Τυμβωρυχίες Ιωάννου Βαπτιστού Πατρικίου του Ανανεωτού

Όταν πάρεις τον αντικομμουνιστικό κατήφορο δύσκολα σταματάς τις ανυπόστατες κατηγορίες και συκοφαντίες εναντίον των κομμουνιστών, και είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα καταλήξεις στη λάσπη και θα συκοφαντήσεις ακόμα και τον Μαρξ.

Ομολογώ ότι έμεινα ενεός, διαβάζοντας όσα διαπράττει ο εκλεκτός ποιητής της φιλελέ αριστεράς Ιωάννης Βαπτιστής (έτσι τον βαπτίσανε, αλλά δεν άρεσε στη μαμά του [1]) τυμβωρυχώντας σε βάρος της μνήμης αποθανόντων εδώ και πάρα πολλά χρόνια κομμουνιστών λογοτεχνών.[2] Αλλά  αυτή την αποκαλυπτική για τον χαρακτήρα και την ιδεολογία του  κακοήθεια των αμάρτυρων «αποκαλύψεων», την έχει επιδείξει εδώ και χρόνια, πάντοτε μετά το θάνατο των θυμάτων και των οποιωνδήποτε ενδεχόμενων μαρτύρων, περιφερόμενος ως επίτιμος καλεσμένος στα αστικά κανάλια και παραχωρώντας συνεντεύξεις σε διάφορες αστικές φυλλάδες και έντυπα. Σε μια τέτοια περίπτωση, έγραψε ο Γιώργος Κακουλίδης στο Ριζοσπάστη:

«Στην εκπομπή του Σταύρου Θεοδωράκη “Πρωταγωνιστές”, αφιερωμένη στους ποιητές, εμφανίστηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, ο Τίτος Πατρίκιος. Ανάμεσα στα πολλά ηρωικά, έφθασε και στην περίπτωση του Γιάννη Ρίτσου, λέγοντας πως άλλα του έλεγε κατ’ ιδίαν ο ποιητής και άλλα κατέθετε δημόσια. Από τη στιγμή που ο Ρίτσος είναι νεκρός και δεν μπορεί να απαντήσει στη συκοφαντία της διγλωσσίας, πλέον καταφεύγουμε στη μαρτυρία μέσω του κουτσομπολιού. Τι ντροπή!» [3]

Δεν ήταν η μοναδική φορά που ο Τίτος κατηγόρησε τον Γιάννη Ρίτσο. Κι ας σημειωθεί ότι ο Ρίτσος ήταν ένας από τους ποιητές που «ζήλευε» ο Ιωάννης Βαπτιστής, όπως ο ίδιος έχει δηλώσει. [4] Μάλιστα, ήταν ο ποιητής που τον είχε βοηθήσει και γι’ αυτό ο Ιωάννης Βαπτιστής του χρωστάει «ευγνωμοσύνη». [5] Η μετά το θάνατο του Ρίτσου κατηγορία του Τίτου εναντίον του είναι πως ο Ρίτσος «θαύμαζε τον Σεφέρη αλλά αυτά δεν τα έλεγε δημόσια γιατί τότε εθεωρείτο [ο Σεφέρης] εκφραστής της Δεξιάς».[6] Με άλλα λόγια, ο Ρίτσος ήταν υποκριτής, αφού έλεγε κατ’ ιδίαν [στον Τίτο;] ότι θαύμαζε τον Σεφέρη, αλλά δεν τολμούσε να το πει δημόσια. (Θα μπορούσε να υποψιαστεί κανείς ευλόγως ότι αυτή η κατηγορία συνιστά «προβολή», δηλαδή απόδοση στον Ρίτσο των απόψεων του ίδιου του Τίτου, αφού ο Τίτος, όπως λέει, θαύμαζε τον Σεφέρη μέχρι «ζήλειας», κάτι που δεν το δήλωνε στους τότε συνεξόριστους συντρόφους του. Ποιος ήταν, αλήθεια, ο υποκριτής;)

Δεν στράφηκε μόνο κατά του Ρίτσου ο Ιωάννης Βαπτιστής, αλλά και εναντίον όλων των κομμουνιστών ποιητών, γεγονός που εκφράζει και σε ποιήματά του, όπως το «Στίχοι 2», που γράφτηκε τον Αύγουστο του 1957 και δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Μαθητεία» το 1963 [7]:

«Στίχοι που κραυγάζουν / στίχοι που ορθώνονται τάχα σαν ξιφολόγχες / στίχοι που απειλούν την καθεστηκυία τάξη / και μέσα στους λίγους πόδες τους / κάνουν ή ανατρέπουν την επανάσταση, / άχρηστοι, ψεύτικοι, κομπαστικοί, / γιατί κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα / κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες. / (Ποιες μάζες; Μεταξύ μας τώρα – ποιοι σκέφτονται τις μάζες; / Το πολύ μια λύτρωση ατομική, αν όχι ανάδειξη.) / Γι’ αυτό κι εγώ δε γράφω πια / για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια. / Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω / να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή. / Όσο μπορώ, κι όσο κρατήσω».

Διαβάζοντάς αυτούς τους στίχους του Πατρικίου, αντιλαμβάνεται κανείς πως ο Ιωάννης Βαπτιστής στρέφεται ενάντια στην επαναστατική ποίηση, χαρακτηρίζοντας τους στίχους της «άχρηστους, ψεύτικους, κομπαστικούς… φλύαρους, κούφιους […] γιατί κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα». (Ποιος ισχυρίστηκε, αλήθεια, κάτι τέτοιο;) Αυτό που τον ενδιαφέρει δεν είναι μια ποίηση που θα μπορούσε να συμβάλει στον αγώνα του λαού: «Ποιες μάζες; μεταξύ μας τώρα — ποιοι σκέφτονται τις μάζες; Το πολύ μια λύτρωση ατομική, αν όχι ανάδειξη». Έτσι, απευθύνεται παρενθετικά (βλ. συνωμοτικά) στους άλλους ποιητές, λες και αυτοί a priori συμφωνούν, «προβάλλοντας» ως γενικό στόχο τον στενά ατομικό του: «το πολύ μια λύτρωση ατομική, αν όχι ανάδειξη». Και κάνοντας γενικό το ατομικό («στην πλαστογραφημένη μας ζωή»), προσπαθεί να πλαστογραφήσει και τους άλλους.

«Το ποίημα [“Στίχοι 2”] του Πατρίκιου», γράφει ένας ακαδημαϊκός θαυμαστής του, που προφανώς συμφωνεί, προσθέτοντας  και τους δικούς του χαρακτηρισμούς κατά των κομμουνιστών ποιητών, «βάζει στο στόχαστρό του τους προγραμματικά αισιόδοξους και μαχητικά ορθόδοξους, εναρμονισμένους με την υψηλή ρητορική του Κόμματος, κομμουνιστές ποιητές, τους “δήθεν επαναστάτες”, κατηγορώντας τους για αφέλεια ή και υποκρισία».[8]

Αλλά εκτός από τις γενικές αντικομμουνιστικές επιθέσεις του Πατρικίου, υπάρχουν και οι προσωπικές, που εκτός από τον Γιάννη Ρίτσο αφορούν και κάποιους άλλους κομμουνιστές λογοτέχνες. Στην συνέντευξη που παραχώρησε στο λογοτεχνικό περιοδικό «Δέντρο» [9], στις 26.6.2018, ακολουθεί την ίδια επιθετική μέθοδο εναντίον του Μάρκου Αυγέρη και μάλλον εκδηλώνει το ίδιο σύμπτωμα: την «προβολή».

Το χειμώνα του 1950, όπως αφηγείται ο Ιωάννης Βαπτιστής [10], είχε κανονίσει με τους τότε νέους ποιητές Σπύρο Τσακνιά (1929-1999) και Δημήτρη Χριστοδούλου (1924-1991) να συναντήσουν το «ίνδαλμα» του Πατρικίου Μάρκο Αυγέρη (1884-1973). Ο χαρακτηρισμός «ίνδαλμα», του Πατρικίου για τον Μάρκο Αυγέρη, συνδηλώνει όχι μόνο την λογοτεχνική αξία του Αυγέρη αλλά και την τότε πολιτική ιδεολογία τού μετέπειτα αλλοιωθέντος και μεταλλαχθέντος Πατρικίου. Πριν μιλήσουμε, όμως, για την τυμβωρυχία του Πατρικίου σε βάρος του Μάρκου Αυγέρη, είναι αναγκαίο να παραθέσουμε κάποια ελάχιστα για το σημαντικό αυτόν ποιητή και θεωρητικό, για όσους δεν τον ξέρουν, προκειμένου να κατανοηθεί και το μέγεθος της τυμβωρυχίας που διέπραξε σε βάρος του ο Ιωάννης Βαπτιστής Τίτος Πατρίκιος.

Ο Μάρκος Αυγέρης, που αποτελούσε «πρότυπο ανθρώπινου, αγωνιστικού, επιστημονικού ήθους και προσφοράς στο λαό μας, εκτιμήθηκε και εξακολουθεί να εκτιμάται, ακόμα και από τους ιδεολογικούς αντιπάλους του. Και γιατί το – αν και όχι εκτενές – ποιητικό έργο του θεωρείται σημαντικότατο. Και γιατί τα θεωρητικά και κριτικά κείμενά του για κορυφαίους Έλληνες και ξένους ποιητές και πεζογράφους αποτελούν “αφετηριακό” και μέγιστο σημείο αναφοράς, “δάσκαλο” των σύγχρονων μελετητών (ακόμα και των αντιμαρξιστών) της ιστορίας, της θεωρίας και της κριτικής της λογοτεχνίας στην Ελλάδα». [11]

«Για κάθε σοβαρό σημερινό Έλληνα μελετητή αυτού του τομέα, η μελέτη του θεωρητικού και κριτικού έργου του Αυγέρη είναι εκ των ων ουκ άνευ. Και, αλήθεια, όποιος –ειδικός ή μη– μπει στον κόπο να κάνει μια συγκριτική ανάγνωση μεταξύ των θεωρητικών και κριτικών κειμένων του Αυγέρη και “δοκιμίων” κάποιων “νεωτεριστών” και “μεταμοντέρνων” θεωρητικών και κριτικών, θα διαπιστώσει στα κείμενα του Αυγέρη τη τεράστια ευρυμάθεια, την ανυπόκριτη μαρξιστική αντίληψη, το ήθος του. Τη βαθειά, τολμηρή, σαφή, καθάρια κριτική σκέψη, την ειλικρίνεια, ευαισθησία και σεμνότητα του ανθρώπου και του κριτικού, τη θερμή, ανεπιτήδευτη, χυμώδη, εύληπτη από όλους γλώσσα του. Την αγάπη του για το λαό και, εντέλει, τον πόθο του η λογοτεχνία να γίνει μέσο πνευματικής καλλιέργειας και κοινωνικής ανύψωσης του λαού. Αντίθετα στα κείμενα των “μεταμοντέρνων” θα διαπιστώσει τον ανομολόγητο, δήθεν απολιτικό κι όμως βαθύτατα πολιτικό, παρωπιδισμό τους, τη θεωρητική ανεπάρκεια, την αισθητική σύγχυση, τη νοηματική ασάφεια, την έπαρση του “παντογνώστη ειδικού”, την απώθηση, αν όχι την απέχθεια, για οτιδήποτε λογοτεχνικό αφορά κι εκφράζει το λαό μας, τη γλωσσική επιτήδευση, αν όχι μια απόλυτη τρικυμία εν κρανίω». [12]

Για την αξία του Μάρκου Αυγέρη μίλησαν και πολλοί άλλοι ποιητές, θεωρητικοί και άνθρωποι γενικότερα της Τέχνης:

Κώστας Βάρναλης: «Ο Αυγέρης […] εδέσποζε. Ήτανε φτασμένος πια ποιητής, […] προικισμένος με πολλή ευαισθησία κι ασφαλή κρίση και με νοσηρή σχεδόν συνείδηση της τελειότητας. Ό,τι έγραψε είναι αριστουργηματικό. Δυστυχώς έγραψε πολύ λίγα (σ.σ. εννοεί ποιήματα)».

Νίκος Εγγονόπουλος: «Όσο θα περνά ο καιρός, τόσο θα τρανεύει το όνομα του Μάρκου Αυγέρη, τόσο πιο πολύ θα φανερώνεται η μεγάλη σημασία της δουλειάς του μέσα στο πνευματικό ελληνικό στερέωμα».

Γιάννης Τσαρούχης: «Στον Αυγέρη η πρώτη ύλη δημιούργησε το έργο, ενώ σε άλλους το έργο καλύπτει την ανυπαρξία πρώτης ύλης… Είχε την απλότητα της αληθινής αρχοντιάς. Την αρχοντιά του, που ήτανε πρώτα απ’ όλα πνευματική, ήθελε να τη δώσει σε όλους. Αν στην ευγένειά του προσθέσουμε τον πραγματισμό του, τη γνώση της ζωής, θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε τη γοητεία που εξασκούσε η προσωπικότητά του. Ο Δίκαιος αυτός ήταν ένας από τους λίγους ανθρώπους που μ’ έκαναν να νοσταλγώ την Ελλάδα».[13]

Επίσης, δημοσίευσε κάποτε ένα άρθρο για τον Αυγέρη η εφημερίδα «Αυγή» [14], από το οποίο παραθέτω μερικά μικρά αποσπάσματα :

«Κι είναι αυτός ένας επιπλέον λόγος, με την ευκαιρία της περασμένης επετείου του θανάτου του, να μνημονεύσουμε την απουσία του, εκτός από τον κύριο, που είναι: να παρακινηθούν, έστω και λίγο από το σημείωμά μας, οι νεολαίοι να διαβάσουν το έργο του, το λογοτεχνικό κι οπωσδήποτε το θεωρητικό-κριτικό περί λογοτεχνίας, γιατί μ’ αυτό θα μάθουν να ξεχωρίζουν την αληθινή λογοτεχνία από τα, πλεονάζοντα σήμερα,… απονέρια της». Κι ύστερα συνέχισε η «Αυγή» την  παρότρυνση προς τους νέους να διαβάσουν τον Αυγέρη, παραθέτοντας κάποιους από τους στίχους του:

«Σ’ αυτό τον τόπο, που η φωνή

πνίγεται μέσα στο λαρύγγι,

τη λέξη θέλω, ζητάω τη λέξη σάλπιγγα

που ρίχνει τα τείχη της Ιεριχώς

και ξυπνάει τους κεκοιμημένους…».

Κι ακόμα:

«Μέσα στις ύπουλες ενέδρες των καιρών

έτοιμος πάντα να ’σαι

γι’ αντίσταση κι άγριον αγώνα.

Κι αν τόχει η μοίρα σου να πέσεις

βάστα ακόμα,

μη πεις ποτέ, ψυχή μου παραδώσου».

Προφανώς, αυτοί οι στίχοι του Αυγέρη ανήκουν σ’ εκείνους που ο Ιωάννης Βαπτιστής με την σύμφωνη γνώμη της κουστωδίας του, χαρακτήρισε «άχρηστους, ψεύτικους, κομπαστικούς… φλύαρους» και «κούφιους… προγραμματικά αισιόδοξους και μαχητικά ορθόδοξους, εναρμονισμένους με την υψηλή ρητορική του Κόμματος» γραμμένους από «κομμουνιστές ποιητές, τους “δήθεν επαναστάτες”».

Κι ήλθε, λοιπόν, ο Ιωάννης Βαπτιστής Τίτος Πατρίκιος, σχεδόν μισό αιώνα μετά το θάνατο του Μάρκου Αυγέρη και επικαλούμενος εμμέσως τη ανύπαρκτη μαρτυρία δύο νεκρών εδώ και κάποιες δεκαετίες μαρτύρων, του Τσακνιά και του Χριστοδούλου, για να «αποκαλύψει» την διγλωσσία του «ινδάλματός» του: «Πίνοντας καφέ, μας είπε διάφορα θαυμαστά, αλλά και το ακόλουθο: “Ο μεγαλύτερος σύγχρονος ποιητής είναι ο Τ.Σ.Έλιοτ”. Εμείς, όμως, πρέπει να λέμε ότι είναι κακός ποιητής γιατί είναι δεξιός». Αυτά τα βρόμικα εκστόμισε, λοιπόν, ο ποιητής Ιωάννης Βαπτιστής, τυμβωρυχώντας κατά του νεκρού ινδάλματός του, και προσέθεσε: «Αυτή η διπλή στάση “άλλα λέμε μέσα και άλλα λέμε έξω” με σφράγισε, με οδήγησε σε αδιέξοδο αργότερα και στην απόρριψη».[15] Όσον αφορά, όμως, την περίπτωση του Τ.Σ. Έλιοτ, ας συμπληρώσουμε κάτι που υποστήριζε αυτός ο ποιητής: «… η ποίηση δεν απευθύνεται στις μάζες αλλά σε μια πνευματική ελίτ». [16]

Αυτή την αριστοκρατική αρχή ο Τίτος την έκανε στίχο στο ποίημα «Στίχοι 2», που παραθέσαμε πιο πάνω: «[…] Ποιες μάζες; Μεταξύ μας τώρα – ποιοι σκέφτονται τις μάζες; Το πολύ μια λύτρωση ατομική, αν όχι ανάδειξη […]» Και μάλλον ο ίδιος, που σίγουρα θαύμαζε και ζήλευε, όπως λέει, το Σεφέρη, θα ήταν παράξενο να μη θαυμάζει και εκείνον που θαύμαζε ο Σεφέρης, τον Τόμας Στερνς Έλιοτ, τον οποίο ο Σεφέρης μετέφρασε και στα ελληνικά. Αντί, όμως, να δηλώσει ανοιχτά τις αστικές του ποιητικές και πολιτικές αρχές, επέλεξε να τις «προβάλει» ως κατηγορίες στον Ρίτσο και στον Αυγέρη. Στην ίδια προαναφερόμενη συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στο «Δέντρο», μετά την παραπάνω λάσπη κατά του Αυγέρη ο Τίτος στρέφεται για άλλη μία φορά κατά του Ρίτσου («Ο Γιάννης Ρίτσος με επηρέασε θετικά γιατί είχε διανοητικό “άνοιγμα”, αλλά ήταν κι αυτός δίγλωσσος, όχι μόνο στη σκέψη αλλά και στη ζωή του»). [17]

Φυσικά, όταν πάρεις τον αντικομμουνιστικό κατήφορο δύσκολα σταματάς τις ανυπόστατες κατηγορίες και συκοφαντίες εναντίον των κομμουνιστών, και είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα καταλήξεις στη λάσπη και θα συκοφαντήσεις ακόμα και το Μαρξ. Κι αυτό ακριβώς συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Γιατί ο Πατρίκιος, διαβάζοντας στο Παρίσι μια φράση σε μια επιστολή που έστειλε το 1844 ο νεαρός Μαρξ σ’ έναν εγελιανό φίλο του κατανόησε αίφνης (σατόρι;) ότι ο Μαρξ είχε την «ιδέα της επιβολής της δικτατορίας» πάνω στην ανθρωπότητα («είτε [αυτή] το θέλει είτε όχι») και συγκλονίστηκε. Μέχρι να κατανοήσει αυτή τη φράση πίστευε ότι «διαστρεβλώνεται το πνεύμα του Μαρξ από το Κόμμα και ότι ο Στάλιν πρόδιδε τις ιδέες του Λένιν» [18]. Και πίστευε επίσης ότι και «ο Λένιν, με τη σειρά του,  διαστρέβλωνε τον Μαρξ»[19]. Διαβάζοντας, όμως, την «τρομερή φράση» κατάλαβε ότι τα πράγματα ήταν ανάποδα κι ότι το κακό είχε ξεκινήσει από το νεαρό Μαρξ. Στη συνέχεια ήρθε μετά ο Λένιν που εφάρμοσε την δικτατορική ιδέα του Μαρξ (βλ. «ιδέα της δημιουργίας πρωτοπορίας μέσω του Κόμματος» που «επιβάλλεται δικτατορικά»), «για ν’ ακολουθήσει μετά ο Μάο και άλλοι νεότεροι, όπως ο Κιμ Γιονγκ Ουν, με τις ίδιες απόψεις. Όλοι αυτοί έχουν την πεποίθηση ότι υπηρετούν την αλήθεια, το σωστό, οπότε νιώθουν υποχρεωμένοι να το επιβάλουν με τη βία. Ίδια είναι και η αντίληψη των Τζιχαντιστών».[20]

Όλα, λοιπόν, εξηγούνται… ανάποδα, κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Όπως αποκαλύπτει ο Ιωάννης Βαπτιστής στην αρχή του εξ αποκαλύψεως κειμένου του διάβαζε εκτός από τον Θεοδωρίδη («Εισαγωγή στη Φιλοσοφία») διάφορα «αντιμαρξιστικά κείμενα», για να μάθει μαρξισμό. «Μέσα από αυτά», λέει, «βγάζαμε συμπεράσματα διαβάζοντάς τα ανάποδα…».[21] Ίσως είναι ευφυής μέθοδος, δεν ξέρω, για να μελετήσει κανείς τον μαρξισμό, αλλά, φοβάμαι πως μπορεί κανείς να μπερδευτεί και να καταλήξει σαν τον Πατρίκιο που αναποδογύρισε τελικά τις μαρξιστικές ιδέες και τις εξίσωσε με εκείνες των τζιχαντιστών. Είναι κι αυτή μια παραλλαγή της θεωρίας των δύο άκρων. Μόνο που ο Ιωάννης Βαπτιστής Τίτος Πατρίκιος, μετά την τρομερή ανακάλυψη του Παρισιού και των εξισώσεων Μαρξ, Στάλιν, Λένιν, Μάο, Κιμ Γιονγκ Ουν, Τζιχάντ άρχισε να ενδιαφέρεται, όπως λέει, για τον «ανανεωτικό μαρξισμό», τον Γκράμσι (δεν ξέρω τι τού έφταιξε ο Γκράμσι), «το κίνημα του ευρωκομουνισμού» και ανακάλυψε «την ιταλική σκέψη» [22] — ξέρετε: «Compromesso storico» (ιστορικός συμβιβασμός με τον καπιταλισμό, Ντ’ Αλέμα με Κλίντον η νέα νατοϊκή «αριστερά», της «ανανέωσης» το κάγκελο και δε συμμαζεύεται). Έτσι ο Τίτος έφτασε στο τέλος του κατήφορου και κατέληξε «ανανεωτής» τυμβωρύχος και κοινός διαστρεβλωτής του Μαρξισμού, διαβάζοντας τον ανάποδα.

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. «Το όνομά μου είναι Βαπτιστής, η μητέρα μου το άλλαξε από αντίδραση και το έκανε “Τίτος”. Εξαιτίας του έχω τραβήξει πολλά» Βλ. www.lifo.gr , 8.7.2017

Τώρα, όμως, δηλώνει: «… ολόκληρο το όνομά μου είναι Ιωάννης Βαπτιστής Τίτος». Βλ. περιοδικό «Το Δέντρο», τεύχος 222-223, σελ. 131

2. Βλ. περιοδικό «Το Δέντρο», τεύχος 222-223, σελ. 131-134

3. Βλ. Ριζοσπάστης, 30.12.2012, Ένθετη Έκδοση «7 ημέρες μαζί», σελ. 6

4. «Τον Καβάφη τον ζηλεύω, τον Καρυωτάκη τον ζηλεύω, τον Σεφέρη τον ζηλεύω, το Ρίτσο τον ζηλεύω». Βλ. ηλεκτρονικό περιοδικό «Έντεχνος Λόγος», 14 Αυγούστου 2015, «Κουβεντιάζοντας με τον ποιητή Τίτο Πατρίκιο»

5. «Ο Ρίτσος στα νεανικά μου χρόνια έπαιξε σημαντικό ρόλο. Αργότερα επήλθε πλήρης ρήξη. Όμως παραμένω πάντα ευγνώμων σε όσα μου πρόσφερε. Στην εξορία μού είπε να διαβάσω Νερούντα που με επηρέασε πολύ». Βλ. εφ. Το Βήμα, «Τίτος Πατρίκιος: Στη ζωή μου κυριαρχεί η βαθμιαία απόρριψη των βεβαιοτήτων», 9 Απριλίου 2015

6. Στο ίδιο

7. Τίτος Πατρίκιος, «Μαθητεία (1952-1962)», Πρίσμα, Αθήνα 1963

8. Βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, «Τίτος Πατρίκιος και Μανόλης Αναγνωστάκης: εκλεκτικές συγγένειες», στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Ο αναγνώστης» (www.oanagnostis.gr)

9. «Το Δέντρο», ό.π., σελ. 130-134

10. Στο ίδιο, σελ. 132

11. Βλ. Ριζοσπάστης, 8.6.2003, «Μάρκος Αυγέρης, “Ζει”, θανάτῳ θάνατον πατήσας», Ένθετη έκδοση: «7 μέρες μαζί», σελ.3

12. Βλ. «Περί…γραφής», «Αυγέρης Μάρκος: Πνευματικός Λιτά Πλούσιος…» http://www.peri-grafis.net/ergo.php?id=379

13. Στο ίδιο

14. Όπως παρατίθεται στο ίδιο

15.«Το Δέντρο», ό.π., σελ. 132

16. Βλ. Βικιπαίδεια, λήμμα «Τόμας Στερνς Έλιοτ»

17. «Το Δέντρο», ό.π., σελ. 132

18. Στο ίδιο, σελ. 133

19. Στο ίδιο

20. Στο ίδιο, σελ.19-20

21. Στο ίδιο, σελ. 130

22. Στο ίδιο, σελ. 134

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: