Δεκέμβρης 1944 στο Λονδίνο: «Κάτω τα χέρια από την Ελλάδα»

– Είμαι Έλληνας κι ανησυχώ μ’ όσα γίνονται στον τόπο μου.
– Με ποιον είσαι; Με ρωτάει. Με τους αντάρτες;
– Ναι, του αποκρίθηκα.
– Τότε, πάρε!
Έβγαλε μια εφημερίδα κάτω από το πανωφόρι του και μου την έδωσε.

«Στην Πλατεία Τραφάλγκαρ Σκουέρ έγινε την Κυριακή το απόγευμα μεγάλη λαϊκή συγκέντρωση διαμαρτυρίας, για την επέμβαση του Τσώρτσιλ στην Ελλάδα. Το σύνθημα που κυριάρχησε ήταν «κ ά τ ω  τ α  χ έ ρ ι α  α π’  τ η ν  Ε λ λ ά δα». Πάνω από 10.000 Λονδρέζοι, άκουσαν ομιλητές, που ήταν ηγέτες  του Κομμουνιστικού και Εργατικού Κόμματος, οι βουλευτές Πάουερ, Πόλιτ, Κόνταμ, ο διάσημος συγγραφέας Μάκενζυ, ο λόρδος Στραμπόλτζυ. Εγκρίθηκαν ψηφίσματα και υποβλήθηκαν στην Κυβέρνηση. Όμοια συγκέντρωση έγινε και στο Μάντσεστερ». (Πρακτορείο Ρόιτερ 14/12/1944).

Το παραπάνω περιέχεται στην έκδοση ντοκουμέντων “Οι ξένοι για το Δεκέμβρη”, που τυπώθηκε και κυκλοφόρησε από το ΕΑΜ, ένα χρόνο μετά, το Δεκέμβρη του 1945. Πρόκειται για ένα μόνο μικρό δείγμα, ενδεικτικό του αντίχτυπου που προκάλεσε η ωμή επέμβαση των Άγγλων ιμπεριαλιστών στην Ελλάδα στην πατρίδα του Τσώρτσιλ και του Σκόμπι.

Την ίδια περίοδο, Δεκέμβρη του 45, δημοσιεύεται στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» το παρακάτω κείμενο του διευθυντή του, Δημήτρη Φωτιάδη, ο οποίος τις μέρες του ηρωικού Δεκέμβρη του 1944 βρισκόταν στο Λονδίνο.

Λονδίνο 4 Δεκέμβρη 1944. Μια μέρα χλωμή, καθώς είναι όλες σχεδόν οι χειμωνιάτικες μέρες της Αγγλίας. Εξακολουθούν λιγοστές πια να πέφτουν οι ιπτάμενες βόμβες με τον εκνευριστικό ρόγχο τους και κάπου κάπου ν’ ακούεται η συγκλονιστική έκρηξη καμιάς ρουκέτας. Μα η συσκότιση των φώτων δεν είναι τόσο αυστηρή όσο πριν. Ο πόλεμος τραβά προς το νικηφόρο τέρμα του. Οι βρετανικές και αμερικανικές δυνάμεις βρίσκονται στα γαλλογερμανικά σύνορα κι ο Κόκκινος Στρατός ετοιμάζεται για το τελευταίο άλμα του προς την καρδιά της χιτλερικής Γερμανίας. Η πλάστιγγα του πολέμου έγειρε οριστικά κι αμετάκλητα. Τίποτε δεν μπορεί να σώσει τους δήμιους τόσων λαών της Ευρώπης.

Η χαρά ήτανε γενική, μα για μας τους Έλληνες ήτανε ανάμιχτη με αγωνία. Σε όσους παρακολουθούσαν από κοντά τα πράγματα και γνώριζαν ορισμένα παρασκήνια, τους ήτανε φανερό πως ο λαός μας, που είχε θυσιάσει το καθετί, έπρεπε να καταβάλλει ένα ακόμα υπέρτατο φόρο στο βωμό της λευτεριάς και να περάσει μονάχα αυτός απ’ όλους τους άλλους απελευθερωμένους λαούς, την πιο σκληρή δοκιμασία. Ξέραμε από καιρό πριν από μήνες πως η πατρίδα μας θα ριχνόταν αμέσως μετά την απελευθέρωση σ’ έναν τρομαχτικό εμφύλιο σπαραγμό. Τα σχέδια της αντίδρασης ήτανε καταστρωμένα. Τα ξέραμε όλ’ αυτά, μα θέλαμε να ελπίζουμε.

Και ξαφνικά, εκείνο το χλωμό και θλιμμένο πρωί της 4 του Δεκέμβρη διαβάσαμε στις εφημερίδες τα τηλεγραφήματα των ανταποκριτών τους, για το χτύπημα της τεράστιας άοπλης διαδήλωσης διαμαρτυρίας του λαού της Αθήνας.

Το δράμα είχε αρχίσει. Μα σύγχρονα και το έπος, που θα κρατούσε τριαντατρείς ολόκληρες μέρες.

Η πρώτη εντύπωση στάθηκε η κατάπληξη. Τη μέρα εκείνη πήρα σειρά τηλεφωνήματα από γνωστούς μου. Τα περισσότερα ήτανε από δημοσιογράφους. Μέσα στα λόγια συμπάθειας που μου έλεγαν, υπήρχε η απολογία για την ανελεύθερη ενέργεια, που σ’ αυτή ήτανε συνυπεύθυνες οι στρατιωτικές δυνάμεις του έθνους. Καταλάβαιναν πως ήτανε ανίσχυροι ν’ αλλάξουν την πορεία των γεγονότων, μα σύγχρονα δήλωναν πως ήταν πρόθυμοι για οποιαδήποτε ενέργεια.

Την πιο έκδηλη και πιο έντονη όμως συγκίνηση τη συναντούσες, καθώς γίνεται πάντα, μέσα στις εργατικές μάζες. Τα τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας των εργατικών οργανώσεων φτάνανε αλλεπάλληλα στο Πρωθυπουργικό γραφείο. Διοργανώθηκαν αυθόρμητες συγκεντρώσεις σε χώρους κλειστούς κι ανοιχτούς, με το σύνθημα: «Κάτω τα χέρια από την Ελλάδα».

Θυμούμαι ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο. Ήτανε βράδυ και γύρευα να βρω μια τελευταία έκδοση των απογευματινών εφημερίδων, μήπως υπήρχε τίποτα το πιο νέο. Γύρεψα από ένα εφημεριδοπώλη, μα μου είπε πως του τέλειωσαν. Ήξερα πως κρατούν πάντα δυο-τρεις για ορισμένους πελάτες των. Του λέω:

– Είμαι Έλληνας κι ανησυχώ μ’ όσα γίνονται στον τόπο μου.

– Με ποιον είσαι; Με ρωτάει. Με τους αντάρτες;

– Ναι, του αποκρίθηκα.

– Τότε, πάρε!

Έβγαλε μια εφημερίδα κάτω από το πανωφόρι του και μου την έδωσε.

Βέβαια, η ατμόσφαιρα αυτή της συμπάθειας δεν ήτανε γενική. Διάκρινες ολοκάθαρα τη γραμμή του διαχωρισμού. Όσοι υποστηρίζανε το συντηρητικό κόμμα δε δείχνανε την παραμικρή κατανόηση. Ένα τέτοιο αγώνα για την πολιτική και εθνική λευτεριά ενός λαού ήτανε φυσικό να τον αντικρύζουν, οι τάξεις αυτές, μ’ εχθρική διάθεση.

Οι ειδήσεις έφταναν με αύξουσα τραγικότητα. Σκληρές μάχες στην Ομόνοια, στον Αρδηττό, στα Εξάρχεια. Ο λαός αγωνίζεται στα οδοφράγματα, άνδρες, γυναίκες, παιδιά… Η Κοκκινιά, τα Πατήσια, ο Πειραιάς, η Κυψέλη, η Καισαριανή, το Παγκράτι, οι Αμπελόκηποι, τα Τουρκοβούνια αναφέρονταν στ’ ανακοινωθέντα. Τα ονόματα αυτά για τα (μισοσβησμένη λέξη) των (μισοσβησμένη λέξη) δεν είναι κάτι άλλο από ένας γεωγραφικός ορισμός. Μα για μας, για τη χούφτα των Ελλήνων που βρισκόμαστε τότε εκεί, ήτανε η ίδια η ζωή μας. Καθένα χωριστά, πέρα από μια ανάμνηση, αντιπροσώπευε τη στιγμή εκείνη την Αθήνα, από τα χρόνια του Αισχύλου και του Περικλή ως τώρα. Αντιπροσώπευε την Ελλάδα όλη σ’ όλες της τις μάχες και σ’ όλους τους αγώνες της για λευτεριά, από τον Μαραθώνα, τις Θερμοπύλες και τη Σαλαμίνα, ως το 21, ως το 40, ως την Αντίσταση του 41-44.

Μα βέβαια όλες οι ώρες δεν είναι οι ίδιες. Μήτε η ψυχή μπορεί να κρατηθεί αδιάκοπα σ’ αυτή την ένταση, μήτε το φρόνημα στο ίδιο ύψος. Υπήρχανε οι στιγμές της κούρασης, του ανθρώπινου παράπονου.

«Γιατί, γιατί αυτή η τραγωδία; Τ’ αδέρφια μας με παλιοτούφεκα νίκησαν τη φασιστική Ιταλία. Πείνασαν, θυσιάστηκαν κι έμειναν ως το τέλος αλύγιστα. Έμειναν πιστά στην υπόσχεση που είχανε δώσει στους άλλους λαούς. Γιατί αυτή η τραγωδία;»

Κι η καρδιά δεν έβρισκε απόκριση, καθώς η πίκρα της αγνωμοσύνης θόλωνε τη σκέψη. Άκουγες το ραδιόφωνο κι ήτανε σα να μην άκουγες τίποτα ως τη στιγμή που αναφερόταν τ’ όνομα της Ελλάδας. Κι ούτε τότε γύρευες να δώσεις εξήγηση. Ήθελες να ζήσεις ολόκληρη την επανάσταση του ηθικού σου κόσμου.

Μετά, βέβαια, ξανάβρισκες την αναγκαία ισορροπία κι έκρινε πάλι ο νους. Ήξερες το γιατί. Ήτανε το ίδιο που μεταχειρίστηκε πάντα η αδικία κι η εκμετάλλευση, για να επιβληθεί. Και ήξερες ακόμα πως η δοκιμασία αυτή δεν ήτανε μονάχα ένα νέο, μα ανώφελο στεφάνι δόξας στο ματωμένο μέτωπο του λαού μας. Ήξερες πως μέσα στην άνιση μάχη βρισκόταν ολόκληρο το φωτεινό μέλλον της Ελλάδας. Δεν έχει σημασία ποια όπλα τελικά θα κέρδιζαν. Ήτανε απ’ τις μάχες που ο νικητής είναι πάντα ο ίδιος: Εκείνος που σ’ όλες τις εποχές υπερασπίστηκε σ’ όλα τα οδοφράγματα του κόσμου, το δίκιο των πολλών. Καμιά τέτοια μάχη δε χάθηκε ποτέ. Το χαράκωμα που ισοπεδώθηκε, έγινε πάντα το σύμβολο που μαγνήτιζε τους λαούς κι έσπρωχνε τα έθνη προς την πρόοδο.

Πέρασε ένας χρόνος. Πόσες μαύρες σελίδες δεν γράφτηκαν για το Δεκέμβρη του 44. Πόσες πιο μαύρες ακόμα σελίδες δεν είχαν τότε γραφτεί για την Γαλλική Επανάσταση του 89. Έτσι έγινε πάντα, για όλα τ’ απελευθερωτικά κινήματα του κόσμου – για όλα χωρίς την παραμικρή εξαίρεση. Μα έπειτα έρχεται η Ιστορία. Κι αυτή καθώς είναι γνωστό, δεν ξέρει μήτε προδότες, μήτε συμφέροντα. Αυτή, τους εγκληματίες του «νόμου και της τάξης» τους καθιερώνει μάρτυρες κι ήρωες. Τους αναδείχνει φωτεινό παράδειγμα στον κόσμο. Κι αυτός ακόμα ο Μακρυγιάννης, κι αυτός ακόμα ο Κολοκοτρώνης, καταδικάστηκαν σε θάνατο. Και τώρα αιώνια καταδικασμένοι μπροστά στα μάτια του έθνους βρίσκονται εκείνοι που τους δικάσανε…

Κι ο Δεκέμβρης μπήκε πια στην περιοχή της Ιστορίας. Αν η καταχνιά που δημιούργησε το άδικο και η βία δε διαλύθηκε ακόμα ολότελα πάνω από τη «μενεξεδένια πολιτεία», αυτό δεν έχει παρά χρονική μονάχα σημασία. Για την παγκόσμια ιστορική προοδευτική συνείδηση στέκεται κιόλας ένα από τα πιο ηρωικά επεισόδια των αγώνων της ανθρωπότητας για τη λευτεριά.

Ο Δημήτρης Φωτιάδης (Σμύρνη 1898 – Αθήνα, 23 Οκτώβρη 1988) υπήρξε φωτισμένος διανοούμενος (θεατρικός συγγραφέας, μεταφραστής αρχαίων κλασικών, ιστοριογράφος) που σύνδεσε τη ζωή και το έργο του με το λαϊκό κίνημα. Γόνος εύπορης και καλλιεργημένης οικογένειας της Σμύρνης, θα περάσει, από την εθελοντική κατάταξη στο μικρασιατικό πόλεμο, στη γνωριμία με τα σοσιαλιστικά ιδανικά, τη συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση και, με το εμφυλιακό και μετεμφυλιακό καθεστώς, στο δρόμο της εξορίας, στην Ικαρία, στη Μακρόνησο, στον Άη Στράτη.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 σχόλιο

  • Ο/Η vassilis λέει:

    Πρέπει να τονιστεί, ότι ο Τσωρτσιλ, αντιμετώπισε μεγάλη αντίδραση κατα την επέμβαση των βρετανών στην Ελλάδα, ακόμα και μέσα στο ίδιο του το κόμμα. Αυτό που πάντα επκαλούνταν, ήταν ότι κλήθηκε από την νόμιμη κυβέρνηση της Ελλάδας, να προσφέρει βοήθεια στην πάταξη της κομμουνιστικής ανταρσίας. Ο γέρος ο Παπανδρέου, αυτό το απόλυτο κάθαρμα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, ήταν αυτός που έδωσε την νομιμοποίηση στην επέμβαση των Άγγλων. Το θέμα φυσικά που πάντα παραμένει, ήταν γιατί το ΕΑΜ τον δέχτηκε για πρωθυπουργό, τη στιγμή που το ποιόν του ήταν ήδη γνωστό από τα γεγονότα της Μεσης Ανατολής και όχι μόνο.

Κάντε ένα σχόλιο: