Γάλλοι ιμπεριαλιστές στην ομίχλη

Όταν η Γαλλία έστελνε ναζί και υποχρέωνε ανήλικους Γερμανούς να πολεμήσουν τους Βιετμίνχ στην Ινδοκίνα

Η «συνέχεια» της Βέρμαχτ, των SS και διαφόρων άλλων ναζιστικών θυλάκων μεταπολεμικά μέσα στις στρατιωτικές (και μη) διοικήσεις της δυτικής Γερμανίας είναι ένα γεγονός σχετικά γνωστό, παρότι σπάνια γίνεται αντιληπτό στην πραγματική του έκταση, όπως και στην επίδραση που έχει μέχρι και σήμερα.

Λιγότερο γνωστή είναι η επίσης εκτεταμένη μεταπήδηση ναζιστών στρατιωτικών και αξιωματούχων στη ζεστή αγκαλιά των μυστικών υπηρεσιών και στρατών των καπιταλιστικών «δυτικών συμμάχων». Αλλά κι εδώ έχουν υπάρξει αρκετές αναφορές, κυρίως σχετικά με την «αξιοποίηση» τέτοιων στοιχείων από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και το ΝΑΤΟ.

Μια από τις πλέον άγνωστες πτυχές αυτής της ιστορίας -και σε κάθε περίπτωση άγνωστη σε εμένα μέχρι πριν λίγες μέρες- ήταν η αξιοποίηση Γερμανών από τον γαλλικό Ιμπεριαλισμό μεταπολεμικά, πιάνοντας εδώ μόνο το κομμάτι της περιβόητης «Λεγεώνας των Ξένων».

Χωρίς καλά-καλά να έχουν θαφτεί τα κουφάρια των εκατομμυρίων νεκρών του Β’ Π.Π., ο γαλλικός ιμπεριαλισμός ξεκίνησε το 1945 έναν νέο πόλεμο. Αυτόν στην Ινδοκίνα απέναντι στους Βιετμίνχ. Γιατί και να κινδυνεύεις να χάσεις τις αποικίες σου και να επικρατούν σε αυτές οι κομμουνιστές, αυτό πια δεν καταπίνεται με τίποτα…

Βέβαια, τα πράγματα για την γαλλική αστική τάξη δεν ήταν και τόσο εύκολα. Στην “La Résistance”, την αντίσταση του γαλλικού λαού απέναντι στις κατοχικές γερμανικές δυνάμεις και την απελευθέρωση της Γαλλίας, οι κομμουνιστές είχαν παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο. Η αναγνώριση της προσφοράς του Κόκκινου Στρατού και συνολικά των κομμουνιστικών δυνάμεων παγκοσμίως ήταν γενικευμένη ανάμεσα στους Γάλλους, όπως εκτεταμένη ήταν και η θέληση για ειρήνη μετά από έναν πολυετή πόλεμο. Επομένως η γαλλική κοινή γνώμη δεν ήταν και πολύ ένθερμη για έναν νέο ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην άλλη άκρη της Γης.

«Ευτυχώς» όμως, η Γαλλία έχει για τέτοιες περιπτώσεις και τη «Λεγεώνα των Ξένων», τον μισθοφορικό στρατό της που είναι πάντα σε ετοιμότητα για νέα εγκλήματα όπου γης. Ακόμη κι εκεί όμως υπήρχε λειψανδρία. Οπότε τι έκανε ο γαλλικός ιμπεριαλισμός; Πριν ακόμη από το τέλος του Β’ Π.Π. πρότεινε, άλλοτε με το καρότο κι άλλοτε με το μαστίγιο, μαζικά σε Γερμανούς αιχμαλώτους πολέμου να «μεταπηδήσουν» στη Λεγεώνα. Να βρεθούν στην άλλη άκρη της Γης, συνεχίζοντας από άλλο πόστο βασικά την ίδια δουλειά που κάνανε ως ναζιστικά στρατεύματα, δηλαδή την καταπολέμηση του μπολσεβικισμού.

Αντάλλαγμα πέρα από τα λεφτά ήταν μια νέα ταυτότητα, όπως συνέβαινε τότε στη Λεγεώνα, καθώς και η Γαλλική υπηκοότητα. Εκατοντάδες ή και χιλιάδες δέχθηκαν, μέσα σε αυτούς προφανώς και πάρα πολλοί εγκληματίες πολέμου.

Επετράπη μάλιστα να καταταγούν και να «εξαγνιστούν» μέσω της Λεγεώνας των Ξένων και γαλλικά φασιστικά «μπουμπούκια»-συνεργάτες των ναζιστικών κατοχικών δυνάμεων, που είχαν σχηματιστεί από τους κατακτητές Γερμανούς στη Γαλλία ως «Légion des volontaires français contre le bolchévisme» (το όνομα τα λέει όλα) κι έπειτα ως 33η Μεραρχία Γρεναδιέρων SS “Καρλομάγνος”. Η αφοσίωση αυτών των… ανθών της γαλλικής γης στον ναζισμό ήταν μάλιστα τέτοια, ώστε η συγκεκριμένη μεραρχία των SS να είναι η τελευταία που συνέχισε να υπερασπίζεται τα κυβερνητικά κτίρια στο κέντρο του Βερολίνου απέναντι στους Σοβιετικούς, όταν όλες οι γερμανικές μεραρχίες είχαν ήδη παραδοθεί!!!

Και με αυτούς όμως, οι δυνάμεις της Λεγεώνας πάλι δεν ήταν αρκετές. Επόμενο βήμα για τον γαλλικό ιμπεριαλισμό ήταν να «αξιοποιήσει» τον πληθυσμό των περιοχών της νοτιοδυτικής Γερμανίας που μετά τον Β’ Π.Π. βρέθηκαν υπό γαλλική διοίκηση και μια ιδιότυπη κατοχή. Εκεί λοιπόν τα πρώτα χρόνια μετά τον Β’ Π.Π. η γαλλική διοίκηση είχε μόνιμες «ανοιχτές αγκάλες» και διαφήμιζε ανοιχτά στους εξαθλιωμένους ντόπιους τη συμμετοχή στην Λεγεώνα, που θα τους εξασφάλιζε «μόνιμη δουλειά» και «γεμάτο στομάχι».

Πάλι ωστόσο οι «εθελοντές» δεν επαρκούσαν. Έτσι η Γαλλία σε αυτές τις περιοχές προχώρησε και σε μορφές «υποχρεωτικής στράτευσης»: Νέοι Γερμανοί που συλλαμβάνονταν ακόμη και για ασήμαντα μικροεγκλήματα, ντύνονταν επιτόπου στα (γαλλικά) χακί και στέλνονταν χωρίς πολλά-πολλά στην Ινδοκίνα! Μέσα σε αυτούς μάλιστα και ανήλικοι, αφού οι τότε νόμοι όριζαν ως ηλικία ενηλικίωσης τα 20! Έτσι, υπολογίζεται πως πάνω από το 1/3 όσων Γερμανών καταταγήκανε από τις εν λόγω περιοχές τα χρόνια εκείνα στη Λεγεώνα ήταν ανήλικοι, χωρίς να υπάρχει προφανώς οπουδήποτε κάποια ένδειξη για το πόσοι στάλθηκαν εκεί παρά την θέλησή τους.

Σε κάθε περίπτωση, η μαζική εισροή Γερμανών στη Λεγεώνα των Ξένων είχε σαν αποτέλεσμα στις αρχές και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950 αρκετά περισσότεροι από τους μισούς μισθοφόρους αυτής να είναι Γερμανοί! Υπολογίζοντας και τις πρωτοφανείς απώλειές της από τους Βιετμίνχ, στην Ινδοκίνα πρέπει να πολέμησαν για τον γαλλικό ιμπεριαλισμό μέσω της Λεγεώνας των Ξένων αρκετά πάνω από 15.000 Γερμανοί.

Αξιοσημείωτο είναι κι ότι εντός της Λεγεώνας την εποχή εκείνη δήλωναν πως είχαν υπηρετήσει στα ναζιστικά SS ακόμη και πολλοί άσχετοι με αυτά, ακριβώς διότι κάτι τέτοιο θεωρούνταν και αντιμετωπίζονταν από τους ανωτέρους ως «προσόν»…

Σε αυτό το άγνωστο κομμάτι της μεταπολεμικής γερμανικής ιστορίας αναφέρεται το μυθιστόρημα της Ανατολικογερμανίδας Annemarie ReinhardTag im Nebel“ (Μέρα στην ομίχλη). Βρισκόμαστε μάλλον στο φθινόπωρο του 1950 σε μια μικρή πόλη κοντά στον Μέλανα Δρυμό, την οποία μόλις έχει καλύψει μια χαρακτηριστική για την εποχή και την περιοχή πυκνή ομίχλη. Δύο ανήλικα αγόρια συλλαμβάνονται για «τεντιμποϊσμό» από την γαλλική στρατιωτική διοίκηση και, αφού διαπομπευτούν παραδειγματικά, διατάσσεται για την επομένη η μεταφορά κι ένταξή τους στη Λεγεώνα.

Η τοπική κοινωνία βράζει, καθώς δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπει να εκτυλίσσεται κάτι παρόμοιο. Πώς όμως θα εκφραστεί αυτή η δυσαρέσκεια;

Μεταφερόμαστε σε συναντήσεις ενός παράνομου πυρήνα κομμουνιστών, που είτε επιβίωσαν της ναζιστικής θηριωδίας ως διωκόμενοι, είτε ήρθαν κοντά στους κομμουνιστές μέσα από τις εμπειρίες του πολέμου και μετά από αυτόν.

Αποφασίζεται το ριψοκίνδυνο εγχείρημα της οργάνωσης απόδρασης των δύο νέων, η μετέπειτα μαζική προπαγάνδιση της πράξης στον πληθυσμό, προετοιμάζοντας αν χρειαστεί και μια ανοιχτή μαζική διαδήλωση στην πόλη. Οι λόγοι δεν είναι η πολιτική τοποθέτηση αυτών των νεαρών, ούτε η ταξική τους καταγωγή.

Πρόκειται, πέρα από την υπεράσπιση των ίδιων «των παιδιών τους», για συνειδητή πράξη αλληλεγγύης στον επαναστατημένο λαό του Βιετνάμ και για παρεμπόδιση της ιμπεριαλιστικής πολιτικής της Γαλλίας. Ταυτόχρονα όμως κρίνεται και προς πού θα «γυρίσει» η αυξανόμενη δυσαρέσκεια του ντόπιου πληθυσμού. Γιατί παράλληλα με τους κομμουνιστές, δράση προσπαθούν ν’ αναλάβουν και αναγεννημένοι φιλοναζιστικοί κύκλοι. Θα είναι λοιπόν το περιστατικό αφορμή για ένα βήμα μπρος, βήμα στη συσπείρωση δυνάμεων γύρω από τους κομμουνιστές, γύρω από δυνάμεις που -την ίδια στιγμή- παλεύουν για μία και ενιαία αντιφασιστική Γερμανία, ή βήμα πίσω, επιστροφής σε «αντιγαλλικά» εθνικιστικά αντανακλαστικά και σε νεοφασιστικά μονοπάτια;

Όμως οι Γερμανοί κομμουνιστές της μικρής πόλης δεν είναι μόνοι. Η δράση τους είναι πλήρως συντονισμένη με αντίστοιχο πυρήνα μέσα στις τοπικά σταθμευμένες γαλλικές στρατιωτικές δυνάμεις, ο οποίος φυσικά δρα με ακόμη μεγαλύτερη μυστικότητα. Άλλωστε μέσα στα γαλλικά στρατεύματα εκδηλώνονταν με διάφορους τρόπους αντιδράσεις στις πολεμικές επιχειρήσεις στην Ινδοκίνα. Στο βιβλίο τονίζεται η περίπτωση του Henri Martin, κομμουνιστή ναύτη του γαλλικού πολεμικού ναυτικού, ο οποίος συνελήφθη λόγω αντιπολεμικής δράσης στις αρχές του 1950. Κατηγορήθηκε για σαμποτάζ και, ενώ δεν μπόρεσε να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία, καταδικάστηκε από στρατοδικείο σε πενταετή φυλάκιση, προκαλώντας κύμα διαδηλώσεων αλληλεγγύης.

Η περιγραφή της συνεργασίας και δράσης των παράνομων πυρήνων των Γερμανών και Γάλλων κομμουνιστών ίσως είναι το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του βιβλίου. Η τόλμη, η αλληλεγγύη, η αυτοθυσία, η εφευρετικότητα προκειμένου να ξεπερνιούνται τα συνεχή εμπόδια και οι κίνδυνοι, περιγράφονται αρκετά γλαφυρά.

Στο επίκεντρο της διήγησης τοποθετείται μια οικογένεια της εργατικής τάξης, η οποία έχει απολύτως αντιπροσωπευτικά χαρακτηριστικά της εποχής. Αγκωνάρι της η γηραιά «μάνα», που χάνοντας σπίτι, σύζυγο κι έναν γιο στον πόλεμο πάλεψε να ξαναβρεί «κάτι σαν σπίτι» να στεγάσει την οικογένεια που της απέμεινε. Πλάι στον κομμουνιστή γιο, που λόγω της δράσης του παραμένει για μεγάλες περιόδους άνεργος, όλοι τους λίγο-πολύ συμβάλουν στην προσπάθεια κινητοποίησης των συμπατριωτών τους σε προοδευτική κατεύθυνση. Ακόμη κι ο ορφανός από πατέρα και με κατάκοιτη μητέρα μικρός εγγονός, τυπικό δείγμα των «παιδιών του δρόμου» της εποχής.

Η αφήγηση γίνεται περνώντας κυκλικά μέσα από την οπτική όλων των πρωταγωνιστών, «θυτών» και «θυμάτων», σαν ψηφιδωτό. Βασικό στοιχείο αυτού του τρόπου αφήγησης για την συγγραφέα αποτελεί η ανάδειξη των εσωτερικών συγκρούσεων όλων των προσώπων. Χαρακτηριστικό της γραφής της είναι και η ευαισθησία με την οποία προσπαθεί να «αγγίξει» αυτά τα ξεχωριστά προσωπικά αδιέξοδα. Έτσι, βήμα-βήμα, η συγγραφέας επιχειρεί ένα ψυχογράφημα ολόκληρης της κοινωνίας, με τα διλήμματα και τις αντιθέσεις του καθενός να συντίθενται και να καταλήγουν σε κοινά ερωτήματα: Αξίζει να ρισκάρεις τα πάντα, να θυσιάζεις τον εαυτό σου για να «ξελασπώσει το μέλλον» πλάι σε άλλους, ή είναι προτιμότερο να σιωπάς, να σκύβεις το κεφάλι και να προσπαθείς να ξεπερνάς τις δυσκολίες μόνος;

Δευτερευόντως κι επιγραμματικά δίνεται και μια ένδειξη για τους διαμετρικά διαφορετικούς χαρακτήρες των δύο γερμανικών κρατών που διαμορφώνονταν την περίοδο που εκτυλίσσεται η πλοκή (Οι δυτικές δυνάμεις κατοχής, αποφασίζοντας να διαιρέσουν την μεταπολεμική Γερμανία, είχαν προχωρήσει τον Μάη του 1949 στη δημιουργία της ΟΔΓ. Ως απάντηση στις 7 Οκτωβρίου του ίδιου έτους ιδρύεται στην ανατολική Γερμανία η DDR).

Η κόρη της οικογένειας το καλοκαίρι που προηγήθηκε, βλέπετε, είχε βρεθεί σε εφηβική κατασκήνωση στο ανατολικό Βερολίνο, όπου παρακολούθησε εκδηλώσεις αλληλεγγύης στους λαούς της Άπω Ανατολής, με εφήβους από το Βιετνάμ, την Κίνα αλλά και τη Γαλλία, μεταξύ των οποίων και η προσκεκλημένη αδερφή του διωκόμενου Henri Martin.

Την ίδια ώρα λοιπόν που στο ένα γερμανικό κράτος (ΟΔΓ) σχεδόν απάγονταν ανήλικοι από τις ξένες στρατιωτικές δυνάμεις προκειμένου να γίνουν κρέας για κανόνια στις ιμπεριαλιστικές τους επεμβάσεις, το άλλο (DDR) έπαιρνε πρωτοβουλίες συναδέλφωσης των λαών και αλληλεγγύης στους λαούς της Άπω Ανατολής που μάχονταν για την ανεξαρτησία τους.

Η συγγραφέας ανήκει στην πρώτη γενιά συγγραφέων της DDR. Στρατευμένη και μέλος του ενιαίου σοσιαλιστικού κόμματος SED από το 1948, είναι μάλλον τυπικό δείγμα συγγραφέων που, με την ενεργή στήριξη της DDR, αναδείχθηκαν τη δεκαετία του ’50 μέσα από την εργατική τάξη. Η ίδια ήταν ράφτρα την εποχή που έγραψε τα πρώτα της βιβλία. Το «Μέρα στην Ομίχλη» που εκδόθηκε το 1958 ξεπέρασε μέχρι τέλος του 1959 τις 400.000 πωλήσεις. To 1960 τιμήθηκε με το λογοτεχνικό βραβείο «Heinrich Mann» που απένειμε η Ακαδημία Τεχνών της DDR. Κανένα από τα βιβλία της δεν εκδόθηκε ποτέ στην δυτική Γερμανία, ούτε και στην ΟΔΓ μετά την προσάρτηση της DDR. Πέθανε στη γενέτειρά της Δρέσδη στις 10 Νοεμβρίου του 1976.

Χαρούλα Πεπονάκη

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 σχόλιο

Κάντε ένα σχόλιο: