. Κατεβαίνοντας όμως την κατηφόρα, έχοντας το στάγιερ ακόμα οπλισμένο και αυτόν στον ώμο μου, εκπυρσοκρότησε το στάγιερ, σχεδόν έφυγε μισή ριπή του όπλου και σωριάζομαι μαζί με τον αιχμάλωτο κάτω. Αρχίσαμε να κατρακυλάμε τον κατήφορο. Τότε τον άκουσα να ψιθυρίζει  μη με σκοτώσεις αδερφούλα μου. 

Τον λυπήθηκα. Ξέχασε πως λίγο πριν με έβριζε χυδαία και με αποκαλούσε Βουλγάρα και του απαντάω…  Δεν μιλάω βουλγάρικα …

Σε λίγο κατέφτασε και η διμοιρία μου φορτωμένη με διάφορα λάφυρα. Ο αξιωματικός – αιχμάλωτος δεν είχε καταλάβει ότι είχε εξοντωθεί όλο το τμήμα του και γι’ αυτό αμυνόταν ακόμα. Όλοι μαζί τον παραδώσαμε στη Διοίκηση της Ταξιαρχίας. Δεν έμαθα πια τύχη είχε. Μπορεί και να έζησε, γιατί ο Δ.Σ.Ε. δεν σκότωνε αιχμαλώτους». 

Αυτό ήταν. Αυτή ήταν και η Ιστορία του Μεταλλίου ΗΛΕΚΤΡΑ που έλαβε η θεία Αθανασία. Δεν τόλμησα να γράψω, να περιγράψω τούτη τη στιγμή έτσι όπως μου την διηγήθηκε και ζωντανά η θεία Αθανασία. Προτίμησα αυτό το απόσπασμα από το κείμενο του περιοδικού της Ε.Α. έτσι όπως διατυπώνεται με λεπτομέρεια και ταπεινότητα. Και πάλι το μυαλό μου εκεί… στα βουνά και ρωτώ αν η ίδια τραυματίστηκε σε τόσες και τόσες μάχες. Και που να φανταστώ, η ιστορία δεν έχει τέλος. Όχι πως δεν το περίμενα να έχει τραύματα. Άλλωστε στην προσφυγιά σπάνια γνώρισα ανθρώπους χωρίς τραύματα. Άλλα φαίνονταν και άλλα ήταν καλά κρυμμένα κάτω από τα ρούχα. Να που δεν τελειώσαμε την κουβέντα μας και συνεχίζουμε:  

«Στις 30- 7- 1949 πηγαίνοντας στο λόχο για να πάρω προμήθεια για τις γυναίκες, έπεσα σε ναρκοπέδιο και τραυματίζομαι στο πόδι. Η κατάστασή μου ήταν βαριά. Η φτέρνα μου και ο αστράγαλος πολτοποιήθηκαν. Φαινόταν ότι πήγαινα για ακρωτηριασμό. Τη γλύτωσα»…

-Ααα… τι μου λες θεία, τότε που ήσουν υπεύθυνη και για τις γυναίκες; Και για ποιές ανάγκες των γυναικών; 

-Σκέψου Άννα, σε συνθήκες πολέμου οι γυναίκες είχαν πολλά προβλήματα σε σχέση με τους άντρες. Από τη φύση τους είχαν και αυτά τα προβλήματα… 

-Ναι, το έγραψε και η μητέρα μου στο βιβλίο της. Το άκουσα και από άλλες μαχήτριες. Δε θέλω ούτε να το σκέπτομαι. Απαραίτητα ήταν τα παυσίπονα, τα χαρτοβάμβακα και ότι άλλο χρειάζονταν τα κορίτσια  (κυρίως για περίοδο και τέτοια…) και πηγαίνοντας για να τα πάρω πάτησα νάρκη και τραυματίστηκα. Είχα αναπηρία 40%. Βαρύ τραύμα στον αστράγαλο. Ακόμη και τώρα, 70 χρόνια μετά με πονάει. 

Αθανασία Παπαδαμάκη: «Έκανα τον αγώνα μου και δεν μετάνιωσα»

Αθανασία Παπαδαμάκη: «Έκανα τον αγώνα μου και δεν μετάνιωσα»

Θέλω λίγα ακόμη να ακούσω για τούτη τη στιγμή. Ξέρω πως είναι δύσκολα να μιλάμε για τούτες τις στιγμές… χατίρι όμως η θεία Αθανασία δε μου χαλάει. 

-«Εγώ στο δρόμο πήγαινα, περπατούσα σ’ ένα μονοπάτι. Υποψιάζομαι πως ήταν δική τους η νάρκη γιατί τα δικά μας μονοπάτια αυτοί τα ναρκοθετούσαν. Κάθισα εκεί τραυματισμένη όλη τη νύχτα μόνη  μου. Την άλλη μέρα διαπίστωσαν ότι δεν επέστρεψα, ότι δεν έφτασα εκεί, και τότε άρχισαν να με ψάχνουν. Με βρήκαν εκεί πεσμένη, με πήραν και με στείλανε στην Αλβανία. 

Μετά τον τραυματισμό μου βρέθηκα στο νοσοκομείο της Κορυτσάς. Εκεί, ένας σύνδεσμός μας, μου έφερε το τιμημένο παράσημο ΗΛΕΚΤΡΑ… Μαζί, στον ίδιο φάκελο βρισκόταν δύο αποφάσεις: 

1) Της απονομής παρασήμου ΗΛΕΚΤΡΑ από την Ταξιαρχία, 

2) Με την προαγωγή μου στο βαθμό του Λοχία, 

3) Καθώς και η απόφαση και το βιβλιάριο του τακτικού μέλους του τιμημένου Κ.Κ.Ε. Νιώθω μεγάλη συγκίνηση, χαρά και περηφάνια».

Θεία Αθανασία, αν θυμάμαι καλά αυτό ήταν το δεύτερο τραύμα σου. Κι εκείνο, το πρώτο, σε ενοχλεί ακόμα; 

-«Ναι, ναι και τότε στο πρώτο υπέφερα πολύ. Προσπαθούσα να αναρρώσω και με την πρώτη ευκαιρία επέστρεψα στον αγώνα με τη θέλησή μου.  

Άκου παιδάκι μου, ήμασταν αποφασισμένοι. Δε φοβόμασταν τίποτα… ούτε και τον θάνατο. Περπατούσαμε μαζί με τον θάνατο… Ήμασταν πεπεισμένοι για το δίκαιο μας. Γι’ αυτό και αντέξαμε τόσα και τόσα». 

-Και τώρα θεία να κάνουμε και λίγο τον απολογισμό της οικογένειας; Και αρχίζουμε και μετράμε: 

Τα αδέρφια μου Βραχιόλης, Στέφανος, Σταυρούλα, σκοτώθηκαν σε μάχες του Δ.Σ.Ε. 

Μετράμε τρία αδέρφια και πάμε παρακάτω: Η αδερφή μου Ασημίνα – ανάπηρη, με κομμένο χέρι, τραυματίστηκε σε μάχη του Δ.Σ.Ε. , η άλλη αδερφή μου η Σουλτάνα, ανάπηρη και αυτή, με εγκεφαλικό τραύμα πάλι σε μάχη του Δ.Σ.Ε. Δύο αδέρφια του πατέρα μου σκοτωμένοι, ο ένας στο Δ.Σ.Ε. ( ο Αντώνης Παπαδαμάκης του Βραχιόλη ) και ο άλλος στο Αλβανικό Μέτωπο. Οι γονείς μου θάφτηκαν στην αναγκαστική ξενιτιά, μακριά από την Πατρίδα τους, στην πόλη Τρίνετς της Τσεχοσλοβακίας» .

Και τώρα… 

Ποιός μπορεί να πει το αντίθετο; 

Ποιός μπορεί να αμφιβάλει τις συνθήκες και τις αιτίες πολέμου; 

Ποιός μπορεί να προσπεράσει τη θύελλα του πολέμου και τα γεγονότα που έζησε τούτος ο λαός; 

Τα γράφουμε και τα συμπληρώνουμε για να μην ξαναδούμε κανέναν πόλεμο τουλάχιστον εμείς οι επόμενες γενιές. 

Στη μνήμη των νεκρών της οικογένειας Παπαδαμάκη, στη μνήμη των αγωνιστών και για τα 70 χρόνια που πέρασαν από την ίδρυση του Δ.Σ.Ε. κάναμε κουβέντα που μας άφησε πολλά συναισθήματα… Τιμή και δόξα στους ΗΡΩΕΣ. 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: