Μια νύχτα που άλλαξε τις ζωές μας

Ο Θάνος Μικρούτσικος στην Κατιούσα, για πρώτη φορά μετά από 44 χρόνια για τη βραδιά του Πολυτεχνείου

Ο Θάνος Μικρούτσικος στην Κατιούσα, για πρώτη φορά μετά από 44 χρόνια για τη βραδιά του Πολυτεχνείου.

«Ντύσου γρήγορα» είπε ο Γιώργος στον γιο του τον Γιάννη. Αυτός 11 χρονών δεν κατάλαβε γιατί ο πατέρας του τον ξύπνησε στις 12 τη νύχτα. Σηκώθηκε, ντύθηκε, έριξε λίγο νερό στα μούτρα του και κατέβηκε από τις σκάλες της πολυκατοικίας στην οδό Μελετίου. Έκανε κρύο, έπιασε τον πατέρα του από το χέρι, κατέβηκαν γρήγορα και έστριψαν αριστερά στην Πατησίων.

Ο Γιάννης είδε κι άλλους πολλούς να περπατάνε γρήγορα. Τι τους έπιασε όλους αυτούς βραδιάτικα, σκέφτηκε. «Σαν κάτι μυστήριο να συμβαίνει» αναρωτήθηκε. Φτάσανε γρήγορα στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Πλήθος πολύ συγκεντρωνόταν.

«Μπαμπά πού πάμε;» ρώτησε.

Ο πατέρας του, του έσφιξε το χέρι και του είπε: «Περπάτα και μην μιλάς».

Φτάσανε λίγο πριν το Μουσείο. Σταμάτησαν. Μπροστά τους καπνοί και ο δρόμος κλειστός. Αστυνομικά αυτοκίνητα και πολλοί αστυνομικοί με όπλα. Θόρυβος μεγάλος και κάτι σαν πυροβολισμοί. Ο μικρός Γιάννης φοβήθηκε αλλά δεν έκλαψε. Μόνο που δεν ήθελε να βλέπει. Προσπάθησε να κρύψει με τα χέρια του, τα μάτια του. Ο μπαμπάς του έσκυψε, του τράβηξε τρυφερά τα χέρια και του είπε: «Φουίκο μου –έτσι τον έλεγε από τότε που γεννήθηκε- τα μάτια σου πιο ανοιχτά από ποτέ. Βλέπεις κάτι μεγάλο. Σ΄ έφερα εδώ για να το δεις, να το ζήσεις κι ας είσαι μικρός. Πρέπει να το δεις και να το θυμάσαι σε όλη σου τη ζωή.

Ήταν Παρασκευή νύχτα προς Σάββατο λίγο πριν μπει το τανκ. Ήταν η 17η του Νοέμβρη του 1973.

Μπήκαμε την Τετάρτη. Όχι περισσότεροι από 200. Όλοι νέοι κυρίως φοιτητές. Είχαμε φασιστική δικτατορία 7 και πλέον χρόνια. Αρχίσαμε ώρα με την ώρα να γινόμαστε περισσότεροι. Μέσα και έξω από το Πολυτεχνείο. Δίναμε αυτοσχέδιες προκηρύξεις, σταματάγαμε λεωφορεία και τρόλεϊ. Ο κόσμος στην αρχή μουδιασμένος. Τι κάνουν οι τρελοί; Δεν φοβούνται;

Την Πέμπτη το πρωί άρχισαν να αλλάζουν τα πράγματα. Όλο και περισσότεροι μέσα και έξω. Φτιάξαμε ραδιοφωνικό σταθμό που επιτέλους έσπαγε τη σιωπή των 7 χρόνων. «Κάτω η Χούντα», «Θάνατος στον Παπαδόπουλο», «Ψωμί, παιδεία, ελευθερία», «Έξω οι Αμερικάνοι». Το βράδυ της Πέμπτης είμαστε μέσα περίπου 2.000 φοιτητές και νέοι και έξω χιλιάδες Αθηναίες και Αθηναίοι που μας έδιναν κουράγιο και έπαιρναν κουράγιο από εμάς.

Την Παρασκευή το πρωί η έκπληξη. Εργάτες οικοδόμοι και εργαζόμενοι της Coca Cola με πανό ενώθηκαν μαζί μας. Η Αστυνομία δεν πλησίαζε πια. Είχαμε εκεί γύρω από το Πολυτεχνείο, την ελεύθερη Αθήνα μας. Προς το μεσημέρι η απόλυτη συγκίνηση… Η Πατησίων γέμισε μαθητές. Όπως μάθαμε μαθητές από 100 σχολεία της πρωτεύουσας. Ο κόσμος πια είχε ξεπεράσει τις 150.000.

Οι πιο ψύχραιμοι και οι έμπειροι από εμάς –ήμουν τότε 26 χρονών- κατάλαβαν ότι η φασιστική Χούντα θα χτυπούσε, αλλιώς θα κατέρρεε. Μέσα στο Πολυτεχνείο χαμός.

Το ελεύθερο ραδιόφωνο με εκφωνητές τον Δημήτρη και την Μαρία να μην σταματάει ούτε λεπτό. Όμως κατά τις εφτά το απόγευμα άρχισαν οι πυροβολισμοί. Έπεφταν συνεχώς από την ταράτσα του ξενοδοχείου Ακροπόλ και από την γωνία Μάρνη και Πατησίων. Μπροστά από τα κάγκελα του Πολυτεχνείου οι μαθητές. Όταν έπεφτε κάποιο παιδί χτυπημένο από σφαίρα κάποιο άλλο έπαιρνε τη θέση του. Όλοι εκεί. Όλοι στις επάλξεις. Κανείς δεν έφευγε. Ή τώρα ή ποτέ λέγαμε. Η αξιοπρέπεια μιας χτυπημένης από τον φασισμό χώρας στα χέρια μαθητών και φοιτητών άξιζε πιο πολύ και από τη ζωή τους.

Στην αρχή πιστεύαμε ότι οι σφαίρες ήταν πλαστικές αλλά μετά καταλάβαμε, όταν σηκώναμε νέα παιδιά τραυματισμένα… Και βέβαια 9 το βράδυ ο πρώτος νεκρός.

Στις 11 φτάνει ο στρατός και λίγο πιο μετά κάνει την εμφάνισή του, το πρώτο από τα πέντε τανκς… Αρχίζουμε να τραγουδάμε τον Εθνικό Ύμνο. Χιλιάδες στόματα βροντερά «Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή». Οι εκφωνητές μας σχεδόν να ουρλιάζουν «Είμαστε άοπλοι… Λαέ της Αθήνας, χτυπάνε τα παιδιά σου».

Καθόμουν στα σκαλοπάτια της Αρχιτεκτονικής με την Κοραλία και την Ιωάννα. Δίναμε κουράγιο σε δεκαπεντάχρονους. Και ξαφνικά ακούω ένα μουγκρητό που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Το τανκ να πέφτει με δύναμη και να σμπαραλιάζει τη σιδερένια πύλη. Τα παιδιά με τις σημαίες να πέφτουν από ψηλά από τις κολόνες που είχαν σκαρφαλώσει. Θα μας σκοτώσουν όλους, σκέφτηκα, ακούγοντας ριπές αυτόματων όπλων και μυδραλιοβόλων.

Πίσω μου ένας λοκατζής με αυτόματο. Τρέξαμε προς την πεσμένη πύλη της Στουρνάρα…

Στις 2.30 ο Γιώργος πήρε τον Φουίκο του και έκανε μεταβολή. Μαυροματαίων, Δροσοπούλου και Αγίου Μελετίου 40. Πριν ανοίξει η εξώθυρα πήρε τον γιο του αγκαλιά. «Γιάννη μου αυτά τα παιδιά έσωσαν την τιμή μας. Να το θυμάσαι. Ποτέ τα πράγματα δεν θα είναι πια όπως πριν».

                                             Θάνος Στ. Μικρούτσικος

Αφιερωμένο στον Στέργιο μου για να θυμάται όταν μεγαλώσει ότι η μνήμη όταν επιστρέφει εκδικείται.

                                                      Θ.Μ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: