The Last Dance – Χορεύοντας με τους Λύκους

Στον “Τελευταίο χορό” ο Τζόρνταν έχει πάντα τον τελευταίο λόγο για να απαντήσει και να δώσει τη δική του εκδοχή. Στην τελική είναι -παραμένει- το κύριο εμπόρευμα που καλείται να πουλήσει τον εαυτό το και την εικόνα του, και το καταφέρνει πολύ καλά μέχρι σήμερα.

Ένας αρχαίος ινδιάνικος μύθος λέει πως δε γίνεται να δεις το Last Dance για τον Τζόρνταν και να μην έρθεις αντιμέτωπος με δύο αρχέγονα ερωτήματα της ανθρωπότητας: 1) Ήταν καλό; Και 2) Ήταν αγιογραφία του Τζόρνταν; Ας προσπαθήσουμε να τα πιάσουμε αλλά όχι ακριβώς έτσι και όχι μόνο αυτά, χωρίς αυστηρό ειρμό.

Νομίζω πως αν κάνει κάποιος κακή κριτική στο Last Dance, κινδυνεύει να θεωρηθεί ιερόσυλος. Πιο εύκολα βρίσκεις έναν γενναίο να πει ότι ο Τζόρνταν δεν είναι ο GOAT, παρά κάποιον να πει πως δεν τους άρεσε ο “Τελευταίος Χορός”. Κι αυτό είναι παράσημο, γιατί το ντοκιμαντέρ το ρούφηξαν ακόμα κι οι εχθροί του (haters, ορκισμένοι αντίπαλοι εντός γηπέδου κτλ) και γενικώς οι στερημένοι φίλαθλοι σε όλο τον κόσμο, όπως η καυτή άμμος το νερό.

Προσωπικά δεν μπορώ να το κρίνω σαν έργο στο σινεμά, δε με ενδιαφέρει η κινηματογραφική διάσταση, η σκηνοθεσία, αν ήταν καλό το σενάριο. Μπορώ να το κρίνω ως αθλητική αφήγηση για τις πληροφορίες που μας δίνει. Κάποια τα ξέρεις από πριν και θες να δεις πώς θα τα δώσει ο ποιητής -όπως με τους ραψωδούς και τα έπη στην αρχαιότητα. Άλλα σου είναι εντελώς καινούρια, για άλλα μαθαίνεις λεπτομέρειες και δηλώσεις που αγνοούσες. Και κάποια λίγα περιμένεις να τα δεις, αλλά μένεις με την όρεξη. Σίγουρα όμως κυλάει ευχάριστα, ακόμα και για τους αδαείς, ενώ τους περισσότερους τους καθηλώνει. Και είναι δύσκολο να σου προδώσει κάποιος κάτι σημαντικό, γιατί τα βασικά τα ξέρεις. Σποϊλεριά: στο τέλος κερδίζει έξι δαχτυλίδια.

Είναι πολύ καλό επίσης που αφήνει χώρο στους συμπρωταγωνιστές. Ένα μεγάλο μέρος του ντοκιμαντέρ είναι αφιερωμένο στον Πίπεν, στον Ρόντμαν, τον Φιλ Τζάκσον και τις προσωπικές τους ιστορίες, στον Στιβ Κερ, ακόμα και στους “κακούς” της υπόθεσης, που δε θα μπορούσε να είναι άλλος από τους Πίστονς. Η ανάλυση στο κεφάλαιο “Jordan Rules” είναι από τις καλύτερες σχετικές περιγραφές. Από την άλλη, κάποια σημεία τα βλέπουμε σχεδόν σε fast-forward, είτε γιατί οι παραγωγοί δεν έχουν πρωτότυπα πλάνα διαθέσιμα, είτε γιατί δεν τα θεωρούν άξια λόγου ή σχετικά ή αρκούντως ιντριγκαδόρικα. Καταλαβαίνω πχ ότι η σειρά είναι για τους Μπουλς του Τζόρνταν, και θα εστιάσει στο καψόνι που έκαναν στον Κούκοτς στους Ολυμπιακούς της Βαρκελώνης, δεν είναι λογικό όμως να τον αναφέρουν ως τον “καλύτερο Ευρωπαίο παίκτη” και να μην έχουν ούτε ξώφαλτση αναφορά-πλάνο στον Ντράζεν.

Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα.

Τι δεν είναι ψιλά γράμματα για πολλούς; Οι ίντριγκες της εποχής, οι διαμάχες, τα υποθετικά ερωτήματα “εναλλακτικής ιστορίας”. Αν είχαν δίκιο οι Πίστονς, ποιος απέκλεισε τον Αιζάια από την Ντριμ Τιμ, πόσο μουρλοκομείο είναι ο Ρόντμαν, τι θα γινόταν αν δε σταματούσε ο Τζόρνταν, αν συνέχιζε για άλλον έναν χρόνο η ίδια ομάδα, αν είχε συναντήσει τους Ρόκετς σε τελικούς. Σχόλια, δηλώσεις, απαντήσεις, σεντόνια, αληθινή παράνοια. Κάπου ανακοινώθηκε μάλιστα ότι αυξήθηκαν κατακόρυφα και οι πορνογραφικές αναζητήσεις για την Κάρμεν Ιλέκτρα, που εμφανίζεται ως ερωμένη του Ρόντμαν και κρύβεται κάτω απ’ τα σεντόνια του, για να μην την δει ο Τζόρνταν. Αρρώστια…

Γιατί όμως μας απασχολεί τόσο έντονα τι έγινε 20 τόσα και 30 τόσα χρόνια πριν; Μια θεωρία λέει πως όσοι ήταν παιδιά τότε, σήμερα είναι 30άρηδες και 40άρηδες, δυναμικά κοινά που δημιουργούν νέες τάσεις, νοσταλγώντας τα νιάτα ή μάλλον τα παιδικά τους χρόνια. Υπάρχει κι ο αντίλογος για την αβάσταχτη γοητεία του ρετρό και της νοσταλγίας, ακόμα και για εποχές που δεν ζήσαμε ή δε θυμόμαστε πολύ καλά. Και από εδώ, απέχουμε μόλις ένα σκαλί μακριά από το να μπλέξουμε στη συζήτηση για τον GOAT και τη σύγκριση του Τζόρνταν με τον Λεμπρόν που δεν τον εκτιμάμε πολύ, μέχρι να αποσυρθεί και να καταλάβουμε τι χάσαμε.

Αν μιλάμε σοβαρά, ο Λεμπρόν υπερέχει σαφώς σε έναν μόνο τομέα, και αυτός δεν αφορά το γήπεδο, αλλά τι έκανε ο καθένας έξω απ’ αυτό. Ακόμα και αν η πολιτική-ακτιβιστική δράση του Λεμπρόν έχει ως ταβάνι τη στήριξη της Χίλαρι και του εκάστοτε Δημοκρατικού υποψήφιου, είναι πολλές σκάλες πάνω από τον απολιτίκ Τζόρνταν και τη νοοτροπία πως “και οι Ρεπουμπλικάνοι αγοράζουν αθλητικά παπούτσια”, που δε σώζεται με τη φαιδρή δικαιολογία “δεν ανακατεύω τον αθλητισμό με την πολιτική”. Ή όπως θα έλεγε ο Λούλης, ας μην ιδεολογικοποιούμε τα πάντα, για να μην κατρακυλήσουμε στον φασισμό…

Αν μιλήσουμε ακόμα πιο σοβαρά, δεν υπάρχει καμία απολύτως σύγκριση. Ο σχετικός ντόρος είναι ένα επικοινωνιακό τέχνασμα των Λεμπρο-φαν, για να καθιερώσουν αυτομάτως το είδωλό τους ως το αδιαμφισβήτητο νούμερο 2, ενώ είναι ζήτημα αν μπαίνει στην πρώτη τριάδα -και δεν μοιάζει καν με την περίπτωση του Κόμπε, όπου η νωπή απώλεια και η συγκίνηση δικαιολογεί κάποιες υπερβολές, για να σκαρφαλώσει θέσεις στην επετηρίδα.

Ναι, η νοσταλγία είναι μεγάλη παγίδα και φυλακίζει την αντικειμενική κρίση στο κλουβί των προσωπικών μας αναμνήσεων-συγκινήσεων, εδώ όμως δεν πρόκειται για αυτό. Ο Τζόρνταν ήταν -σχηματικά μιλώντας- ένας γίγαντας στους ώμους άλλων γιγάντων και η εποχή του ήταν μακράν της δεύτερης η πιο συναρπαστική περίοδος του ΝΒΑ. Τόσο πολύ, που η επόμενη γενιά ήταν καταδικασμένη να χάσει κάθε σύγκριση και το ΝΒΑ έπεσε σε κατάθλιψη. Χρειάστηκε περίπου μια δεκαετία να αναρρώσει και στο ενδιάμεσο δοκίμασε να γιατρέψει την απώλεια και με τον ίδιο τον Τζόρνταν, που επέστρεψε χωρίς λόγο για μια διετία με τους Wizzards. Και ήταν ένα από τα χειρότερα ανκόρ στην μπασκετική ιστορία, ο πραγματικός τελευταίος χορός, που δεν ήταν τόσο ηρωικός και ονειρικός όσο το τελευταίο σουτ με τους Τζαζ.

Αν ψάχνουμε τελικά να βρούμε γιατί διέφερε εκείνη η εποχή, νομίζω πως δεν ήταν μόνο το ταλέντο μιας σπουδαίας φουρνιάς -δρακογενιάς θα λέγαμε- παικτών, αλλά κάτι παραπάνω. Η εξήγηση μπορεί να βρίσκεται στην τρομερή δίψα για νίκη που είχαν και την έβγαζαν σε όλες τις μεταξύ τους μάχες και όχι απαραίτητα μόνο στα play-offs. Μια εποχή γεμάτη πραγματικά ντέρμπι, μεγάλες αντιπαλότητες, βεντέτες -που τώρα το ΝΒΑ πασχίζει να τις φτιάξει από το πουθενά- σκληρές έδρες, ξύλο, πάθος, ήρωες που ατσαλώνονταν στο γήπεδο και ατσάλωναν τις επόμενες γενιές, ομάδες-φόβητρα, μπόλικα πάθη και ίντριγκες.

Ένας από τους βασικούς λόγους που έγιναν δυναστεία οι Μπουλς ήταν πως έφτυσαν αίμα για να το πετύχουν, αφού πρώτα υπέστησαν τα καψόνια, το ξύλο και τα νταηλίκια των Πίστονς, που είχαν πάθει περίπου τα ίδια από τους Σέλτικς. Με άλλα λόγια, έπρεπε πρώτα να μάθουν να επιβιώνουν, για να αποδείξουν την ποιότητά τους. Κι ένας από τους βασικούς λόγους που ο Λεμπρόν δεν έφτασε στο ίδιο επίπεδο, είναι ίσως πως ο δικός του δρόμος για τους τελικούς από το μονοπάτι της Ανατολής, ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα, συγκριτικά με τις far-west καταστάσεις στην Ανατολή εκείνων των χρόνων.

Εμείς δηλαδή επικροτούμε ως πρότυπο το νταηλίκι και την αποθέωση της νίκης -ο πρώτος είναι πρωταθλητής, ο δεύτερος είναι τίποτα; Όχι. Και δεν εξιδανικεύουμε κανέναν. Ξέρουμε πως για εκείνη τη φουρνιά, ο καλύτερος είχε σκοτώσει τη μάνα του -που λέει ο λόγος- και βασικά συνδέθηκε με υποψίες για τη δολοφονία του πατέρα του -που λέει ο Κίτρινος Τύπος. Ενώ ο χειρότερος πήγε να δει τον Κιμ στην Κορέα μετά από χρόνια -γιατί από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Εξ ου και -ποιητική αδεία- ο τίτλος του κειμένου, παραφράζοντας ελαφρά τον “Τελευταίο χορό”.

Ο Τζόρνταν δεν ήταν απλώς ένας βρωμόστομος μες στο γήπεδο, που είναι μέρος του ψυχολογικού παιχνιδιού για την επικράτηση και έγινε σχεδόν εθιμοτυπικό κομμάτι της ιεροτελεστίας, αλλά παθολογικά άρρωστος με τον… ανταγωνισμό -έτσι δικαιολογεί το ντοκιμαντέρ τη ροπή στον τζόγο- και ένας μικρός δικτάτορας, ακόμα και για τους συμπαίκτες του στο γήπεδο. Για τους υπερασπιστές του, ο σκοπός και πάνω από όλα το αποτέλεσμα αγιάζει τα μέσα, παρουσιάζοντας τον Τζόρνταν σαν απόλυτο ηγέτη, ένα είδος προπονητή μες στο γήπεδο, που έχει τις δικές του ιδιαίτερες μεθόδους για να ανεβάζει τον πήχη για τους συμπαίκτες τους και να βελτιώνει την απόδοσή τους. Κάπως σαν τον Ομπράντοβιτς, σε άλλη απόχρωση -από μελιτζανί στο πιο σκούρο.

Το ζήτημα δεν είναι να μπούμε στη λογική να μειώσουμε τον Τζόρνταν ή να τον υπερασπιστούμε φανατικά -όπως γίνεται συνήθως- αλλά να προβληματιστούμε γενικότερα. Τι αξίες προωθεί ο πρωταθλητισμός -δηλαδή ο επαγγελματικός αθλητισμός-, τι χαρακτήρες διαμορφώνει, τι απαιτήσεις έχει από όσους συμμετέχουν για να αντέξουν τον ανταγωνισμό και να φτάσουν στην κορυφή, σε τίτλους και διακρίσεις. Αλλά και στον αντίποδα: πόσο ξενέρωτο μπορεί να γίνει το σημερινό ΝΒΑ, πετυχαίνοντας την πλήρη “άρνησή” του ως άθλημα. Κάποτε υποτάσσονταν όλα στο αποτέλεσμα, σήμερα αυτό φαίνεται να έχει δευτερεύουσα σημασία, σε ένα βιομηχανικό προϊόν, όπου το θέαμα γίνεται επιχείρηση. Οι σύνθετες άμυνες απαγορεύονται, οι παίκτες πρέπει να μένουν καλοσιδερωμένοι για να διαφημίζουν το προϊόν. Show must go on… Και αυτός είναι ο υπέρτατος κανόνας, πάνω ακόμα και από τη νίκη -που την ξαναθυμούνται σαν αυτοσκοπό στα play-off.

Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέαμα που προσφέρει το Last Dance. Η μόνη αντίστοιχη δουλειά που μου προκάλεσε ενδιαφέρον για κάτι πέρα από τα αγωνιστικά, ήταν η πρόσφατη ταινία για τον Μαραντόνα. Πιθανότατα γιατί πέρα από την προσωπική του περιπέτεια, την εκτόξευση στον ουρανό και την παταγώδη πτώση του έκπτωτου αγγέλου, έδινε μια πολύ γλαφυρή περιγραφή της ναπολιτάνικης κοινωνίας, της ομάδας ως κοινωνικό φαινόμενο για τον ιταλικό νότο, της αντίθεσης με τον βιομηχανικό βορρά κοκ. Παρεμπιπτόντως, θα είχε πολύ ενδιαφέρον και ίντριγκα μια ζευγαρωτή σύγκριση παράλληλων βίων, παλιά και νέα γενιά, Μαραντόνα και Τζόρνταν, έναντι Μέσι και Λεμπρόν Τζέιμς. Αλλά προσπερνάμε με δυσκολία τον πειρασμό, γιατί θα ξεφύγουμε -και άλλο.

Αυτό που είναι ίσως πιο ενδιαφέρον είναι ότι για πολλά ΜΜΕ-δημοσιογράφους -που δεν ταυτίζονται απαραίτητα με την κοινή γνώμη και ας την διαμορφώνουν- οι αδυναμίες του Τζόρνταν τονίζουν απλώς την τελειότητά του, την ανθρώπινη φύση ενός μπασκετικού θεού, ενός ήλιου με κάποιες σκοτεινές κηλίδες και αδυναμίες, όπως όλοι μας. Ξαφνικά ο αέρινος Τζόρνταν γίνεται πιο γήινος, προσιτός, “ένας από εμάς”. Και είναι πολύ δύσκολο να δεις το Last Dance και να μην τον συμπαθήσεις, αν δεν είχες από πριν διαφορετική προδιάθεση.

Αντιθέτως, για τον Μαραντόνα οι αδυναμίες γίνονται λόγος για να γκρεμίσουμε ένα τοτέμ και να φτάσουμε στην πλήρη απομυθοποίησή του από πολλά ΜΜΕ. Ο Τζόρνταν πρέπει να παραμείνει πρότυπο -μόνο ο Μπάρκλεϊ είχε το θάρρος να πει στους γονείς πως έχουν πρόβλημα αν τον προβάλλουν ως πρότυπο στα παιδιά τους- και τσαλακώνεται με μέτρο και υπολογισμένα, για να εξυψωθεί. Ενώ ο Μαραντόνα πρέπει να ριχτεί στο πυρ το εξώτερον. Κι αν ψάχνουμε τη βασική διαφορά που εξηγεί τα διαφορετικά κριτήρια και σταθμά (των ΜΜΕ επαναλαμβάνω) για τις δύο περιπτώσεις είναι πως ο Μαραντόνα, με όσα στραβά και ανάποδα έχει, μάλλον δε θα έλεγε ποτέ κάτι σαν “κι οι Ρεμπουμπλικάνοι αγοράζουν παπούτσια”, βάζοντας φερμουάρ στο στόμα του και στις πράξεις του.

Αυτό απαντά εν μέρει και στο δεύτερο βασικό ερώτημα περί αγιογραφίας. Στον “Τελευταίο χορό” ο Τζόρνταν έχει πάντα τον τελευταίο λόγο για να απαντήσει και να δώσει τη δική του εκδοχή. Στην τελική είναι -παραμένει- το κύριο εμπόρευμα που καλείται να πουλήσει τον εαυτό το και την εικόνα του, και το καταφέρνει πολύ καλά μέχρι σήμερα. Και τα καλά προϊόντα χρειάζονται καλό περιτύλιγμα και μια συσκευασία που να τα προστατεύει από ενοχλητικές φήμες.

Έτσι βλέπουμε πως η σύνδεση της δολοφονίας του πατέρα του με το δικό του πάθος για τον τζόγο είναι βασικά “δολοφονία χαρακτήρα” και μια ανυπόστατη θεωρία συνωμοσίας, αν και αυτά που μαθαίνουμε ως πραγματικότητα είναι λιγότερο πειστικά και από θεωρία συνωμοσίας, σε κάποια σημεία (ο πατέρας του κουράστηκε, κατέλυσε σε ένα μοτέλ, δεν τηλεφώνησε σε κανέναν και έπεσε θύμα ληστείας). Μαθαίνουμε ότι ο Τζόρνταν είδε ως ρούκι τους συμπαίκτες του να κάνουν σεξουαλικά όργια με ναρκωτικά, αλλά ο ίδιος έμεινε μακριά από καταχρήσεις, ότι δεν έκανε ποτέ επιθετικό φάουλ στον Ράσελ στην τελευταία χορευτική φιγούρα του με τους Τζαζ και ότι δεν είχε την παραμικρή ανάμιξη στον -κατανοητό μεν άδικο δε- αποκλεισμό του Αϊζάια Τόμας από τη Ντριμ Τιμ της Βαρκελώνης. Αλλά δε βλέπουμε τίποτα για την κλοπή απ’ τον Ντομινίκ, στο διαγωνισμό καρφωμάτων. Εντάξει Μάικλ, ό,τι πεις. Δική σου σειρά είναι άλλωστε…

Ο αντίλογος είναι πως το Last Dance πιάνει πολλά αγκάθια, που δε θα έπιανε ποτέ μια αγιογραφία, δείχνει τις σκοτεινές πλευρές του Μάικλ Τζόρνταν, δίνει τον λόγο σε αντιπάλους του, ακόμα και σε συμπαίκτες που ομολογούν πως τους έκανε τη ζωή δύσκολη και πρακτικά σχεδόν τον μισούσαν. Σε έναν τηλεοπτικό ύμνο αυτά δε θα είχαν προφανώς θέση και ο Τζόρνταν θα έμενε ατσαλάκωτος.

Ο δικός μου αντίλογος στον αντίλογο είναι πως πρόκειται για μια εξαιρετικά έξυπνη αγιογραφία. Οι βιογράφοι του ξέρουν πως δε θα ήταν πολύ πειστική-ρεαλιστική αν απέφευγε κάποια σημεία και πως ακόμα και μια αγιογραφία χρειάζεται λίγη ίντριγκα για να πουλήσει. Κάνουν όμως πολύ καλή προσπάθεια για να τον ξεπλύνουν σχολαστικά και να μας τον παραδώσουν ξανά σαν μαζικό είδωλο προς κατανάλωση, στο καλύτερο χρονικά σημείο, χωρίς άλλη αθλητική δραστηριότητα -ο ορισμός του τέλειου μάρκετινγκ.

Η σειρά κλείνει κινηματογραφικά, με την τελευταία χρονιά του Τζόρνταν στους Μπουλς, όπως θα έπρεπε να έχει κλείσει την καριέρα του κι όχι όπως ήταν πραγματικά ο τελευταίος χορός του. Κι αν ήταν ίσως λίγο αδύναμο το φινάλε, άφησε όμως το κοινό συγκινημένο, με κόκκινα μάτια, σαν αυτά του Τζόρνταν, που δεν κρύβονταν στα κοντινά πλάνα και άνοιξαν άλλο ένα θέμα προς συζήτηση στα social media, όπου η σειρά τρένταρε ως κορυφαίο θέμα, καθ’ όλη τη διάρκεια της προβολής της.

Και τώρα τι θα κάνουμε χωρίς Last Dance; Ήταν κι αυτό μια κάποια λύση. Και άντε να βρεις διάδοχη κατάσταση -το ίδιο ακριβώς πρόβλημα που είχε το ΝΒΑ όταν αποχώρησε ο Τζόρνταν από την ενεργό δράση, ως παίκτης…

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

2 Σχόλια

  • Ο/Η Stamatis Solanakis λέει:

    Βασικά δεν έχω διαβάσει κάτι καλύτερο από αυτό , όσο καιρό παίζει η σειρά ντοκιμαντέρ.
    Παρόλο που καταλαβαίνει κανείς ότι πολλές από τις αντεγκλήσεις ήταν φτιαχτές(πάντα υπήρχε μια κάμερα μπροστά εν γνώσει των παιχτών–πολλές φόρες κρυφογέλαγαν μετά τον “καυγά”) δεν μπορώ να παραγνωρίσω το– Πόση σήψη και κατρακύλα υπήρχε και υπάρχει στον κόσμο τους, στον “αθλητισμό” τους και πόσο “ωραία” πρότυπα έδωσαν στα τότε νέα παιδιά. Τα αποτελέσματα της παιδείας τους (αθλητικής και μη) γνωστά. Μπράβο για το κείμενο.

  • Ο/Η Stamatis Solanakis λέει:

    Και για να ξεκαθαρίσω: θεωρώ μακράν τον Τζορνταν τον κορυφαίο μπασκετμπολιστα μέχρι τώρα. Φυσικά ασύγκριτος με τους νέους σταρ(από Κομπε, λεμπρον και μετά) αλλά και πολύ καλύτερος από τους προγενέστερους του (τσαμπερλεϊν, ματζικ, μπερτ, τομας).
    Πάντως πολλά από αυτά που είδαμε τελικά πούλησαν. Και φτιάχτηκαν έτσι γι αυτό. Έτσι όπως το κόβω, το νταηλίκι, το αρχηγιλίκι, η μαγκιά, οι “σκοτεινές πτυχές” φτιάχτηκαν τότε για να πουλήσουν και χρησιμοποιήθηκαν εκ νέου για τον ίδιο λόγο. Πολυ πλαστικό το ντοκιμαντέρ, με το ζόρι “καλημέρα” να μας δείξουν πόσο ανθρωπινός ειναι, αλλά και πόσο στυγνός επιχειρηματίας εντός και εκτός γηπέδου, πράγμα που κι αυτό αρέσει στο κοινό που απευθύνεται, ή του δείχνει το πρότυπο.

Κάντε ένα σχόλιο: