Μακρόνησος, 29 Φλεβάρη 1948: «Αίσχος! Αίσχος! Αδέρφια, μας σκοτώνουν!…»

«Σήμερα θα μιλήσει ο Χριστός με το πιστόλι…» Η μεγαλύτερη μάζα των εξόριστων δεν είχε αντιληφθεί την ωμή πραγματικότητα…Πέντε νεκροί, πάνω από 50 τραυματίες. Όλοι με πυροβόλα όπλα…Το αίμα έτρεχε αστείρευτο. Βογκούσαν από τους πόνους. Οι επικλήσεις Αχ! μανούλα μου, σου σπάραζαν την καρδιά…

“Μάρτης 1947. Οι πρώτοι φαντάροι εκτοπίζονται στη Μακρόνησο.

Μάρτης 1948. Ο αριθμός των εξόριστων φαντάρων φτάνει τις 30.000. Η εξορία τόσων ανθρώπων δεν αρκεί στην εμφυλιακή κυβέρνηση.

Θέλουν ανθρώπους γονατισμένους και παραδομένους. Βάζουν λοιπόν, σ’ εφαρμογή ένα καλά μελετημένο σχέδιο για να συντρίψουν το δημοκρατικό φρόνημα των φαντάρων. Στις 29 Φλεβάρη και 1 Μάρτη 1948, εξαπολύουν δολοφονική επίθεση από το πολεμικό καράβι 37, ενάντια στον άοπλους φαντάρους του Α Τάγματος. Ταυτόχρονα οι αλφαμίτες πυροβολούν από τους λόφους.”

45 χρόνια αργότερα ο Φίλιππος Γελαδόπουλος, ανασυνθέτει το τραγικό διήμερο. Αφού μίλησε και συνεργάστηκε με εκατοντάδες μάρτυρες, παρουσιάζει τα στοιχεία, που διασταύρωσε, στο βιβλίο του «Μακρόμησος, Η μεγάλη σφαγή του 1948» (εκδ. Αλφειός). Για πρώτη φορά αποκαλύπτεται η έκταση της σφαγής και τεκμηριώνεται ο αριθμός των νεκρών.

Ακολουθούν αποσπάσματα από το βιβλίο:

Κυριακή 29 Φλεβάρη 1948
Αντί για εκκλησιασμό, οι πρώτες σφαίρες, οι πρώτοι νεκροί

«… Φεύγω. Προσέχετε καλά, γιατί γρήγορα, οι χαράδρες αυτές θα βαφούν με αίμα και ο τόπος αυτός θα γίνει τόπος μαρτυρίου».
(Κώστας Κωνσταντόπουλος, Συνταγματάρχης – Διοικητής Α’ Τάγματος Σκαπανέων)

Γράφει: ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

Μακρονήσι 1948. Κυριακή 29 Φλεβάρη – η δίσεχτη μέρα του χρόνου, και Δευτέρα 1η του Μάρτη. Οι δυο μέρες της άγριας σφαγής των αλυσοδεμένων φαντάρων του Μακρονησιού επειδή ήθελαν ακόμα κι απάνω στο βράχο του μαρτυρίου και καθηλωμένοι να μείνουν ελεύθεροι πολιορκημένοι. Η μνήμη, που χαράζεται με το αίμα και τη φωτιά μένει πυρακτωμένη όσο βαστάει η ζωή. Και φεγγοβολάει ανέσπερη.

Γράφει: ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Η ανάλυση του Ευαγγελίου

Ο καιρός ήτανε γκρίζος, τσουχτερός και κατά διαστήματα βροχερός. Η θάλασσα φουρτουνιασμένη και να μουγκρίζει. Ο Διοικητής του Τάγματος Βασιλόπουλος έλειπε – είχε φύγει από την προηγούμενη μέρα για τη ΣΦΑ, δηλαδή στη νότια άκρη του Μακρονησιού, που απέχει από το Α’ Τάγμα περίπου τρία χιλιόμετρα. Καμώθηκε πως έπρεπε τάχατες να παραδώσει τη διοίκηση, που καθυστερούσε δέκα μέρες τώρα… Το ίδιο απουσίαζε για άγνωστους λόγους και ο υποδιοικητής υπολοχαγός Σαλωνίτης. Έτσι καθήκοντα αναπληρωτή διοικητή του Α’ Τάγματος, έκανε ο επιτελής της ημέρας ανθυπολοχαγός Κώστας Μπέσκος.

Το πρωινό είχε προχωρήσει. Είχε γίνει το πρώτο προσκλητήριο, μετά η αναφορά, η έπαρση της σημαίας, και είμασταν ελεύθεροι. Άλλωστε ήτανε και Κυριακή αργία… Όσοι ήτανε για τις αγγαρείες του Τάγματος ήτανε πηγαιμένοι. Εμείς οι άλλοι όλο και κλωθογυρίζαμε στη σκηνή μας και την εμπαλώναμε. Αυτά τα μερεμέτια της σκηνής ήτανε πάντα στο ημερήσιο πρόγραμμα. Οι βροχές και οι βοριάδες δεν αστειεύονταν… Χειμώνα είχαμε… Θα κόντευε η ώρα δέκα, όταν η σάλπιγγα, σήμανε ξανά προσκλητήριο. Είχε οριστεί για πρώτη φορά ειδική ομιλία, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ όπως μας είπαν.

Αυτό ήτανε ένα νέο εφεύρημα της Διοίκησης, έτσι για να μην περισσεύει στους φαντάρους, ούτε ένα λεπτό ξεκούρασης. Για να του κάνουν τη ζωή πιο δύσκολη και πιο τυραννική.

Γράφει: ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

Πρωινή αναφορά πήρε ο υπασπιστής του τάγματος υπολοχαγός Καστρίτσης. Αμέσως μετά την αναφορά διέταξε το τάγμα να κατευθυνθεί συντεταγμένο προς το αμφιθέατρο. Ανάμεσα μας τριγύριζε ο ανθυπολοχαγάς Καρδαράς που έλεγε: σήμερα θα μιλήσει ο Χριστός με το πιστόλι. Όλοι βάλαμε τα γέλια γιατί όλοι ξέραμε πως ο άνθρωπος αυτός είχε κάποια σημάδια παρανόησης. Επειδή όμως ήταν Κυριακή δεν αποκλείσαμε να ήρθε κάποιος παπάς από το Λαύριο ή την Αθήνα, για λειτουργία και κήρυγμα, όπως είπε και κάποια άλλη φορά.

Γράφει: ΤΑΣΟΣ ΧΑΤΖΙΔΗΣ

Στην αρχή ξεκίνησε ο 7 λόχος, μετά ο 6 λόχος και ούτω καθεξής. Στο χώρο λοιπόν του θεάτρου μας πήγαιναν με σκοπό να παρακολουθήσουμε την ανάλυση του ευαγγελίου, που για πρώτη φορά συνέβαινε αυτό.

Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΟΥΠΑΓΙΑΤΖΗΣ θυμάται

Καθώς ανεβαίναμε, από μια σκηνή της Α.Μ. πετάχτηκε ο ανθυπολοχαγός Καστρίτσης με τέσσερες ροπαλοφόρους αλφαμίτες, όρμησε μέσα στις τριάδες μας κι εντελώς αναίτια προσπάθησε, χτυπώντας ν’ αρπάξει το στρατιώτη Γιώργο Ραφαηλίδη. Να τον τραβολογούν ντε και καλά να τον πάρουν μαζί τους. Εμείς καλύψαμε το Θεσσαλονικιό Γιώργο Ραφαηλίδη κι αρχίσαμε να φωνάζουμε αίσχος, αίσχος

Γράφει: ΠΩΡΓΟΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ

Ξαφνικά και στα καλά καθούμενα ο υπολοχαγός Καστρίτσης και κάτι αλφαμίτες όρμησαν μέσα στη διμοιρία για να με αρπάξουν. Αλλά οι συνάδελφοί μου με προστάτεψαν. Έτσι, Καστρίτσης και αλφαμίτες αποχώρησαν ντροπιασμένοι.

Γράφει: ΤΑΣΟΣ ΝΗΦΑΚΟΣ

Οι αλφαμίτες είχαν εισβάλει στον καταυλισμό. Με τις φωνές, τις σφυρίχτρες, τις βλαστήμιες και τις ζωστήρες να χτυπάνε, η ανθρωποθάλασσα άρχισε να κινείται. Τραβούσαμε όλοι ανίδεοι για την πλαγιά του θεάτρου.

Θυμάται: ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

Οι αλφαμίτες ήταν φρενιασμένοι, είχανε ορμήσει σε μια σκηνή, πάνω σ’ ένα άρρωστο φανταράκι, που κείνες τις μέρες είχε έρθει από την Καρδίτσα και λεγόταν Βαγγέλης Ανυφαντής. Ήταν άρρωστος κι ελεύθερος ιατρού. Οι αλφαμίτες ντε και καλά να σύρουν και τον άρρωστο Βαγγέλη Ανυφαντή, στον εκκλησιασμό, που θα γινόταν στο θέατρο. Ο άρρωστος αρνούνταν να βγει, επειδή ήταν άρρωστος και επειδή από το γιατρό ήταν ελεύθερος υπηρεσίας. Και γι’ αυτό οι άρρωστοι απαλλάσσονταν από το να πηγαίνουν στα προσκλητήρια, στις αγγαρείες, μα ούτε και να κατεβαίνουν με τις καραβάνες τους για συσσίτιο. Ήταν δε υποχρεωμένοι να μένουν ξαπλωμένοι στη σκηνή, όλο το εικοσιτετράωρο. Άλλωστε η διαταγή το έλεγε καθαρά.(…)

Οι αλφαμίτες βαρούσαν με τα ρόπαλα τον Βαγγέλη Ανυφαντή και τον τραβολογούσαν. Ο άρρωστος γαντζωμένος στα στρωσίδια του αντιστέκονταν. Οι αλφαμίτες βρίζαν και ξεχαρβάλωσαν τη σκηνή, τον σέρναν και τον βαρούσαν. Τότες ο Βαγγέλης Ανυφαντής άρχισε να φωνάζει αίσχος, αίσχος. Τότες πολλοί φαντάροι, που ανέβαιναν για το θέατρο κι έβλεπαν το τι κάνουν οι αλφαμίτες, άρχισαν κι αυτοί να φωνάζουν αίσχος αίσχος. Μα οι αλφαμίτες, σωστά θεριά οδήγησαν τον Βαγγέλη Ανυφαντή, όχι στο θέατρο για εκκλησιασμό αλλά στο πειθαρχείο για να τον τιμωρήσουν. Έτσι το πράγμα πήρε τέλος.

Θυμάται: ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΨΑΝΟΣ

Οι αλφαμίτες σκυλιά κυριολεκτικά τον τραβολογούσαν και τσάκιζαν με τα ραβδιά τους τους φαντάρους ελεύθερους ιατρού και καλά να παρακολουθήσουν τον εκκλησιασμό που θα γίνονταν στο χώρο του θεάτρου, ήταν τα φόβητρα αλφαμίτες Ζαμπέτρος Νικόλαος, Κώστας Τσιμπούκης (Πλάκας) και ο Ν. Λιάπης.

Γράφει: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΥΜΠΕΡΗΣ

Η φάλαγγα είχε αρχίσει ν’ ανεβαίνει προς το θέατρο, ξαφνικά η αστυνομία μονάδας αρπάζει από το πλήθος το Βαγγέλη Ανυφαντή και τον σέρνει βίαια. Η φορτισμένη ατμόσφαιρα η έξαψη, έδωσε σ’ αυτό, για άλλες στιγμές απλό επεισόδιο – φοβερές διαστάσεις. Συνειδητοποιήθηκε σε ελάχιστο χρόνο, πως ήταν η αρχή του τέλους.

Γράφει: ΝΙΚΟΣ ΜΠΛΕΤΑΣ Πανεπιστημιακός Καθηγητής

Φτάσαμε και ξαπλώσαμε στην πλαγιά. Ήμουνα σχεδόν μπροστά μπροστά. Δίπλα, μπρος, πίσω φίλοι και παρέα.

Ήρθε ο παπάς κι’ ετοιμαζόταν ν’ αρχίσει την ομιλία, όταν ξαφνικά κι απρόσμενα ακούστηκαν άγριες, έξαλλες φωνές κι ανεξήγητη φασαρία. Σηκωθήκαμε όρθιοι για να δούμε πιο εύκολα τι συνέβαινε: Μια ομάδα Αλφαμίτες, δηλαδή άντρες της Αστυνομίας Μονάδας (ΕςΕς τους φωνάζαμε τότε) είχαν ριχτεί με τα ρόπαλα πάνω σε ανύποπτους στρατιώτες (σκαπανείς ήταν η ονομασία μας) και τους στουμπάνιζαν λυσσασμένα. Μερικούς τους είχαν ξεκόψει και τους τραβούσαν προς το Λόχο Ασφαλείας για… τα περαιτέρω.

Οι Αλφαμίτες ούρλιαζαν, χτυπούσαν αδιάκριτα, απειλούσαν θεούς και δαίμονες. Αναβρασμός επικρατούσε ανάμεσα στους κρατούμενους στρατιώτες κι ήταν φανερή η αποδοκιμασία. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει, γιατί οι φρουροί του στρατοπέδου φερνόντουσαν μ’ αυτό τον τρόπο. Αργότερα, όταν τα γεγονότα πήραν συγκεκριμένη μορφή, υλοποιήθηκαν οι προθέσεις, βγήκαν πια τα αναγκαία συμπεράσματα, φάνηκε καθαρά ότι επρόκειται για ξετσίπωτη προβοκάτσια: προσπαθούσαν, μ’ άλλα λόγια, να αιτιοποιήσουν, να δημιουργήσουν κατάλληλο κλίμα, να βρουν αφορμή να επέμβουν δυναμικά, δηλαδή να χτυπήσουν στο ψαχνό. Όπως κι έγινε.

Αποσύρθηκαν οι Αλφαμίτες, με όσους φαντάρους μπόρεσαν και τράβηξαν μαζί τους. Αμέσως, σαν από σύνθημα, άρχισαν να χτυπάνε τα πολυβόλα, από το Λόχο Διοίκησης που βρισκόταν στο λόφο, πάνω στη μάζα χωρίς διάκριση. Στην αρχή δε μπορέσαμε να συνειδητοποιήσουμε τι ακριβώς τρέχει. Είδαμε τον παπά να πέφτει μπρούμυτα για να φυλαχτεί από τις ριπές και τότε εννοήσαμε – και πάλι αόριστα – ότι κάτι το σοβαρό συμβαίνει. Ακούστηκαν κι οι πρώτες φρικιαστικές φωνές από διάφορα μέρη:

-Μας σκοτώνουν…

-Εδώ… Εδώ…

-Μας δολοφονούν, αδέρφια…

Έπεσαν οι πρώτοι νεκροί. Τραυματίες, σπαρμένοι τριγύρω, βογκούσαν, φώναζαν έκλαιγαν. Έτσι άρχισε η τραγωδία…

Γράφει: ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Η μισή δύναμη απ’ το δικά μου λόχο, τον τρίτο λόχο, είχαμε φτάσει και καθήσει. Μάλιστα ο συνάδελφος Τσιγαρίδας μου πρόσφερε τσιγάρο. Είχα τραβήξει κάνα δυο ρουφηξιές, όταν άθελά μου το μάτι καρφώθηκε στο μαντρότοιχο απάνω απ’ τη σκηνή του θεάτρου, κι απάνω στο βουναλάκι. Εκεί βρίσκονταν παραταγμένοι αλφαμίτες με πλήρη πολεμική εξάρτηση και δίπλα τους 4 οπλοπολυβόλα, κι ο ανθυπολοχαγός Καρδαράς. Όσο κι αν παραξενευτήκαμε, δε δώσαμε και μεγάλη σημασία. Κουβεντιάζαμε κι όλοι μας είχαμε μια αλεγράδα. Στο μεταξύ οι λόχοι έφταναν – δυο μέχρι κείνη τη στιγμή. Η ώρα θα ήτανε δέκα και μισή όταν από τη μεριά του Διοικητηρίου ακούστηκε μια δυνατή και παρατεταμένη σφυριξιά κι ευθύς αμέσως ο ανθυπολοχαγός Καρδαράς, που ήταν ανεβασμένος στο μαντρότοιχο έδωσε διαταγή ΑΝΟΙΞΑΤΕ ΠΥΡ και τα πολυβόλα άρχισαν ριπές… Σαστίσαμε. Κι ευθύς πέσαμε μπρούμυτα καταγής. Τα οπλοπολυβόλα χτυπούσαν ακατάπαυστα. Τραγικές στιγμές…Αργότερα μάθαμε πως αυτός, που σφύριξε ήταν ο ανθυπολοχαγός Χρήστος Σαλβαράς. Και το σφύριγμα ήταν το σύνθημα για το πυρ για ναρχίσει το μακέλεμα των φαντάρων.

Γράφει: ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

Ξαφνικά όμως κι ενώ το τάγμα όδευε ακόμα προς το αμφιθέατρο και οι πρώτοι λόχοι είχανε καθίσει στο χώμα, ριπές από αυτόματα άρχισαν να χτυπούν από το ύψωμα, που κρατούσε ο λόχος διοικήσεως. Μερικοί φαντάροι δίπλα μου πέφτουν αιμόφυρτοι. Να λοιπόν που ο Χριστός είχε αρχίσει να μιλάει με το πιστόλι. Ο Καρδαράς αυτή τη φορά ήξερε τι έλεγε. Εμείς δεν ξέραμε. Από κείνη τη στιγμή το σχέδιο σφαγής έμπαινε απρόκλητο σ’ εφαρμογή.

Γράφει: ΖΗΚΟΣ ΝΤΙΝΟΣ

Γυρίσαμε κατά κει το βλέμμα, όχι χωρίς ανησυχία, αφού το κλίμα, ήταν από εβδομάδες βαρύ. Αλλά σε κανενός δεν είχε φτάσει ο νους ότι οι σφαίρες έπεφταν κατά πάνω μας στο σωρό. Κάποιος φώναξε: Ψυχραιμία παιδιά!! Εκφοβισμός είναι.

Αλλά ευθύς μας προσγείωσαν τα βογγητά ωχ… ωχ… Ευθύς συνειδητοποιήσαμε την πραγματικότητα, και βάλαμε τις φωνές. Αίσχος! Αίσχος! Μας σκοτώνουν.

Η ομαδική διαμαρτυρία αίσχος, αίσχος, αίσχος, μας δολοφονούν βγαλμένη από πέντε χιλιάδες στόματα, αντιβούιζε μάταια στις άξενες πλαγιές του ξερονησιού και χανόταν στο πέλαγος με δραματικότητα που ξεπερνούσε θαρρείς και τους αρχαίους τραγικούς – μια μυριόστομη οργισμένη κραυγή στα πέρατα.

Γράφει: ΠΩΡΓΟΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ

Δίπλα μου ο παλιός μου φίλος ο Βέργος ο Σιβρής. Κουβέντιαζε, είχαμε κέφι, χαρούμενος μου έλεγε πως την προηγούμενη μέρα, του δόθηκε για λόγους υγείας απαλλαγή Στρατού, δείχνοντας και το απολυτήριό του. Αλλά λόγω μεγάλης τρικυμίας, δεν έφυγε, περιμένοντας τώρα ώρα την ώρα να καλμάρει η θάλασσα για να σαλπάρει καΐκι. Ο Βέργος Σιβρής πλημμυρισμένος από χαρά, μου μιλούσε για τη στιγμή που θ’ αγκάλιαζε τα παιδιά του, κι αράδιαζε χίλια όνειρα για τη ζωή. Είχαμε πια φτάσει στο θέατρο. Ξαφνικά ακούσαμε ριπές αυτομάτων, και την ίδια στιγμή βλέπω το Βέργο Σιβρή να κυλιέται κάτου, βγάζοντας ένα πνιχτό ΩΧ!

Σαν τρελός σκύβω και τον αγκαλιάζω. Είχε δεχτεί μια σφαίρα στα μυαλά, κι έτρεχε το αίμα. Ήτανε πια νεκρός. Και το βλέμμα του έμενε συγκλονισμένο, σα να ρωτούσε – γιατί μας σκοτώνετε;

Αφηγείται: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΦΕΤΖΗΣ

Κάθισα στο χώμα και σιγοκουβέντιαζα με συναδέλφους. Ξαφνικά έπεσαν απανωτές ριπές από αυτόματα όπλα. Έγινε πανικός. Σε μια στιγμή ένιωσα ένα κάρβουνο αναμμένο να καίει το στόμα μου και στ’ αυτί μου, έπεσα κάτω, έπεσα σε αφασία.

Αφηγείται: ΚΩΣΤΑΣ ΤΖΟΥΓΑΝΑΤΟΣ

Με τάξη και κατά τριάδες φτάσαμε στο θέατρο (Χαράδρα). Ετοιμάζαμε να βολευτούμε εις τα χώματα. Κάτσαμε, δίπλα μου ο Παναγιώτης Τουλιάτος, ο Γεράσιμος Λογαράς, κι ο Νίκος Φωκάς. Ξαφνικά βλέπω εκεί στο ύψωμα το βασανιστή Ρενιέρη κι άλλους με τ’ αυτόματα κατά εμάς και να χτυπάνε. Λέω ρε παιδιά μας χτυπάνε ενώ τα βλήματα έπεφταν βροχή κατά εμάς. Έγινε κακό μεγάλο, κραυγές πεθαίνω αδέλφια, με φάγανε φόβος, τρομάρα, που δεν μπορώ να το ξεχάσω από τότε. Με μιάς όλο το Α’ Τάγμα σηκώθηκε όρθιο κι άρχισε να ψάλλει τον Εθνικό Ύμνο. Βλέπω δίπλα μου να πέφτει βαρεμένος ο συνάδελφος Παναγιώτης Καφετζής*. Μεμιάς σκύβω, τον φορτώθηκα και τον κατέβασα στο Αναρρωτήριο. Στο κουβάλημα με βοήθησε και ο συνάδελφος Γιώργος Αρβανίτης.

(*Μια σφαίρα του ’κοψε τόνα δάκτυλο του δεξιού χεριού, μετά τρύπωσε στο στόμα και του ‘κόψε τα χείλια και βγήκε στο αριστερό αυτί. Είναι κουφός από τότε. Με βεβαίωση, που πήρε ο Παναγιώτης Καφετζής από το ΓΕΣ με ημερομηνία 7 Φλεβάρη 1990, γράφει: «Τραύμα διαμπερές, αριστερού κροταφοζυγωματικής χώρας. Εισήλθε ο στρατιώτης Παναγιώτης Καφετζής, την 1.3.1948 εις 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών»).

Γράφει: ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΝΙΝΙΑΣ

Ακούσαμε πολυβολισμούς. Δεν φανταζόμασταν ότι θα μας χτυπούσαν εν ψυχρώ και όπως φαίνεται ο ποιο εύκολος στόχος ήμουν εγώ. Κάτι ένιωσα μα δεν κατάλαβα. Ένα μούδιασμα στο πόδι. Αποτέλεσμα να σκοτωθούν γύρω μου 5 άτομα και να τραυματιστούν μαζί με μένα άλλοι δέκα. Οι ριπές πέφταν. Αμέσως όλοι πανικοβλήθηκαν, κατέβηκαν στο απυρόβλητο κι έμεινα μόνος με τους νεκρούς και τους τραυματίες. Επιχείρησα να σηκωθώ και τότε είδα αίματα. Είχα χτυπηθεί μόνο στο αριστερό μου πόδι. Φώναξα κι ήρθαν 2 ψύχραιμα παιδιά. Με σήκωσαν και με πήγαν στο αναρρωτήριο. Εκεί οι γιατροί και μεταξύ αυτών και ο γιατρός φαντάρος Αριστείδης Αρσένης, μου επίδεσαν το τραύμα.

Αφηγείται: ΣΠΥΡΟΣ ΣΠΗΛΙΟΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ένα ωχ μάνα μου, σπάραξε ο διπλανός μου και σωριάστηκε στη γη. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Το πολυβόλο συνεχούσε να κελαϊδάει… Μέσα σε κείνη την κοσμοχαλασιά φορτώθηκα το συνάδελφο και τον κουβάλησα κάτω στο λόχο. Ήτανε πια νεκρός και τονέ λέγανε Θανάση Λάμπρου.

Θυμάται: ΒΑΣΟΣ ΣΑΛΙΑΡΗΣ

Μαζί με τον συγχωριανό μου Νέστωρα Μπέλλο, απ’ το χωριό Βάλτο Χαλκιδικής ανηφορίζαμε αμέριμνοι κουβεντιάζοντας. Άμα φτάσαμε, άξαφνα μπουμπούνισαν πολυβόλα. Σάστισα και μαζί κατάλαβα κάψιμο στο ζερβί μου μπούτι. Κάνω έτσι βλέπω αίματα να κυλάνε. Γίνονταν μεγάλο αναμπουμπουλητό. Ο Νέστωρας με άλλους μαζί με κουβάλησαν στο ιατρείο. Εκεί ο υπολοχαγός γιατρός Λεωνιδάκης μούβαλε επιδέσμους. Ύστερα μαζί με άλλους με κουβάλησαν στο λιμάνι, να μας περάσουν αντίκρι, στο Λαύριο. Μα η θάλασσα μάνιαζε.

Γράφει: Ο ΝΙΚΟΣ ΜΑΝΔΡΑΚΟΣ

Το ντουφεκίδι κράτησε δευτερόλεπτα. Δημιουργήθηκε πανδαιμόνιο. Η μεγαλύτερη μάζα των εξόριστων δεν είχε αντιληφθεί την ωμή πραγματικότητα. Νόμιζε πως οι πυροβολισμοί είχαν στόχο τον αέρα. Δεν σημειώθηκε φυσικά καμιά απολύτως αιτία, ανωμαλία ή αφορμή για να θερίσουν οι σφαίρες τους φιλήσυχους σκαπανείς.

Η μικρότερη μάζα, γύρω στους δυο χιλιάδες άνδρες, που βρέθηκε στην πλαγιά του θεάτρου δέχτηκε τα πυρά. Είδε να σωριάζονται αιμόφυρτα παλικάρια δίπλα της και συνειδητοποίησε από την πρώτη στιγμή πως πρόκειται για δολοφονία.

Έξαλλοι και αναστατωμένοι σηκώθηκαν όρθιοι κι άρχισαν να φωνάζουν Αίσχος… Ντροπή σας… Δολοφόνοι… εγκληματίες… δειλοί… γιατί μας σκοτώνετε…

Μερικοί ενεργώντας αμήχανα σύρθηκαν προς το βάθος της χαράδρας. Οι περισσότεροι όμως αντιμετώπισαν το απαίσιο έγκλημα ψύχραιμα και αποφασιστικά. Στάθηκαν όρθιοι και βλέποντας τους δολοφόνους (περίπου εκατό μέτρα τους χώριζαν) το λόχο ασφαλείας, φώναζαν τις λέξεις που προαναφέραμε. Άλλοι μούντζωναν, αναθεμάτιζαν, και άλλοι άνοιγαν τα χιτώνια τους καλώντας τους δολοφόνους να ρίξουν τις σφαίρες τους, στα γυμνά στήθη τους.

Η μεγάλη όμως αναστάτωση προξενήθηκε ύστερα από λίγο, την προκάλεσε το αίμα. Το οποίο θολώνει το μυαλό του ανθρώπου, τον κακιώνει, τον εξοργίζει, τον δυναμιτίζει. Οι κρατούμενοι, που ήταν στο θέατρο, σχημάτισαν με τις παλάμες τους (αριστερά – δεξιά) φορεία. Τοποθέτησαν ευλαβικά τα θύματα και σιγά – σιγά κατηφόρισαν στο γήπεδο.

Πέντε νεκροί, πάνω από 50 τραυματίες. Όλοι με πυροβόλα όπλα. Από τους τραυματίες καμιά εικοσαριά βαριά. Άλλοι με τραύματα στο θώρακα, στο κεφάλι, στα χέρια, στα πόδια. Το αίμα έτρεχε αστείρευτο. Βογκούσαν από τους πόνους. Οι επικλήσεις Αχ! μανούλα μου, σου σπάραζαν την καρδιά.

Γράφει: ΤΑΣΟΣ ΝΗΦΑΚΟΣ

Εκείνα τα λόγια του Κωνσταντόπουλου: ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΠΡΟΦΤΑΣΕΙ ΝΑ ΔΕΙ ΘΕΑΤΡΟ; Να λοιπόν που τα λόγια του Κωνσταντόπουλου, βγήκαν προφητικά…

Αυτά τα λόγια, κουδούνιζαν ολοένα μέσα στο μυαλό μας… τις στιγμές της τραγωδίας… Και η χαράδρα βάφτηκε μ’ αίμα… πολύ αίμα, αθώο αίμα…

Γράφει: ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΞΕΠΟΥΛΙΑΣ

Χωρίς να ξέρουμε τι συμβαίνει και γιατί ρίχνονταν τόσες ριπές, οι φωνές πλήθαιναν βοήθεια μας σκοτώνουν, μας σκοτώνουν. Μα την ίδια στιγμή είδαμε τους ψυχραιμότερους, νάναι φορτωμένοι με νεκρούς και τραυματίες συναδέλφους μας και να τους μεταφέρουν. Τότε συνειδητοποίησα πως μας δολοφονούσαν μπαμπέσικα. Όλοι μαζί κάναμε κατά κάτω φωνάζοντας αίσχος, αίσχος, μας σκοτώνουν. Καθώς κατεβαίναμε, έτσι αλλοπαρμένοι, σμίξαμε με τους συναδέλφους του 4ου λόχου που ανέβαιναν για το θέατρο. Τους σταματήσαμε. Αυτοί δεν είχαν καταλάβει τίποτα, απ’ το συνταρακτικό χουνέρι που μας έστησαν. Κατεβαίναμε φωνάζοντας αίσχος, αίσχος είστε δολοφόνοι. …Έτσι μηχανικά μέσα σε κείνο τον αναβρασμό ψυχής φτάσαμε στο Διοικητήριο. Μα δεν βρήκαμε κανένα. Μονάχα σ’ ένα ανάχωμα πιο εκεί ήτανε ο ανθυπολοχαγός Καρδαράς και πιστόλιζε. Μια μυριόστομη φωνή ακούστηκε ΑΙΣΧΟΣ, ΑΙΣΧΟΣ γιατί μας σκοτώνετε. Έβλεπες τα φανταράκια να κινούνται σπασμωδικά. Μέσα σε κείνη την ανακατωσούρα, ρίχτηκε το σύνθημα: ένα σώμα να γίνουμε όλοι. Στα μάτια όλων έβλεπες τη μεγάλη έξαψη. Σε κείνες τις ταραγμένες στιγμές που βράζαμε όλοι μας, ποιος μπορούσε να ξέρει τι έπρεπε να κάνει, τι έπρεπε να γίνει. Ποιος μπορούσε ν’ αναλάβει πρωτοβουλία και να δώσει οδηγίες. Δεν ξέραμε, που να πάμε και που να σταθούμε και ποιά έπρεπε νάναι η επόμενη κίνηση μας. Ωστόσο καταφέραμε και μαζέψαμε τους νεκρούς που ήτανε πέντε.

Ήτανε και τραυματίες πάμπολλοι που ζητούσαν απεγνωσμένα βοήθεια. Έτρεξαν βέβαια ευθύς οι δικοί μας φαντάροι γιατροί και φοιτητές ιατρικής και τους περίθαλψαν πρόχειρα και τους μετέφεραν στο Αναρρωτήριο του Τάγματος.

Γράφει: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΥΜΠΕΡΗΣ

Ο ανθρώπινος όγκος δέχτηκε τα πυρά των ενόπλων φυλάκων του. Ίσα καταπάνω τους, στο ψαχνό. Χωρίς την ελάχιστη πιθανότητα να αποτύχουν οι βολές. Στόχος το ανώνυμο πλήθος. Κι έλαχε σε πέντε, ο κλήρος ν’ αφήσουν τη ζωή τους. Φωνή αγωνίας και οργής σηκώθηκε μέχρι τον ουρανό από πέντε χιλιάδες στόματα, σαν σάλπιγγα της Δεύτερης Παρουσίας. Αδέλφια μας σκοτώνουν φώναζαν κι ήταν σαν κραυγή καταδίκης, για το αίμα που άδικα χύθηκε.

Μπροστά στο Διοικητήριο, οι συγκεντρωμένες χιλιάδες των στρατιωτών, ύψωναν τη φωνή τους, φωνή διαμαρτυρίας για την άδικη σφαγή. Άλλοι ζητούσαν να μάθουν γιατί χύθηκε το αίμα. Άλλοι ζητούσαν να μάθουν ποιοι ήσαν αυτοί πούδωσαν τη διαταγή για ν’ αρχίσει η σφαγή. Ο καθένας έλεγε την κουβέντα του κι έκφραζε την αγανάκτησή του.

Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση χάους που τη δημιουργούσε η σύγχυση, η αγωνία και προ παντός η καταλυτική αβεβαιότητα του τι ακριβώς θα επακολουθήσει μας κρατούσε σε αγωνία.

Γράφει: ΝΙΚΟΣ ΜΑΝΔΡΑΚΟΣ

Κουβαριάστηκαν στο γήπεδο 5.000 άνδρες. Η οργή τους είχε φθάσει σε υψηλή τάση. Με μια φωνή όλοι, που συντάραζε συθέμελα τ’ άλλα στρατόπεδα κι έφθασε απέναντι στην Λαυρεωτική: Δολοφόνοι… Αίσχος… Γιατί μας σκοτώνετε αναίτια… Ντροπή… Ελληνικά χέρια, δολοφόνοι Ελλήνων.

Οι Σκαπανείς συνέχιζαν να διαμαρτύρονται. Είχαν ξεπεράσει το φόβο του θανάτου. Ούτε ένας άνδρας δεν τον υπολόγιζε, ας ερχόταν εκείνη τη στιγμή. Η αναίτια δολοφονική επίθεση τους όπλισε με το γεγονός, πως είχαν το δίκιο με το μέρος τους. Κι όταν πνίγει τον Έλληνα το δίκιο, γίνεται τίγρης. Κάποιος φώναξε! Η Σημαία μεσίστια… Σ’ ένδειξη πένθους, για τους νεκρούς μας. Σαν ένας άνθρωπος ξεχύθηκαν κάνα δυο χιλιάδες άνδρες, κι ένας από αυτούς κατέβασε τη σημαία μεσίστια…

Στο λόχο διοίκησης, μαζεμένοι οι αξιωματικοί του Τάγματος, οι Αλφα – Μίτες κι όλο το ένοπλο τμήμα με προτεταμένα τα όπλα τους, παρακολουθούσαν τις διαμαρτυρίες των κρατουμένων. Ένας αξιωματικός, ο ανθυ/χαγός Χρηστός Σαλβαράς υποδιοικητής του λόχου ασφάλειας ο οποίος έδωσε και τη διαταγή πυρ με το πιστόλι στο χέρι, κινιόταν ανάμεσα στα άβουλα όντα της δύναμης του και τους εμψύχωνε το ηθικό. Σίγουρα αξιωματικοί και αλφαμίτες θάταν χεσμένοι από το φόβο τους, κιτρινισμένοι οι δειλοί, μη τυχόν κι έκανε το οργισμένο πλήθος των εξόριστων κατά πάνω τους. Τότες δεν θάμενε ρουθούνι.

Οι κρατούμενοι όμως δεν είχαν τέτοια πρόθεση. Με τις έντονες διαμαρτυρίες τους, έκφραζαν την αγανάκτησή τους, για το απρόσμενο κι αναίτιο μακελειό.

Γράφει: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Θα είχε μεσολαβήσει κοντά κανένα τέταρτο της ώρας, όταν φάνηκε ν’ ανηφορίζει τρέχοντας ο ταγματάρχης Κώστας Καραμπέκιος (ο προηγούμενος Διοικητής που κρίθηκε ανεπαρκής και μετατέθηκε στο Β Τάγμα) βρέθηκε τυχαία στο λιμάνι με σκοπό να πάρει το καΐκι για το Λαύριο. Έφτασε κοντά μας λαχανιασμένος κι αναμαλλιασμένος κι είδε τον Καρδαρά να πρωτοστατεί. Ο Καραμπέκιος ενήργησε αστραπιαία. Με το πιστόλι στο χέρι ζύγωσε στον Καρδαρά και του είπε: Σταμάτα Καρδαρά αυτά, γιατί θα σε σκοτώσω. Μετά ο Καραμπέκιος ανέβηκε σε δυο βαρέλια και με κλάματα μας είπε: Παιδιά μου ησυχάστε. Μετά στράφηκε στους αλφαμίτες τους παραταγμένους: Από αυτή τη στιγμή και μετά, δεν επιτρέπω να ματώσει ρουθούνι. Μην τους βρήκατε άοπλους και τους σκοτώνετε. Εγώ τους πολέμησα στο βάλτο. Αυτοί όταν πολεμούν χλιμιντρίζουν σαν άλογα.

3 κασέτες του Θέμη Μωσαΐδη από τη Θεσσαλονίκη

Εμείς τον Καραμπέκιο τον βλέπαμε σα Σωτήρα μας. Το τι έγινε δε λέγεται, πολλοί συνάδελφοι πέσανε πάνω του λέγοντας μας σκοτώνουν κ. Διοικητά, μας σκοτώνουν. Έκλεγε ο Καραμπέκιος και σκουπίζοντας τα δάκρυα και τρεμουλιαστά μας έλεγε σιγά παιδιά μου, σιγά παιδιά μου, σας ξέρω, σας ξέρω μαζί πολεμούσαμε τους Γερμανούς. Έκλαψε, μας αγκάλιαζε ο Καραμπέκιος και κλαίγαμε όλοι μαζί.

Ο Καραμπέκιος, το τονίζω αυτό, είμαι υποχρεωμένος να το τονίσω αυτό δεν μπορώ να μην το κάνω αυτό, ήταν ένας άνθρωπος που είχε χαρίσει την ψυχή του στους φαντάρους. Στο μεταξύ κουβαλήθηκαν οι 5 νεκροί και τους αποθέσαμε ανάμεσά στον A και Β Λόχο. Βάλαμε και τιμητικούς σκοπούς που εναλλάσονταν κάθε μια ώρα. Από την άλλη ο Καρδαράς, ο Χούλιας ο Μάντζος ο Γκούφας όλοι αυτοί οι βασανιστές έκοβαν βόλτες ολόγυρα απ’ τη σημαία αμήχανοι μα και προκλητικοί, γιατί δεν περίμεναν τέτοια αντίδραση μας.

Κάποια παιδιά κινήθηκαν να τους χτυπήσουν, να τους λυντζά-ρουν, μα κάποια άλλα παιδιά πολύ πιο σόφρονα πετάχτηκαν όχι μη χτυπάτε τα σκουλήκια. Ήρθε στο μεταξύ κι ο υπολοχαγός Μπέσκος που ήταν επιτελής του Τάγματος, αυτός ο ωραίος στο παράστημα άνθρωπος αλλά τόσο βρώμικη κι εγκληματική ψυχή κι απέσυρε όλους τους αλφαμίτες καθώς και τον Καρδαρά.

Κάποιοι φαντάροι κινήθηκαν στον ιστό της σημαίας έκαναν υποστολή και την κατέβασαν μεσίστια. Για ένδειξη μεγάλου πένθους. Βάλαμε και τιμητική φρουρά που εναλλάσσονταν κάθε μισή ώρα.

Σ.Σ. Ο φαντάρος που κατέβασε μεσίστια τη σημαία λεγόταν Παρίδης Ν.

Θυμάται: ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ

Σε μια μοναχική σκηνή εκεί στον πρώτο λόχο και δίπλα στη σκηνή του ανθυπολοχαγού Μπέσκου ακουμπήσαμε τους 5 νεκρούς μας και ανάψαμε καντήλι.

Οι νεκροί ήτανε:

Θωμάς Ζάχος
Βαγγέλης Σακαγιάννης
Θανάσης Λάμπρου
Βασίλης Λαντούρης
Βέργος Σιβρής

Η κατάσταση ήτανε πολύ ανησυχητική. Σ’ αυτό συντελούσαν και οι οπλισμένοι αλφαμίτες που περιφέρονταν ολόγυρα απ’ το Διοικητήριο. Αυτό φόβιζε. Μα ήτανε και το άλλο, ψηλά απ’ τα φυλάκια πέφτανε τουφεκιές. Που και που βέβαια, μα πέφτανε τουφεκιές. Κι οι τουφεκιές προμηνούσαν χειροτέρευση. Εμείς απ’ τη μεριά μας φωνάζαμε με αυτοσχέδια χωνιά συνάδελφοι αυτοσυγκράτηση, όχι λάδι στη φωτιά.

Όμως η αγανάκτηση των φαντάρων ήτανε τόσο μεγάλη, που ήταν έτοιμοι να κάνουν γιούργια στους αλφαμίτες και να τους κατασπαράξουμε. σ’ αυτό πρωτοστατούσε ο φαντάρος Χρίστος Ρουμελιώτης. Αντίθετα ο στρατιώτης Τάκης Παπανικολάου, ο Νίκος Αμπατιέλος, ο Παρίσης Κατσαρός μαζί μ’ άλλα παιδιά, πολλά, προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τους αγανακτισμένους. Έτσι η πελώρια μάζα των φαντάρων έμενε δεμένη, πειθαρχημένη μέσα στο γήπεδο.(…)

Γράφει ΝΙΚΟΣ ΜΑΝΔΡΑΚΟΣ

Από τη μεριά του Γ’ Τάγματος ερχόταν ένα αυτοκίνητο. Έφερε τον διοικητή Αντώνη Βασιλόπουλο. Στάθμευσε κοντά μας και κατέβηκε. Οι κρατούμενοι με ουρανομήκεις κραυγές τον καλωσόρισαν Αίσχος… Ντροπή… Μας σκότωσαν… να πιαστούν οι δολοφόνοι. Ο διοικητής κάτι έλεγε, αλλά δεν ακουγόταν. Οι φωνές, ο αέρας, η αγωνία, η αδικία, το αίμα, τα παιδιά που χάθηκαν, οι άλλοι που τραυματίστηκαν, όλ’ αυτά δημιούργησαν συνθήκες ανεπανάληπτες.

Ο Βασιλόπουλος έκανε πως ξαφνιάστηκε όταν άκουσε πως έχουμε θύματα. Άλλωστε ήταν γνώστης του σχεδίου, ήταν γνώστης πως θα προξενηθούν νεκροί, και τραυματίες. Δεν ήξερε μόνο πόσοι θα είναι. Είπε λοιπόν πως θα κάνει ανακρίσεις και απεσύρθη σε σύσκεψη με τους επιτελείς του.

Ύστερα, από κάμποση ώρα ο διοικητής έκανε την εμφάνιση του. Τον συνόδευαν τούτη τη φορά, ένοπλοι αξιωματικοί και κουστωδία Αλφαμιτών. Πιάστε τους δολοφόνους μας κ. διοικητά, είναι δίπλα σας, κοντά σας ακούστηκαν να φωνάζουν οι κρατούμενοι. Τελικά αποχώρησαν οι αλφαμίτες κι ήρθαν οι υπόλοιποι κοντά μας.

Θέλω μια επιτροπή από εσάς, να κουβεντιάσουμε είπε ο Βασιλόπουλος. Δεν έχουμε καμιά επιτροπή απάντησαν οι κρατούμενοι και πρόσθεσαν. Είμαστε στρατευμένοι, αυτό απαγορεύεται.. δεν έρχεται κανείς. Και ο Βασιλόπουλος απάντησε: Σας δίνω το λόγο της στρατιωτικής μου τιμής, δεν θα πάθει κανείς τίποτα.

Γράφει ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΠΟΡΙΩΤΗΣ

Αυτά τα λόγια Σας δίνω το λόγο της στρατιωτικής μου τιμής, δεν θα πάθει κανείς τίποτα αυτά τα λόγια προέρχονταν από το πιο αρμόδιο πρόσωπο, από το διοικητή του Α Τάγματος, από τον Βασιλόπουλο, και μάλιστα τα λόγια αυτα – δηλαδή την επίσημη διαβεβαίωσή του, την επανέλαβε τρεις φορές. Έτσι, τα φανταράκια φάνηκαν μπόσικα, και ξεγελάστηκαν. Στα λόγια αυτά που με τόση πειστικότητα διαβεβαίωνε ο διοικητής τους, ο Βασιλόπουλος. Τόχεις για μικρό πράγμα, ένας κοτζάμ διοικητής Τάγματος, να δίνει το Λόγο της Τιμής του. Έτσι τα φανταράκια πίστεψαν στο διοικητή τους, πίστεψαν στο ΛΟΓΟ ΤΙΜΗΣ που έδωσε. Ύστερα απ’ τη διαβεβαίωση αυτή και μάλιστα που τρεις φορές την επανέλαβε ο διοικητής Βασιλόπουλος κινήθηκαν να πάνε 4 κληρωτάκια. Όμως άλλα κληρωτάκια φώναζαν: όχι, όχι, μην πάτε, μην πάτε μας στήνει παγίδα ο διοικητής μας και στη συνέχεια χιλιάδες, φώναζαν να πιαστεί ο Καρδαράς, ο κύριος δολοφόνος, ο Καρδαράς.(…)

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: