Ο Βαγγέλης Κτιστάκης και η εποχή του

Αναμορφωμένο κείμενο από παλιότερη ομιλία για τον κομμουνιστή ήρωα, Βαγγέλη Κτιστάκη, που δολοφονήθηκε από τους ναζί και τους συνεργάτες του σαν σήμερα, στις 16 Ιουνίου του 1944.

Κυρίες και κύριοι,

Επιτρέψτε μου, στο πρώτο μέρος ετούτης της παρουσίασης της ζωής, του έργου και του παραδείγματος του Βαγγέλη Κτιστάκη, να κάνω μια μικρή αναδρομή στην εποχή που ανδρώθηκε, αγωνίστηκε και μαρτύρησε ο αγωνιστής. Αυτή η πρόταξη δεν οφείλεται απλά και μόνο στο ότι, όπως ίσως γνωρίζετε, λειτουργώ στον χώρο των ιστορικών οι οποίοι, από επαγγελματική αν θέλετε συνήθεια, από διαστροφή, αν προτιμάτε, ξεκινούν την ιχνηλάτηση των προσώπων, από τα όσα τους περιβάλλουν. Ξεκινούν από τον χώρο που διαμόρφωσε την προσωπικότητα, από τις συνθήκες της εποχής που τη σφυρηλάτησαν, από το χρόνο που σμίλεψε πάνω στον καθένα – και ειδικά πάνω στους πιο επιφανείς – τα ειδικά χαρακτηριστικά της περιόδου. Τα όσα δηλαδή η τελευταία μπορούσε να δώσει και έδωσε στη διάπλαση των εκάστοτε ηρώων της.

Η σύντομη ζωή του Βαγγέλη Κτιστάκη ανήκει στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Είναι ο καιρός των μεγάλων σχεδίων, των μεγάλων έργων και συνακόλουθα των μεγάλων συγκρούσεων. Στα 1908, όταν γεννήθηκε, η επιβολή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είχε ολοκληρωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο μέσα από τον ιμπεριαλισμό και την αποικιοκρατία με εργαλεία τις ευρωπαϊκές κυρίως δυνάμεις. Η επιβολή αυτή ήταν και ο προθάλαμος, το προοίμιο στην βαρβαρότητα. Στο βωμό του καπιταλισμού σαρώθηκαν κράτη, πολιτισμοί, τρόποι ζωής, συνήθειες, γλώσσες, τέχνες, και προπαντώς άνθρωποι – πολλοί άνθρωποι. Για το καλό του πολιτισμού το είπαν τότε καθώς όλα τα φρικτά και απαίσια γίνονται συνήθως στο όνομα αόριστα μεταφυσικών ιδεών.

Η αποικιακή βαρβαρότητα κατάπιε τελικά μέσα της και τον «πολιτισμό» και τον πολιτισμένο κόσμο. Οι ταγοί του εκπολιτισμού και του εκσυγχρονισμού επέλεξαν να επιλύσουν τις μεταξύ τους καπιταλιστικές αντιθέσεις μέσα από πολέμους καταστροφικούς – τόσο καταστροφικούς που η ανθρωπότητα ποτέ δεν είχα ξαναδεί παρόμοιους. Το τρομερό σφαγείο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, την «κάθοδο στην κόλαση» των χαρακωμάτων εξήντα εκατομμυρίων Ευρωπαίων – από τους οποίους τα οκτώ εκατομμύρια πέθαναν εκεί και άλλα πέντε γύρισαν σακάτηδες και ανάπηροι πίσω στα σπίτια τους, τη διαδέχθηκε η τερατογένεση του ναζισμού και του φασισμού και τελικά ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος, των ογδόντα εκατομμυρίων νεκρών σε ολόκληρο τον κόσμο αυτή τη φορά, όπου ο στρατιώτης και ο άμαχος ταυτίστηκαν μπροστά στην είσοδο του Άδη. Η τελευταία είχε τη μορφή των κρεματορίων, των στρατοπέδων – βιομηχανιών θανάτωσης, των καιόμενων κάτω από τις βόμβες πόλεων, των μαζικών εκτελέσεων «αντιποίνων» ή απλά τρόμου, της πολιτικά υπολογισμένης πείνας και εξαθλίωσης.

Επρόκειτο για ένα κόσμο εφιαλτικό. Ο ανταγωνισμός, – αυτό το λάβαρο της ανταγωνιστικότητας που κραδαίνει με αφέλεια η σημερινή μας άρχουσα τάξη – η διεκδίκηση της άνευ ορίων και όρων κυριαρχίας, η εκμετάλλευση ως τα έσχατα όρια της εργασίας των ανθρώπων, η εκπορευόμενη αδικία και η κοινωνική άβυσσος, η μετατροπή των ανθρώπων σε κρέας για τα κανόνια, σε θυσία στο βωμό των πολέμων, είτε αυτοί φορούσαν στολή, είτε όχι, σφράγισαν την εποχή. Και ιδεολογικό επιστέγασμα σε όλα αυτά το μίσος και η λατρεία του θανάτου. Ο ρατσισμός δια του οποίου οι άνθρωποι κατατάσσονταν σε αυτούς που αξίζει να ζήσουν και σε αυτούς που πρέπει να πεθάνουν. Όλα αυτά τα λαμπρά ακολούθησαν τον θρίαμβο του καπιταλισμού επί της γης.

Απέναντι και ενάντια σε αυτά το εργατικό κίνημα όρθωσε το ανάστημά του, ανδρώθηκε, ωρίμασε, διεκδίκησε και άνοιξε το δρόμο για την εξουσία. Στην παραφροσύνη του Πρώτου Παγκόσμιου απάντησε με τη Ρωσική Επανάσταση και την κομμουνιστική πρόταση κίνημα ισχυρό που γρήγορα άπλωσε τις γραμμές των αγωνιστών του σε ολόκληρο τον κόσμο. Στον Δεύτερο Παγκόσμιο αντέταξε την Αντίσταση των Λαών και τον αγώνα της πατρίδας των εργατών που τελικά συνέτριψε το ναζιστικό εργαλείο του καπιταλισμού.

Σε μια τέτοια εποχή τιτάνιων αγώνων και αναμετρήσεων γεννήθηκε, ανδρώθηκε και τελικά πέθανε ηρωϊκά ο Βαγγέλης Κτιστάκης.

-.-

Ο Βαγγέλης Κτιστάκης έζησε ακριβώς αυτά τα χρόνια του καπιταλιστικού θριάμβου και των συνακόλουθων αδιεξόδων. Μέσα στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο πέρασε τα παιδικά του χρόνια, μέσα στη δίνη του δευτέρου σκοτώθηκε. Μέσα σε αυτό το ιστορικό σκηνικό γεννήθηκε η πίστη, η ιδεολογία, το πολιτικό σχέδιο τα οποία υπηρέτησε και για τα οποία έδωσε τη ζωή του.

Ο Βαγγέλης Κτιστάκης γεννήθηκε στα Χανιά στα 1908. Η οικογένειά του ήταν τυπικά αστική, μέρος της δραστήριας οικονομικής και ταυτόχρονα πνευματικής και πολιτικής ελίτ της πόλης. Με ενεργό ανάμιξη στους εθνικούς και συνάμα πολιτικούς αγώνες της εποχής – μαζί πήγαιναν αυτά τότε – ο πατέρας του, ο Ιωάννης Κτιστάκης, είχε επιχειρήσεις ξυλείας και κατασκευών, οι οποίες στις εποχές γενικής ανοικοδόμησης στα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας τον είχαν αναδείξει σε έναν από τους πλέον εύπορους αστούς των Χανίων και της Κρήτης. Η κοινωνική θέση και οι οικονομικές δυνατότητες της οικογένειάς του εξασφάλισαν στον νεαρό Βαγγέλη άνετη παιδική και εφηβική ηλικία και τον οδήγησαν – υπήρχε και προσωπική έφεση γι αυτό, ήταν άριστος μαθητής στο Γυμνάσιο – σε λαμπρές σπουδές. Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 έφυγε για την Γερμανία όπου, στο Βερολίνο, ολοκλήρωσε στα 1931 σπουδές στις Νομικές και Οικονομικές Επιστήμες.

Εκείνο τον καιρό, στο Βερολίνο, αποτυπωνόταν η ιστορία και συνάμα η τραγωδία της Ευρώπης. Στην πόλη βρισκόταν η ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς καθώς η προσδοκία του εργατικού κινήματος για προλεταριακή επανάσταση στην βιομηχανική, πολυάνθρωπη και δημιουργική χώρα, βρισκόταν ακόμα στην πρώτη σειρά των σχεδιασμών της Διεθνούς. Ταυτόχρονα η πόλη και οι χώρα έφεραν τα βαριά τραύματα της ήττας στον πόλεμο και της αιματηρής καταστολής της επανάστασης από τους Σοσιαλδημοκράτες της Βαϊμάρης σε πλήρη συνεργασία με τα Τάγματα Εφόδου, τα Freikorps των μετέπειτα ναζί. Με την εμφάνιση της καπιταλιστικής κρίσης ο ναζισμός εμφανίστηκε και πάλι στο προσκήνιο ως εργαλείο της άρχουσας τάξης: σε μια πρώτη φάση για να κτυπήσει τους εργαζόμενους – το εργατικό κίνημα – που θα πλήρωναν στο πετσί του το κόστος της κρίσης, σε δεύτερη για να υπηρετήσει και να υλοποιήσει τα χιμαιρικά σχέδια του γερμανικού και ευρωπαϊκού καπιταλισμού για αποκατάσταση της θέσης του στην παγκόσμια κυριαρχία. Τον δρόμο στους ναζί τον άνοιγαν οι Σοσιαλδημοκράτες σπεύδοντας να υιοθετήσουν και να εφαρμόσουν κάθε είδους αντεργατική, περιοριστική πολιτική στο όνομα της αντιμετώπισης της κρίσης.

Σε αυτό τον περίγυρο ο Βαγγέλης Κτιστάκης διάλεξε το δικό του στρατόπεδο, σε αυτή την εκρηκτική συγκυρία πήρε την βαριά απόφαση για το με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει. Επιτρέψτε μου σε αυτό το σημείο να θυμίσω μια άλλη περίπτωση που, την ίδια πάνω κάτω εποχή, πάλι περνώντας από την Γερμανία, στράφηκε – όχι τόσο καταιγιστικά, είναι αλήθεια όσο ο Κτιστάκης – προς το εργατικό κίνημα. Αναφέρομαι στον Πέτρο Κόκκαλη που συνδύαζε την οικογενειακή ευμάρεια με άριστες επιστημονικές επιδόσεις που του άνοιγαν το πλέον λαμπρό μέλλον σε αυτό που ονομάζουμε σταδιοδρομία. Να αποτίσω επίσης τον οφειλόμενο φόρο τιμής σε όλα αυτά τα παιδιά της αστικής – της μεγαλοαστικής τάξης – που ενστερνίστηκαν τις απελευθερωτικές για την ανθρωπότητα ιδέες του εργατικού κινήματος και που έμειναν πιστοί, συχνά ως τον θάνατο, σε αυτές. Δεν ήταν μόνο η ακτινοβολία της Ρωσικής Επανάστασης, της Σοβιετικής Ένωσης που γοήτευε και συνήρπαζε – μια γοητεία που σήμερα ακόμα λοιδορούν, απαξιούν και διαστρέφουν οι αναθεωρητές της ιστορίας με τις ευλογίες και την πλούσια υλική παρακίνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – το έργο που παλαιότερα έκανε η αμερικανική CIA. Ήταν και οι καθημερινοί αγώνες των εργατών, η διαύγεια στόχων, προθέσεων και ερμηνειών των κομμουνιστικών κομμάτων, η προοπτική ενός νέου κόσμου στη θέση του παλιού, του καπιταλιστικού, που ήδη, πολύ νωρίς στην ιστορία του, έδειξε ότι παράγει κυρίως πολέμους, θάνατο, καταστροφή, αδικία, εκμετάλλευση, ναζισμό και φόβο.

Στην Γερμανία λοιπόν, στη Γερμανία της υποκριτικής Βαϊμάρης, της κρίσης και της επιστράτευσης του ναζισμού, ο Βαγγέλης Κτιστάκης στρατεύθηκε στο κομμουνιστικό κίνημα. Παράλληλα με τις σπουδές του μελέτησε βαθιά τη μαρξιστική θεωρία. Είδε από κοντά και αγωνίστηκε ενάντια στην άνοδο του ναζισμού προσδιορίζοντας τις πηγές που τον τροφοδοτούν και εκείνους που του αναθέτουν κεντρικό ρόλο στην πολιτική και στην ιστορία. Ο αγώνας ενάντια στον ναζισμό έγινε έκτοτε στοιχείο της ζωής, της δράσης του, των αγώνων του – στο τέλος της θυσίας και του τραγικού του θανάτου.

Ο Βαγγέλης Κτιστάκης ήταν διανοούμενος – μέσα από την επιστημονική γνώση ανέλυε τον κόσμο και τοποθετούσε τον εαυτό του σε αυτόν. Ήταν κομμουνιστής διανοούμενος: δεν είναι με τίποτα το ίδιο. Δεν πρόκειται για την αφηρημένη, μεταφυσική πνευματική αναζήτηση που στοχεύει στην παραμορφωτική διάθλαση της πραγματικότητας. Δεν πρόκειται για την λατρεία του φαινομενικού, για το σαιξπηρικό «μιλάς, μιλάς, μιλάς, χωρίς τίποτα να λες», δεν πρόκειται για τον «αυνανισμό του λόγου» τον τόσο προσφιλή στην δεξιά, κεντρώα ή αριστερίστικη σοσιαλδημοκρατική διανόηση και σήμερα. Ο κομμουνιστής διανοούμενος μελετά τον κόσμο, τις κοινωνίες των ανθρώπων, την ιστορία τους με ένα και μόνο σκοπό: να τον αλλάξει αυτόν τον κόσμο τον άδικο, να τον νικήσει και στη θέση του να εγκαταστήσει ένα καθεστώς όπου δεν θα έχει θέση η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο. Οργανικός διανοούμενος της εργατικής τάξης, αυτό θέλησε να γίνει, αυτό έγινε ο Βαγγέλης Κτιστάκης.

Συνδύαζε τη βαθιά μαρξιστική του παιδεία και την καλή, στερεή επιστημονική του κατάρτιση με την ικανότητα της επεξεργασίας και ανάλυσης των θεωρητικών προβλημάτων που αναδείχνονται από την καθημερινή πρακτική πάλη και την δυνατότητα εξεύρεσης σωστών λύσεων για αυτά. Με άλλα λόγια, πιο απλά, συνδύαζε με μοναδικό τρόπο την θεωρία με την πρακτική δράση.

Στα 1930, υποστήριξε την διδακτορική του διατριβή στο Πανεπιστήμιο Friedrich Wilhelm (Friedrich-Wilhelms-Universität) προκειμένου να αποκτήσει τον τίτλο του διδάκτορος. Η διδακτορική του διατριβή, που είχε ως τίτλο «Η Ευθύνη των Εφοπλιστών: Συγκριτική μελέτη υπό τη σκοπιά των ιστορικών πηγών» (Die Reederhaftung : Diss), υποστηρίχθηκε με επιτυχία μπροστά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου και ο Κτιστάκης, στις 20 Δεκεμβρίου του 1930 αναγορεύθηκε διδάκτορας.

Τον επόμενο χρόνο, το 1931, ο Βαγγέλης Κτιστάκης επέστρεψε στην Ελλάδα και στην γενέτειρα πόλη του, τα Χανιά. Μια διαφορετική και ταυτόχρονα παρόμοια κατάσταση συνάντησε εδώ. Και η Ελλάδα βγήκε ρημαγμένη από τον προηγούμενο πόλεμο με τρόπο διαφορετικό ίσως από την Γερμανία. Ο μεγαλοϊδεατισμός του ελληνικού καπιταλισμού έσπρωξε τη χώρα σε καταστροφικό πόλεμο και τελικά την οδήγησε στην τρομερή καταστροφή του 1922. Καταστροφή που αποτιμήθηκε σε αίμα, σε πόρους που σπαταλήθηκαν στο βωμό χιμαιρικών ιδεών, σε ξεριζωμό ανθρώπων, στην αποκοπή του ελληνισμού από χώρους όπου για αιώνες είχε ενεργό παρουσία. Η φτώχεια και η συνακόλουθη σκληρή ταξική εκμετάλλευση του ανθρώπινου μόχθου ήταν τα συνακόλουθα της καταστροφής. Και στα 1931 έφθανε και στη μικρή αυτή χώρα η μεγάλη καπιταλιστική κρίση. Κυβερνούσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος τότε, ένας άλλος Χανιώτης. Το πρώτο μέτρο που πήρε όταν διαισθάνθηκε το αδιέξοδο και την κρίση ήταν η εκστρατεία ενάντια στον κομμουνισμό που επισφραγίστηκε με το γνωστό Ιδιώνυμο!.

Υπήρχαν πολλά να γίνουν. Η εργατική τάξη, οι πρόσφυγες, οι παλαιοί πολεμιστές, οι αγρότες αγωνίζονταν, ο καθένας με τις δυνατότητες και τις αντοχές του χωρίς όμως το κομμουνιστικό κίνημα να έχει κατορθώσει να συναρθρώσει όλα τα επιμέρους σε ένα κεντρικό πολιτικό σχέδιο. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας ταλαντευόταν μέσα σε αυτές τις συνθήκες και αναζητούσε στέρεα πατήματα σε αυτό το ρευστό κοινωνικό σκηνικό στο οποίο περίσσευε η ένταση, απουσίαζαν όμως σχεδόν όλα τα υπόλοιπα πολιτικά εργαλεία. Από τις γενικές αρχές και διακηρύξεις ως την διαμόρφωση πολιτικής η απόσταση φαινόταν μακρινή. Χρειάστηκε η βοήθεια της Κομμουνιστικής Διεθνούς – όπως και σε όλα σχεδόν τα άλλα κόμματα – για να αποκτήσει το κομμουνιστικό κίνημα ενιαία χαρακτηριστικά και στόχους.

Ο Βαγγέλης Κτιστάκης, εντάχθηκε στις γραμμές της Κομμουνιστικής Οργάνωσης των Χανίων, μια οργάνωση που έμελλε να έχει εξαιρετικά πολυκύμαντη ιστορία. Συνάντησε εκεί άλλους αγωνιστές: ας περιοριστούμε στον Γιώργο Τσιτήλο, φοιτητή τότε που μόλις είχε διωχθεί από το Πανεπιστήμιο εξαιτίας της συμμετοχής του σε αγώνες και που έμελλε να βρει τον θάνατο στις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού, στην Κρήτη. Στον Πάνο Κορνάρο, φοιτητή που επίσης είχε διωχθεί, στον Νίκο Μαριακάκη, γεωπόνο, αγωνιστές που, αφού παραδόθηκαν σιδηροδέσμιοι από την βασιλική κυβέρνηση του Τσουδερού στους Γερμανούς κατακτητές, εκτελέστηκαν στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944 με τους Διακόσιους.

Με ισχυρό πυρήνα διανοουμένων και με προσβάσεις σε συνδικαλιστικά στελέχη του εργατικού και αγροτικού, επαγγελματικού χώρου η οργάνωση ανέπτυξε πλούσια δραστηριότητα στην πόλη και στα χωριά των Χανίων. Οι συνδικαλιστικοί, οι ταξικοί αγώνες συνδυάζονταν με πολιτιστικές δραστηριότητες και οι κινητοποιήσεις για τα καθημερινά με γενικότερη διαφώτιση για τα μεγάλα ζητήματα της πολιτικής και της ιδεολογίας. Η οργάνωση λειτουργούσε ως μάχιμο σώμα αλλά και ως σχολείο που προετοίμαζε τους ανθρώπους του μόχθου για τα επερχόμενα. Κινήματα όπως των ακτημόνων ή των εφέδρων πολεμιστών στηρίχθηκαν από την οργάνωση όπως και δραστηριότητες στον χώρο της νεολαίας και των διανοουμένων της πόλης. Προοδευτικά, καθώς σωρεύονταν τα σύννεφα του ναζισμού και του πολέμου στην Ευρώπη και πλησίαζαν και στη χώρα μας, η οργάνωση των Χανίων επένδυσε περισσότερο στην αντιπολεμική και αντιφασιστική δράση. Στα 1936, όταν οι πολιτικές ελίτ της αστικής τάξης εκχώρησαν τη εξουσία τους στη δικτατορία των ανακτόρων και του Ιωάννη Μεταξά, η κομματική οργάνωση των Χανίων βρέθηκε με μηχανισμούς και κύρος που την προστάτευσαν. Στο γεγονός αυτό – στις λαϊκές κινητοποιήσεις – οφείλεται ότι οι αρχές δεν μπόρεσαν να στηρίξουν κατηγορίες άξιες λόγου εναντίον του Κτιστάκη στις πολυάριθμες διώξεις που του ασκήθηκαν, αλλά και το γεγονός ότι ο Βαγγέλης Κτιστάκης ήταν ανάμεσα στα λίγα στελέχη του ΚΚΕ που δεν συνελήφθησαν στη διάρκεια της δικτατορίας.

Η Κομματική Οργάνωση των Χανίων του ΚΚΕ και ο Κτιστάκης προσωπικά – σε συνεργασία με τον Μάρκο Βαφειάδη που ήρθε για το σκοπό αυτό στο νησί από την Αθήνα πήραν ενεργό μέρος στην εκδήλωση ενόπλου κινήματος ενάντια στη δικτατορία τον Ιούλιο του 1938. Η συμβιβαστική αντίληψη των βενιζελικών – φιλελεύθερων ηγετών της κίνησης που ενώ κατέλαβαν ένοπλα την πόλη των Χανίων δεν όπλισαν τον λαό, δεν αφόπλισαν την χωροφυλακή και τον στρατό και δεν περιόρισαν – φυλάκισαν τους παράγοντες του καθεστώτος επικεντρώνοντας την δραστηριότητά τους στην έκκληση προς τον Γεώργιο Β’ να ανατρέψει τη δικτατορία, οδήγησαν στην εύκολη καταστολή του κινήματος από τη δικτατορία. Οι κομμουνιστές, αν και δεν ακολούθησαν την τυχοδιωκτική «επικοινωνιακή» τακτική των αστών κινηματιών, βρέθηκαν ακόμα περισσότερο έκθετοι στο διωγμό και ο Βαγγέλης Κτιστάκης έφυγε για την Αθήνα όπου ανέλαβε με εντολή του ΚΚΕ τις προσπάθειες για συγκρότηση ευρύτερου αντι-δικτατορικού και αντι-πολεμικού μετώπου. Εκεί, στην παρανομία, θα τον βρει ο πόλεμος και η Κατοχή.

Τον Ιούλιο του 1941 κατά την 6η Ολομέλεια, με απόφαση του κόμματος, ο Βαγγέλης Κτιστάκης βρίσκεται εκτός, σε απομόνωση, ως μέλος της «Παλαιάς Κεντρικής Επιτροπής» που στη σύγχυση των πρώτων ημερών του πολέμου είχε προσθέσει πρόσθετη σύγχυση. Τρία χρόνια απομόνωσης στην ξένη Αθήνα και στην παρανομία. Πείνα, εξαθλίωση, απογοήτευση καημός αλλά και βαθιά πίστη. Τον είδαν να περιμένει για το πενιχρό συσσίτιο στις ουρές, φορώντας άθλια ρούχα, αυτός ο πάμπλουτος. Τον είδαν να περιφέρεται άρρωστος και αδυνατισμένος. Ποτέ κανείς δεν τον είδε και δεν τον άκουσε να απαρνιέται το ΚΚΕ και να αμφιβάλει για την προσήλωσή του στις αρχές της επανάστασης, του εργατικού κινήματος και του αγώνα.

Η απομάκρυνση από τις κομματικές οργανώσεις διήρκεσε μέχρι το ’43, σχεδόν τρία χρόνια που τα βίωσε με πικρία αλλά και με αταλάντευτη πίστη στο δίκιο του αγώνα. Όλο αυτό το διάστημα δεν έπαψε ν’ αγωνίζεται σε βαθιά παρανομία μέσα στο πλαίσιο του αντιφασιστικού αγώνα κατά της διπλής κατοχής διαθέτοντας οξύτατο κριτήριο και με πλούσιο απόθεμα τη μαρξιστική – λενινιστική του κατάρτιση. Το 1943, η θέση του στο ΚΚΕ αποκαθίσταται, και συμμετέχει στις θεωρητικές επεξεργασίες της Κεντρικής Επιτροπής για τα οικονομικά ζητήματα. Εργάστηκε στη σύνταξη της Κομμουνιστικής Επιθεώρησης, μαζί με τον αξέχαστο Γιώργο Ζιούτο-Ζωιτόπουλο. Το 1944, ανέλαβε μια νέα δύσκολη αποστολή. Τοποθετήθηκε γραμματέας του κόμματος στην Κρήτη με στόχο την ανάπτυξη των εκεί οργανώσεων και του αγώνα ενάντια στον κατακτητή και στα όργανα της Ελληνικής Πολιτείας.

Επέστρεψε στην γενέθλια πόλη του την άνοιξη του 1944 με πολλαπλές ιδιότητες. Γραμματέας του Γραφείου Περιοχής Χανίων του ΚΚΕ αλλά ταυτόχρονα και αντιπρόσωπος της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης, της ΠΕΕΑ, της κυβέρνησης του βουνού. Πέρα από την οργανωτική ανάπτυξη του κόμματος η αποστολή του περιλάμβανε την εισαγωγή και την εξάπλωση των θεσμών της Λαϊκής Εξουσίας στο νησί. Δεν ήταν εύκολο έργο. Η ισχυρή άρχουσα τάξη του νησιού είχε αναπτύξει εξαιρετικά στενές σχέσεις τόσο με την γερμανική στρατιωτική διοίκηση του νησιού (μέσα από τα μεγάλα στρατιωτικά έργα που οι κατακτητές πραγματοποιούσαν στο νησί), όσο και με τους πανταχού παρόντες βρετανούς πράκτορες που θεωρούσαν το νησί κτήση τους. Οι μηχανισμοί της Ελληνικής Πολιτείας και οι αντίστοιχοι των «εθνικών οργανώσεων» στρέφονταν ενάντια στο λαϊκό αντιστασιακό κίνημα με ιδιαίτερο μίσος. Οι κατακτητές ήταν πάντοτε έτοιμοι για τα πιο σκληρά κτυπήματα –«αντίποινα»- ενάντια στους κατοίκους της Κρήτης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο αγώνας του λαού της Κρήτης θέριευε. Ένα στέλεχος όπως ο Κτιστάκης, πρωτεργάτης του κινήματος σε προγενέστερα χρόνια ήταν φυσικό να αναλάβει και πάλι ηγετική θέση σε αυτόν. Και ήταν φυσικό για τους εχθρούς του λαϊκού κινήματος να αναζητούν την πρώτη ευκαιρία για να τον εξοντώσουν.

Στις 13 Ιουνίου 1944 μια ομάδα Έλληνες Χωροφύλακες και Γερμανούς ασφαλίτες περικύκλωσαν το σπίτι όπου κρυβόταν ο Βαγγέλης Κτιστάκης στην Εβραϊκή συνοικία των Χανίων. Πρόλαβε να καταστρέψει σημειώματα και άλλα ενοχοποιητικά στοιχεία και παρουσίασε στους διώκτες του την πλαστή ταυτότητα που κατείχε. Η τελευταία θα γινόταν ίσως αποδεκτή εάν επικεφαλής του αποσπάσματος της Χωροφυλακής δεν ήταν ο ενωμοτάρχης Τζεϊράνης, ο οποίος για πολλά χρόνια υπηρετούσε στην καταδίωξη των κομμουνιστών. Αυτός τον γνώρισε. Λέγεται ότι κάποιοι από τους Χωροφύλακες που τον συνόδευαν του ζήτησαν να προσποιηθεί πως δεν αναγνωρίζει τον καταζητούμενο Κτιστάκη. Τα Χανιά είναι τόπος μικρός και οι πράξεις των ανθρώπων είναι δύσκολο να μείνουν κρυφές. Ο ενωμοτάρχης φαίνεται πως απάντησε στις παραινέσεις: «Οχτώ χρόνια τον-ε κυνηγώ, κι εδά θα τον αφήσω;». Ο Βαγγέλης Κτιστάκης παραδόθηκε στους Γερμανούς και στάλθηκε στις φυλακές της Αγυιάς για να υποστεί όλα τα μαρτύρια της ναζιστικής «ανάκρισης».

Η φυλάκισή του δεν κράτησε πολύ. Στις 16 Ιουνίου, επιλέχθηκε για εκτέλεση μαζί μ’ ένα Γερμανό και δυο Ιταλούς αντιφασίστες. Στην διάρκεια της μεταφοράς του στον τόπο της εκτέλεσης ζήτησε από τους Γερμανούς στρατιώτες που τον συνόδευαν να επαναστατήσουν ενάντια στο ναζιστικό καθεστώς που οδηγούσε τη χώρα τους στον όλεθρο, στην ήττα και τον γερμανικό λαό στην εξαθλίωση και τη συμφορά. Οι δήμιοι ρίχτηκαν πάνω του και το κατακρεούργησαν με τσεκούρι πριν ακόμα φτάσει στον τόπο της εκτέλεσης.

Η εκτέλεση του Βαγγέλη συγκλόνισε τα Χανιά και οδήγησε στην απόλυτη απομόνωση από τον λαό της Κρήτης εκείνους που συνεργάζονταν με τον κατακτητή και εκείνους που έβρισκαν τρόπους να συνδιαλέγονται μαζί του. Μόλις έγινε γνωστή η δολοφονία του η κομματική οργάνωση των Χανίων έβγαλε μια ανακοίνωση όπου, ανάμεσα σε άλλα, καλούσε σε τιμωρία των προδοτών που τον παρέδωσαν στους ναζί δολοφόνους. Λίγες ημέρες αργότερα ο ενωμοτάρχης Τζεϊράνης βρέθηκε νεκρός….

-.-

Αυτά τα λίγα για τον αγωνιστή Βαγγέλη Κτιστάκη και για την ηρωική θυσία του. Επίκαιρα ετούτα στις δικές μας ημέρες που είδαμε να τιμώνται ως αντιστασιακοί και ήρωες άνθρωποι που, εκείνο τον καιρό, μπαινόβγαιναν στα γραφεία των Γερμανών, που δήθεν καταδικάζονταν σε θάνατο και μετά γλένταγαν με τους δήθεν εχθρούς του στην ταβέρνα στον Βάμο, στον δρόμο για την «ανταλλαγή» τους. Που από την υπηρεσία των Γερμανών περνούσαν απευθείας στην αντίστοιχη των Βρετανών. Που υπηρέτησαν τα συμφέροντα της τάξης τους αποκλειστικά και μόνο περιφρονώντας και την πατρίδα τους και τον αγωνιστή λαό της.

Ο καθένας ορίζει τους ήρωες που τον εκφράζουν…

Ένα χρόνο μετά, στις 16 Ιουνίου του 1945, ο Νίκος Ζαχαριάδης έγραψε στον Ριζοσπάστη:

«Ένα σεμνό παλικάρι. Τόνε γνώρισα σε δύσκολες στιγμές του Κινήματός μας, όταν το Κόμμα μας προσπαθούσε ν’ ανοίξει το δρόμο προς μια μαζική δράση και δημιουργία. Στην προσπάθεια αυτή ο Κτιστάκης πρόσφερε όσα μπορούσε άγνωστος στους πολλούς, χωρίς επίδειξη, με μια θέληση επίμονη και με μια μετριοφροσύνη που ξεχωρίζουν τον πραγματικό αγωνιστή. Μα δίπλα σ’ αυτά ο Βαγγέλης είχε και μυαλό και έβλεπε καθαρά και μακρυά. Και είχε μια πίστη βουνό. Δεν τον τράνταζε τίποτε. Στρατιώτης στο μεγάλο στρατό των αγωνιστών δεν γνώριζε επιφύλαξη και δινότανε ολόκληρος, δίχως κανένα δισταγμό στον αγώνα μας. Αναλάμβανε τομείς στη δουλειά μας που και στα χρόνια ακόμα εκείνα της μισονομιμότητας πριν από το 1936 ήθελαν καρδιά γερή, ψυχραιμία, πραγματικό θάρρος, ωριμότητα. Μα δίπλα στον πραχτικό αγωνιστή ο διανοητής μελετούσε τα βασικά προβλήματα της χώρας και του αγώνα. Ξεχωριστά τον απασχολούσε το αγροτικό μας πρόβλημα, τα οικονομικά και πριν απόλα τα ζητήματα της ιδιαίτερης πατρίδας του που τόσο αγαπούσε. Στην «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» συνεργαζότανε και βοηθούσε σοβαρά.

Έτσι ο Κτιστάκης συνδυάζει αυτά που χρειάζεται ο λαϊκός αγωνιστής. Θεωρία και πράξη. Έβλεπε καθαρά το δρόμο και το σκοπό μα την ίδια στιγμή καταχτούσε με τον αγώνα το δρόμο αυτόν, που τον έφερνε στο σκοπό.

Μα ο Βαγγέλης είχε και κάτι άλλο ακόμα : Ήταν και ένα μεγάλο παιδί, αγνό και με φλογερό ενθουσιασμό που τον έκαιγε μα που δεν ήθελε να τόνε δείχνει. Η παραμικρή επιτυχία μας τόνε συνάρπαζε και τον ενθουσίαζε. Μα και την πιο μεγάλη καταδρομή την τοποθετούσε σωστά, την αντιμετώπιζε ψύχραιμα και αποφασιστικά.

Μα τόνε πήραν η προδοσία και ο χιτλερισμός. Μα δεν τον έσβησαν. Αντίθετα, η θυσία του τον ξεσήκωσε ακόμα πολύ. Και τη στιγμή που οι προδότες δωσίλογοι γυρνάν λεύτεροι και γλεντούν την προδοσία τους, ο Λαός της χώρας μας και ιδιαίτερα οι συμπατριώτες και συναγωνιστές του ………. σήμερα τη σκέψη στον αγωνιστή Κτιστάκη που δίπλα σε όσους άλλους μας έχουν γίνει σύμβολο και παράδειγμα.

Η Κρήτη και τα Χανιά, το ηρωικό νησί και η Δημοκρατική Ακρόπολή του πρόσφεραν μια ακόμα θυσία, πρόσθεσαν ένα ακόμα κρίκο στη μακρυά αλυσίδα των προσφορών για τη Λευτεριά που ξεκίνησε παλεύοντας τον καταχτητή και που την ολοκλήρωσή της θα τήνε βρει στο λεύτερο λαϊκό δημιούργημα της Λαϊκής Δημοκρατίας. Σαν ένα απ’ τα διαμάντια της θάναι και η Ελληνική Κρήτη. Το αγνό της παιδί της Ιδέας, το Βαγγέλη Κτιστάκη δε θα τόνε ξεχάσουμε ποτέ».

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 σχόλιο

  • Akis Ste Ο/Η Akis Ste λέει:

    … όπως νόμιζαν αλλά και συνεχίζουν να νομίζουν μερικοί …

    “Το 1944 ορίζεται γραμματέας του κόμματος στην Κρήτη.
    Τότε είναι που το 14ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ στην Κρήτη γίνεται πραγματικότητα.
    Όταν οι Εγγλέζοι (που δεν ήταν και τόσο “αγαθών προθέσεων” σύμμαχοι όπως νόμιζαν αλλά και συνεχίζουν να νομίζουν μερικοί) πληροφορήθηκαν τον ερχομό του Βαγγέλη στα Χανιά, αποφάσισαν να τον βγάλουν απ’ τη μέση.
    Επειδή γνωρίζουν τις οργανωτικές του ικανότητες, επειδή φοβούνται το λαό κι επειδή δεν θέλουν ο αγώνας να πάρει διαστάσεις πέρα από τα όρια που οι ίδιοι βάζουν, τον καταδίδουν στους Γερμανούς”

    – Να, από δω περάσανε αιμόφυρτο τον Βαγγέλη…
    – Ποιoς ήταν αυτός κυρία Μαρία;
    – Αυτός παιδί μου, ήταν ο Ρήγας Φεραίος της Κρητικής Αντίστασης!!!

    χανιώτικα νέα 19/06/2014 http://www.haniotika-nea.gr/o-rigas-fereos-tis-kritikis-antistasis/

Κάντε ένα σχόλιο: