Η συγκλονιστική νικηφόρα μάχη στο Κεφαλάρι Κηφισιάς στις 18-19 Δεκέμβρη 1944 – Το Αρχηγείο της βρετανικής Αεροπορίας στα χέρια του ΕΛΑΣ

Το πρώτο εικοσιτετράωρο έμοιαζε… αναγνωριστικό! Πώς να ρίξεις τέτοιους τοίχους, αφού τα πιο βαριά σου όπλα ήταν κάποιοι όλμοι; Η κόπωση μέχρι να ξημερώσει ήταν τέτοια (νηστικοί, όρθιοι κ.λπ.) που αργά τη νύχτα πάλευες ν’ αποφύγεις όχι μόνο τις σφαίρες απ’ τα παράθυρα των ξενοδοχείων αλλά και μια αφόρητη νύστα και… πείνα…

Στις 17 του Δεκέμβρη 1944 ξεκίνησε η προετοιμασία για τη μεγάλη μάχη που δόθηκε στο Κεφαλάρι Κηφισιάς, όπου έδρευε το Αρχηγείο της βρετανικής Αεροπορίας. Μετά από μάχη που κράτησε σχεδόν δυο μέρες, ο ΕΛΑΣ καταλαμβάνει το Αρχηγείο και 500 Βρετανοί οπλίτες και 50 αξιωματικοί (μεταξύ των οποίων και ένας στρατηγός) παραδίνονται αιχμάλωτοί του.

Στην μεγάλης σημασίας αυτή επιχείρηση που στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, πήραν μέρος το μετέπειτα στέλεχος του ΚΚΕ, νεαρός ΕΠΟΝίτης τότε, Κώστας Μαραγκουδάκης και τρία από τα αδέλφια του. Ο Κώστας Μαραγκουδάκης εξιστορεί με γλαφυρό τρόπο όσα συνέβησαν, στο βιβλίο του «80 χρόνια αγώνες, για Λευτεριά – Κοινωνική απελευθέρωση» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Εντός»:

Το Αρχηγείο του ΕΛΑΣ εκτιμώ ότι σ’ εκείνες τις ώρες δυσκολευόταν να πάρει αποφάσεις, καθώς είχε δεσμευτεί ότι ο μόνιμος ΕΛΑΣ δεν θα μπει στην Αθήνα, ενώ οι Βρετανοί παραβίαζαν ασύστολα κάθε συμφωνία. Σ’ αυτές τις συνθήκες, μεγάλη προσβολή κατά του ΕΛΑΣ ήταν ο αφοπλισμός του 2ου Συντάγματος στη Φιλοθέη (που ήδη σημείωσα) και μεγάλη η ανάγκη αποκατάστασης του ονόματος του με μια νίκη.

Έτσι, στα μέσα του Δεκέμβρη, χωρίς θόρυβο, ο ΕΛΑΣ από τη II Μεραρχία (Πάρνηθα) ετοίμασε τη νικηφόρα απάντησή του στους Βρετανούς. Επιλέχτηκε σαν στόχος το αρχηγείο της Βρετανικής Αεροπορίας που στρατωνιζόταν στα ξενοδοχεία Σεσίλ, Πεντελικό, Απέργη στο Κεφαλάρι Κηφισιάς. Οι Βρετανοί αεροπόροι, αφού παίρνανε τον «ύπνο του δικαίου» στα ωραία ξενοδοχεία τα βράδια, πρωί-πρωί οδηγούνταν στα αεροδρόμια, όπου τα αεροπλάνα τους άρχιζαν τα εξακολουθητικά εγκλήματα των βομβαρδισμών κατά του λαού της Αθήνας και του ΕΛΑΣ.

Προφανώς ο ΕΛΑΣ επιδίωξε να μη γνωστοποιηθεί η ανάμιξη του τακτικού -ενεργού ΕΛΑΣ στην επικείμενη μάχη στο Κεφαλάρι Κηφισιάς, που είχε προγραμματιστεί για τις 17/12/1944 βράδυ. Η μάχη έπρεπε να φανεί ότι διεξάγεται από τον Εφεδρικό ΕΛΑΣ Αθήνας και η προετοιμασία ξεκίνησε με πλήρη μυστικότητα.

Γνωρίζω από κοντά όσα επακολούθησαν, γιατί η περιφρουρημένη μυστική έδρα του 5ου Εφεδρικού Συντάγματος του ΕΛΑΣ Βορείων Προαστίων ήταν στο σπίτι μου, Κύπρου 44, στ’ Αλώνια Κηφισιάς.

Έφτασα ανύποπτος σπίτι τις απογευματινές ώρες καθώς σουρούπωνε, αλλά δεν μπόρεσα να μπω μέσα, γιατί συνεδρίαζε – ταυτόχρονα – η ηγεσία της 9ης Αχτίδας και του 5ου Εφεδρικού Συντάγματος, για την επικείμενη, σε λίγες ώρες, μάχη που σχεδιαζόταν ακριβώς τότε.

Καμπανιστή ακουγόταν ως έξω από την πόρτα στη βεράντα, η φωνή του Γραμματέα της 9ης Αχτίδας Μιμή Νομικού, νεαρού γιατρού, αφοσιωμένου αγωνιστή στην υπόθεση της λευτεριάς και της κοινωνικής απελευθέρωσης. Ο Μίμης έδινε οδηγίες για μάχες στις οποίες ίσως πρώτη φορά στη ζωή τους μερικοί θα έπαιρναν μέρος. Η ζωντάνια της φωνής του, η πειθώ, η αισιοδοξία της νίκης ήταν χαρακτηριστικά. Τελειώνοντας είπε: «Τώρα όλοι μαζί επειγόντως στο εγκαταλειμμένο Δημαρχείο Κηφισιάς να πάρουμε οπλισμό και οδηγίες για τη μάχη στο Κεφαλάρι που θ’ αρχίσει σήμερα βράδυ»!

Όσοι βρεθήκαμε τελικά στο Δημαρχείο για ενημέρωση και παραλαβή όπλου πρωτογνωρίσαμε στη ζωή μας το σ. Χαρίλαο Φλωράκη, τότε πολιτικό καθοδηγητή της ΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, με επικεφαλής τον καπετάν Ορέστη (Μούντριχα), που σημειωτέον υπήρξε τέως χωροφύλακας αλλά και προπολεμικός «κομμουνιστής»!

Ο σ. Χαρίλαος ενημέρωσε για το περιεχόμενο της μάχης που πηγαίναμε να δώσουμε (και για αντιπερισπασμό στις αγγλικές δυνάμεις και την Ορεινή Ταξιαρχία Ρίμινι-Ιερό Λόχο που μάχονται μαζί τους και γι’ ανακούφιση στον ΕΛΑΣ Αθήνας που μάχεται με υπέρτερες και καλά οπλισμένες αγγλικές και αντιδραστικές δυνάμεις απ’ την Ελλάδα).

Αν και Δεκέμβρης και με βροχερό καιρό και κατοχικό ντύσιμο (φτωχό), βρεθήκαμε οπλισμένοι βράδυ, λίγο πριν τις 10, στο Κεφαλάρι προς Κοκκιναρά. Δεν είχα ξαναπιάσει όπλο και αυτό που μου δώσανε δε γνώριζα να το χειριστώ. Παρ’ όλα αυτά, έχω την αίσθηση ότι εκπλήρωσα με ακρίβεια τα συγκεκριμένα καθήκοντα που μου ανατέθηκαν βιαστικά, συνδέσμου του αρχηγείου επίθεσης με τη γραμμή των πρόσω.

Η απειρία μου, αν και ηθικά δεν επιδρούσε καταλυτικά πάνω μου, τελικά ξεπεράστηκε. Από κάποιο σημείο βρέθηκε ένας τηλεβόας, μήκους 2 μέτρων, από χοντρό χαρτόνι (από το συνεργείο διαφώτισης που δούλευε στο σπίτι του σ. Σαλιάρη στην Κηφισιά, με τεράστια συμβολή του καλού ζωγράφου και αγωνιστή, Γιάννη Γαΐτη).

Από αυτόν τον τηλεβόα ακούστηκε στ’ Αγγλικά η φωνή του ΕΛΑΣ στους περιφρουρημένους από πανίσχυρους τοίχους Βρετανούς αεροπόρους στα ξενοδοχεία που ανέφερα. Τους μιλούσε ο μεγαλύτερος αδελφός μου Γιάννης, 23 χρόνων τότε, εξηγώντας τους ότι η κυβέρνησή τους τους οδήγησε στην Ελλάδα να πολεμήσουν συμμάχους για ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. «Αυτό δεν πρέπει να το δεχτείτε», τους φώναζε, «γιατί είναι άδικο αλλά και μάταιο, καθώς είστε κυκλωμένοι από μεγάλη δύναμη του ΕΛΑΣ. Παραδοθείτε για την αποφυγή άδικης απώλειας ανθρώπων»!

Η βρετανική απάντηση ήρθε προς το μέρος μας με πολυβολισμούς. Η μάχη ξεκίνησε αμέσως. Το πρώτο εικοσιτετράωρο έμοιαζε… αναγνωριστικό! Πώς να ρίξεις τέτοιους τοίχους, αφού τα πιο βαριά σου όπλα ήταν κάποιοι όλμοι; Η κόπωση μέχρι να ξημερώσει ήταν τέτοια (νηστικοί, όρθιοι κ.λπ.) που αργά τη νύχτα της 17ης/12 πάλευες ν’ αποφύγεις όχι μόνο τις σφαίρες απ’ τα παράθυρα των ξενοδοχείων αλλά και μια αφόρητη νύστα και… πείνα.

Ξημέρωσε με συνεχή ανταλλαγή πυρών. Οι πιο έμπειροι από τον Εφεδρικό ΕΛΑΣ, μαζί κι ο καπετάνιος του Νίκος Καρράς14, συνεχώς μου φώναζαν να καθίσω κάτω προς αποφυγή στόχου. Έβρεχε ασταμάτητα και το πρωί της 18ης/12/1944 αλλά, καθώς η μάχη προβλεπόταν κεραυνοβόλα, είχαμε ένα ακόμα σοβαρό πρόβλημα: την πείνα. Ετσι, ακόμα και για προφύλαξη από αεροπορικούς πολυβολισμούς που ήταν συνεχείς αλλά και γι’ αναζήτηση κάποιας τροφής, μπήκαμε σε μερικά γειτονικά πλουσιόσπιτα, εγώ με μια ομάδα στο σπίτι ενός πάμπλουτου ονόματι Παντελίδης και, ω του θαύματος, το περιβόλι του ήταν γεμάτο λαχταριστά λαχανάκια! Πήραμε όσα χρειαζόμασταν και παραβιάζοντας την πόρτα του άδειου από κατοίκους σπιτιού (που είχαν φύγει φοβισμένοι γι’ άλλους τόπους) πέφτουμε σ’ ένα μέτριο σε μέγεθος κιούπι, που ανοίγοντάς το ανακαλύψαμε το θησαυρό της στιγμής: Όχι χρυσαφικά, λίρες, κοσμήματα, που δε μας ενδιέφεραν, αλλά μια θαυμάσια πηχτή, μέσα στην οποία ήταν ένα εξαιρετικό γουρουνόπουλο! Στα 10-12 άτομα που «καταυλιστήκαμε» εκεί – για λίγο – η πείνα καλμάρισε με διανομή της πηχτής. Πώς; Απλούστατα, μια χούφτα μετατράπηκε σε κουτάλα και μετρητή και όλοι απόλαυσαν φαγητό λαχανάκια με πηχτή. Γυρίσαμε στη μάχη σε λίγη ώρα στομαχικά φτιαγμένοι, αφού μ’ επιμέλεια κλείσαμε πάλι το διαμέρισμα.

Βγαίνοντας στον περίβολο του σπιτιού, πίσω απ’ τον οποίο υπήρχε βατός δρόμος με αυτοκίνητα σε ακινησία, βλέπουμε τ’ αγγλικά καταδιωκτικά να ρίχνονται καταπάνω στ’ αυτοκίνητα με πολυβολισμούς, στους οποίους οι κάλυκες, μεγέθους 12-15 εκατοστών ο καθένας, πέφτανε μπροστά μας βροχή, με κίνδυνο περισσότερο να τραυματιστούμε ή να σκοτωθούμε απ’ αυτούς, παρά από τις σφαίρες των πολυβόλων των βρετανικών καταδιωκτικών.

Όλη η 18η/12 πέρασε με τέτοιες αψιμαχίες. Με παρόμοια στασιμότητα ήταν αδύνατο να τελειώσει νικηφόρα η μάχη, ενώ όπως φάνηκε αργότερα, ικανή δύναμη βαριών τανκς ξεκίνησε από Αθήνα να δώσει οριστικό τέλος στη μάχη του Κεφαλαριού. Ευτυχώς απέτυχε οικτρά, λόγω καθυστέρησης.

Στη διάρκεια της ίδιας νύχτας πονέσαμε βαθιά από την πληροφορία τοι ηρωικού θανάτου του Γραμματέα της 9ης Αχτίδας Μίμη Νομικού, που στην προσπάθειά του να ρίξει το συρματόπλεγμα περίφραξης του Κεφαλαριού, σκοτώθηκε από βρετανικές σφαίρες. Θάφτηκε αθόρυβα στο σπίτι του κηπουρού (νομίζω) πατέρα του, στο Στροφίλι, κοντά στο σπίτι της Δέλτα. ΑΘΑΝΑΤΟΣ!

Ξημέρωσε η 19η Δεκέμβρη 1944, πάλι με βροχερό καιρό. Βρήκα το χρόνο να ζητήσω ολιγόωρη άδεια να ρίξω πάνω μου κανένα ρούχο. Έφτασα – στα γρήγορα – στο σπίτι μου, όπου βρήκα μια ελπιδοφόρα σύναξη. Ευτυχώς, έστω κι αργά, είχε γίνει φανερό ότι με τέτοια οχύρωση και ένοπλους υπερασπιστές και απ’ την άλλη με ατομικά όπλα και κάποιους όλμους οι Άγγλοι δε θα παραδίδονταν. Βρήκα λοιπόν σπίτι απ’ τη μια τον αδελφό μου Νίκο κι απ’ την άλλη αξιωματικούς του ΕΛΑΣ και τον οδηγό του τεθωρακισμένου μικρού αυτοκινήτου ΕΛΑΣίτη, που φόρτωσαν δυναμίτες να γκρεμίσουν τοίχους στα ξενοδοχεία και να συλλάβουν τους 550 και άνω Αγγλους υπερασπιστές τους, αεροπόρους. Ο αδελφός μου Νίκος, μακαρίτης πια απ’ τα 89 του χρόνια από αυτοκινητικό, πήρε – πρόθυμα – εντολή να καθίσει πλάι στον οδηγό του τεθωρακισμένου που φορτωμένο δυναμίτες θα τους άδειαζε στους τοίχους του Σεσίλ και του Πεντελικού πυροδοτώντας τους και οι τοίχοι θα γίνονταν «χάρτινοι»! Έτσι και έγινε…

550 αξιωματικοί και οπλίτες της βρετανικής αεροπορίας, δολοφόνοι του λαού της Αθήνας, έντρομοι, πολλοί τραυματισμένοι από τις ανατινάξεις, παραδόθηκαν στον ηρωικό ΕΛΑΣ. Το ζήτημα της άμεσης μεταφοράς τους, μακριά απ’ την Αθήνα, προς αποφυγή απελευθέρωσης από τους δικούς τους, ήταν άμεσο. Οι τραυματίες τους είχαν μεταφερθεί από γιατρούς, Άγγλους και ΕΛΑΣίτες, σ’ ένα από τα ξενοδοχεία για παροχή βοήθειας. Έπρεπε οι 550 αιχμάλωτοι να φύγουν αμέσως, γιατί ίλη βαριών τανκς, μέσα από αφύλαχτη διάβαση στα 15 χιλιόμετρα από Αθήνα – Κεφαλάρι έφτασε το πρωί της 19ης/12 στην Κηφισιά πολυβολώντας τρομοκρατικά προς κάθε κατεύθυνση. Όλες οι σιδερόπορτες των κήπων απ’ την έπαυλη Καζούλη ως το Κεφαλάρι κατατρυπήθηκαν απ’ τις σφαίρες των τανκς και μείνανε έτσι για χρόνια.

Στα ξενοδοχεία η ίλη έφτασε καθυστερημένα. Οι 550 αιχμάλωτοι Βρετανοί με τους αξιωματικούς και τους οπλίτες είχαν ήδη πάρει το δρόμο μεταφοράς τους σε περιοχές όπου ακόμα ο ΕΛΑΣ ήταν κυρίαρχος, προς τη Στερεά Ελλάδα. Ανάμεσα στους συνοδούς πρόθυμα νεαρά 15χρονα παιδιά, όπως ο τέταρτος αδελφός μου Τάκης Μαραγκουδάκης, η αγωνίστρια κομουνίστρια – με πανίσχυρη πίστη – Ρόζα Αϊβαλιώτη, ο νεαρός ΕΠΟΝίτης γείτονάς μου Ευγένιος Βέργος και αρκετοί άλλοι, μέχρι να τους παραλάβει ικανή δύναμη του τακτικού ΕΛΑΣ για μακρινό ταξίδι, ως τη Δυτική Στερεά. όπου, μετά την απαράδεκτη «συμφωνία» της Βάρκιζας, ξαναγύρισαν στους δικούς τους στη Μ. Βρετανία. Μερικοί απ’ αυτούς ήταν μορφωμένοι δημοκράτες και αργότερα, σ’ όσους Έλληνες συναντούσαν, μιλούσαν με απέραντη ντροπή για τα έργα του βρετανικού ιμπεριαλισμού κατά των Ελλήνων πατριωτών και συναγωνιστών τους στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Έχω μια ενδόμυχη απορία, πώς 550 έμπειροι αξιωματικοί και οπλίτες μετά τη νικηφόρα μάχη του ΕΛΑΣ σε βάρος τους δέχτηκαν να οδηγηθούν από ελάχιστα ΕΠΟΝιτάκια στην αιχμαλωσία και δε στασίασαν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο φόβος για τη ζωή τους ήταν η μια αιτία. Πιθανά, όμως, σ’ αυτό βοήθησε και η λογική τους, με το ερώτημα: «Τι διάολο κάνει αυτή η κυβέρνηση Τσώρτσιλ να μας στέλνει να σκορπίζουμε το θάνατο στ’ αδέλφια μας του ΕΛΑΣ στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με κίνδυνο να σκοτωθούμε για ιμπεριαλιστικά συμφέροντα και μόνο»! Είναι μια αμφισβητούμενη απορία μου, καθώς έχω υπόψη Άγγλους, του Υπουργείου Εξωτερικών, που υπηρέτησαν στην Ελλάδα, να ζητούν συγγνώμη από τον ιστορικό συγγραφέα σύντροφό μας Γιάννη Σχοινά. Ο τελευταίος δημοσίευσε αργότερα στην Ελλάδα κείμενο του Βρετανού Υπουργού Εξωτερικών Άντονι Ήντεν με τίτλο «Διακυβευόμενα βρετανικά συμφέροντα στην Ελλάδα, Μέρος 3ο/12 Ιουνίου 1944», εξαιρετικά αποκαλυπτικό της εγκληματικής πολιτικής των Βρετανών ιμπεριαλιστών στην Ελλάδα και της τότε ηγεσίας τους (Τσώρτσιλ – Ήντεν). (…) Δεν πρέπει να μείνει Έλληνας που να μην το διαβάσει.

Στην ίδια μάχη ο πρώτος στην οικογένειά μου αδελφός, ο Γιάννης, που είχε αρχικά μιλήσει με τον τηλεβόα, διατάχθηκε να σπεύσει σε κάποιο από τα ξενοδοχεία που είχαν μεταφερθεί τραυματίες της μάχης ΕΛΑΣιτών και Βρετανών για περίθαλψη. Δυστυχώς, τον πρόλαβαν τα βρετανικά τανκς, τον συνέλαβαν και τον έστειλαν για το «ευχαριστώ» στην Ελ Ντάμπα Αφρικής, σε στρατόπεδο, μέχρι τη συμφωνία της Βάρκιζας. Και τα 4 αδέλφια στη μάχη: Γιάννης, Νίκος, Κώστας, Τάκης.

Πλιάτσικο από ανερμάτιστα στοιχεία

Τεράστια υπήρξε η δράση μεγάλου πλήθους πολιτών που, περιμένοντας χιλιόμετρα μακριά ως τη Νέα Ιωνία, να τελειώσει η μάχη του ΕΛΑΣ στο Κεφαλάρι επιδίδονταν στη λεηλασία σπιτιών εκεί για να εφοδιάσουν τα δικά τους. Αλήθεια, πού βρέθηκε και πώς αυτό το λεφούσι από άτομα κάθε ηλικίας, να κουβαλάνε αρπαγμένα έπιπλα, σκεύη, ρουχισμό, υπόδηση και ό,τι φανταστεί κανείς, σαν χαμάληδες στους ώμους για να τα καρπωθούν μετά τη μάχη. Ο ΕΛΑΣ με τον ερχομό των βρετανικών τανκς είχε αποσυρθεί απ’ το Κεφαλάρι, μια σειρά τραυματίες ανέμεναν εναγώνια βοήθεια και ένας περίεργος κόσμος έμπαινε στο προσκήνιο ν’ αρπάξει για λογαριασμό του «ό,τι πετύχει». Ένας καροτσέρης κουβάλαγε δεκάδες κοστούμια ενός μαυραγορίτη (Κατσίγερα, νομίζω) στο καρότσι για το… σπίτι του! Κανένας, εντελώς κανένας, απ’ τους μαχητές δεν ασχολήθηκε μ’ αυτό το ανόσιο έργο. Τη γλίτωσαν, γιατί ο ΕΛΑΣ, σκόπιμα, είχε αποσυρθεί για να αποφύγει τα βρετανικά τανκς που στο μεταξύ είχαν φτάσει.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

2 Trackbacks

Κάντε ένα σχόλιο: