Πώς δεν ξέρεις τι γινόταν εκεί; – Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και ο Γερμανός “κυρ-Παντελής”

Τον ρώτησα γιατί είναι έτσι σκληρός μ’ έναν άνθρωπο που ήταν δυο χρόνια στο κάτεργο. Απάντηση: Δε φταίω ‘γω που ήσουνα στο Μαουτχάουζεν, ούτε ξέρω τι γινόταν εκεί! Το στρατόπεδο, του λέω, είναι μόνο μισή ώρα από δω και τα συνεργεία δουλεύανε και στα χωράφια! Μπορεί και στα δικά σου χωράφια! Πώς δεν ξέρεις τι γινόταν εκεί!

Απόσπασμα από το εμβληματικό Μαουτχάουζεν του Ιάκωβου Καμπανέλλη

Αμέσως μετά την απελευθέρωση

Στον επισιτισμό μας βοηθούσαμε κι οι ίδιοι. Κάθε βράδυ, πολλοί απ’ αυτούς που είχαν πάει βόλτα στα γύρω αγροκτήματα, γυρίζανε κουβαλώντας ένα μοσχάρι, ένα χοίρο, γαλοπούλες, κουνέλια, χήνες, καλάθια αυγά, λεκάνες φρέσκο βούτυρο. Οι Αμερικάνοι στεναχωριούνταν μ’ αυτή την κατάσταση. Δε θέλανε να γίνεται πλιάτσικο στα αγροκτήματα. Αυτοί οι αγρότες είναι αθώοι, λέγανε. Κι ένα βράδυ σταματήσανε στην πύλη των κύριο Βαγγέλη και με συνοδεία έναν στρατιώτη τού είπανε να πάει αμέσως πίσω το άσπρο μοσχάρι που είχε φέρει.

Ο κύριος Βαγγέλης ήταν απ’ την Πάτρα. Ψηλός, στεγνός, με καμπουρωτή μύτη, ηλιοψημένος, λιγομίλητος και αυστηρός. Το πανταλόνι που φορούσε τελείωνε στις γάμπες και τα μανίκια του σακακιού λίγο πιο κάτω απ’ τους αγκώνες. Όταν κατάλαβε πως θέλουνε να πάει πίσω το μοσχάρι, ζήτησε διερμηνέα για να τους απαντήσει. Ήρθε ο διερμηνέας κι ο Βαγγέλης άρχισε να λέει:

“Να μεταφράζεις καλά ό,τι σου λέω. Θα τους εξηγήσω αμέσως γιατί πήρα το μοσχάρι και γιατί δεν πρόκειται να το πάω πίσω!

Σήμερα το πρωί πήγα μια βόλτα στην εξοχή, όπως κάνω κάθε μέρα από τότε που χάρη στη γενναιότητά τους είμαι ελεύθερος άνθρωπος. Κατά τις δέκα η ώρα χτύπησα την πόρτα σ’ ένα πλούσιο αγροτόσπιτο και τους παρακάλεσα ευγενέστατα να μου δώσουν μια κούπα ζεστό γάλα και μια φέτα ψωμί. Μου είπαν πως δεν έχουν τίποτα και να φύγω!

Μετάφρασέ το.

Φυσικά εγώ δεν έφυγα. Τους είπα ότι, αν δε μου δώσουν αμέσως ό,τι είπα, θα τους βάλω φωτιά. Φέρανε αστραπιαία μια φέτα ψωμί και λίγο γάλα σ’ ένα τενεκέδι και τ’ αφήσανε χάμω λες και ήμουνα κανένας σκύλος.

Μετάφρασέ το.

Τους είπα ότι θα πάρω το γάλα μου στην τραπεζαρία τους, αλλιώς θα ‘χουν κακά ξεμπερδέματα. Μου ανοίξανε την πόρτα και με πήγανε στην τραπεζαρία. Μου φέρανε μια κούπα γάλα και μια φέτα ψωμί. Ούτε ένα ψίχουλο ψωμί παραπάνω, ούτε μια σταγόνα γάλα. Μόλις τελείωσα, το αφεντικό μού είπε να φύγω.

Μετάφρασέ το.

Τον ρώτησα γιατί είναι έτσι σκληρός μ’ έναν άνθρωπο που ήταν δυο χρόνια στο κάτεργο. Απάντηση: Δε φταίω ‘γω που ήσουνα στο Μαουτχάουζεν, ούτε ξέρω τι γινόταν εκεί! Το στρατόπεδο, του λέω, είναι μόνο μισή ώρα από δω και τα συνεργεία δουλεύανε και στα χωράφια! Μπορεί και στα δικά σου χωράφια! Πώς δεν ξέρεις τι γινόταν εκεί!

Απάντηση: Δεν ξέρω απολύτως τίποτα.

Μετάφρασέ το.

Επειδή, του λέω, είσαι τέτοιο κοπρόσκυλο, πες να μου ετοιμάσουν για το μεσημέρι ένα κοτόπουλο βραστό, άνοιξέ μου το ραδιόφωνο και καθάρισέ μου και μερικά μήλα. Μου φέρανε ό,τι ζήτησα, γιατί είδανε πως δεν αστειεύομαι. Όμως όλη την ημέρα κανείς τους δε με ρώτησε τι είμαι, ποιος είμαι, τι ήταν το στρατόπεδο, τι γινόταν εκεί μέσα. Λέξη.

Μετάφρασέ το.

Το απογευματάκι ακούω φωνές στην πόρτα. Δυο Ρώσοι απ’ το Μαουτχάουεν ζητούσανε λάχανα. Οι αθώοι Γερμανοί αγρότες τούς βρίζανε και τους διώχνανε. Πήγα, άνοιξα την πόρτα, τους έβαλα μέσα και τους είπα να πάρουνε όσα λάχανα θέλανε.

Με την ευκαιρία έκανα και μια βόλτα στο χτήμα και στις αποθήκες. Από ζωντανά και πετούμενα άλλο τίποτα. Και στις αποθήκες τους φίσκα τα καπνιστά χοιρινά, τα λουκάνικα, τα σαλάμια, τα βούτυρα και τ’ αλεύρια. Είπα στους Ρώσους να πάρουνε κι ό,τι άλλο θένε. Ύστερα ειδοποίησα τους αθώους Γερμανούς αγρότες ότι, ώσπου να γίνουνε άνθρωποι, θα τους κάνω παρέα κάθε μέρα απ’ το πρωί ως το βράδυ. Ως πρώτη δόση πήρα το άσπρο μοσχάρι. Αύριο θα πάρω άλλο χρώμα.

Μετάφρασέ το και τελειώσαμε.

Ο κύριος Βαγγέλης πέρασε την πύλη παρέα με το άσπρο μοσχάρι και το παρέδωσε στην κουζίνα.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: