Οι ρεμπέτες, οργανικοί διανοούμενοι της ελληνικής εργατικής τάξης

Μια σειρά ιδιαιτεροτήτων του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού συντελεί ώστε να μπορούν να θεωρηθούν οι ρεμπέτες «οργανικοί διανοούμενοι» του εργατικού κινήματος στη χώρα μας…Εξίσου σημαντικοί με τα ιστορικά στοιχεία είναι οι κοινωνικοί-πολιτιστικοί δεσμοί που συνδέουν το ρεμπέτικο με την εργατική και τις άλλες υποτελείς τάξεις.

Η σχέση διανόησης-κοινωνικών τάξεων αποτέλεσε ανέκαθεν ένα εξαιρετικά σύνθετο και ακανθώδες ζήτημα για την επαναστατική θεωρία και πράξη, ειδικότερα στη μαρξιστική παράδοση. Εντός αυτής της τελευταίας, η πλέον συστηματική ανάλυση του θέματος είναι αυτή του Αντόνιο Γκράμσι, ο οποίος προέβη στην περίφημη διάκριση μεταξύ οργανικών και παραδοσιακών διανοουμένων. Κάθε κοινωνική τάξη που συγκροτείται στο πεδίο της οικονομίας δημιουργεί ένα στρώμα οργανικών διανοουμένων που εξειδικεύουν τη δράση της και της προσδίδουν ιδεολογική και πολιτική ομοιογένεια και συνείδηση των συμφερόντων της (π.χ οργανικοί διανοούμενοι των καπιταλιστών είναι οι τεχνικοί της βιομηχανίας, οι νομικοί, οι οικονομολόγοι κτλ). Από την άλλη πλευρά, κάθε νέα κοινωνική τάξη που γίνεται κυρίαρχη βρίσκει κατηγορίες διανοουμένων που υφίσταντο από προηγούμενους κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς, οι οποίοι εμφανίζονται ως εκπρόσωποι και θεματοφύλακες μιας αδιάσπαστης ιστορικής συνέχειας (παραδοσιακοί διανοούμενοι), με ενδεικτικό παράδειγμα την εκκλησιαστική διανόηση. Στην πραγματικότητα ο διαχωρισμός αυτός δεν είναι απόλυτος και σταθερός, δεδομένου ότι κάθε σωματική δραστηριότητα απαιτεί κάποιο βαθμό τεχνικής εξειδίκευσης και συνεπώς ένα ελάχιστο πνευματικής εγρήγορσης. Άρα, κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα είναι εν μέρει διανοητική και όλοι οι άνθρωποι είναι διανοούμενοι, αν και δε λειτουργούν πάντα ως τέτοιοι. Καθώς η ιστορία προχωρά και μεταβαίνουμε από απλούς σε πιο σύνθετους κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς, οι παραδοσιακοί λόγιοι και φιλόσοφοι αντικαθίστανται όλο και περισσότερο από διανοούμενους δημιουργούς και οργανωτές της πρακτικής δράσης στο χώρο της τεχνικής επιστήμης και της ουμανιστικής παιδείας, και παράλληλα εντείνεται και τελειοποιείται η εξειδίκευση του ανθρώπινου πνεύματος μέσα από την ενσωμάτωση των εκάστοτε παραδοσιακών διανοουμένων στο νέο οικονομικοκοινωνικό σχηματισμό και την αντίστοιχη επέκταση του εκπαιδευτικού συστήματος. Στα πλαίσια αυτά, ορισμένες κοινωνικές ομάδες (μικρομεσαία αστική τάξη της πόλης και της υπαίθρου) «ειδικεύονται» σε διαφορετικούς κλάδους της διανόησης ανάλογα με τη διασύνδεση των ποικίλλων κλασσικών και επαγγελματικών σχολείων με την παραγωγική διαδικασία.

Αν τα όρια μεταξύ οργανικών και παραδοσιακών διανοουμένων είναι θολά και δυσδιάκριτα στις προκαπιταλιστικές και τις καπιταλιστικές κοινωνίες, θολώνουν ακόμη περισσότερο στην περίπτωση της σχέσης τους με την εργατική τάξη, καθώς η τελευταία αποσκοπεί στην κατάργηση των ταξικών διακρίσεων και του ίδιου του διαχωρισμού χειρωνακτικής- διανοητικής εργασίας. Ενδεικτικό αυτού του θολώματος είναι το πεδίο του πολιτισμού και της τέχνης. Εδώ, χαρακτηριστική περίπτωση είναι η ελληνική και ειδικότερα το ρεμπέτικο τραγούδι. Μια σειρά ιδιαιτεροτήτων του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού συντελεί ώστε να μπορούν να θεωρηθούν οι ρεμπέτες «οργανικοί διανοούμενοι» του εργατικού κινήματος στη χώρα μας.

Το πρώτο στοιχείο που τεκμηριώνει μια τέτοια προσέγγιση είναι το γεγονός ότι η εμφάνιση και η διάδοση του ρεμπέτικου συνέπεσε με το μεγάλο προσφυγικό ρεύμα του 1922, την αυτόνομη κοινωνική και πολιτική συγκρότηση της ελληνικής εργατικής τάξης, με ορόσημο την ίδρυση του ΣΕΚΕ στον απόηχο της Οκτωβριανής Επανάστασης και τη συνακόλουθη όξυνση των κοινωνικοπολιτικών ανταγωνισμών, που κορυφώθηκε στο τέλος της δεκαετίας του 40. Από αυτή την άποψη, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το ρεμπέτικο βρέθηκε στο στόχαστρο της μεταξικής λογοκρισίας και ότι, μαζί με τα αντιστασιακά τραγούδια, ήταν το μόνο είδος που κατέγραψε συστηματικά τα βιώματα και τους αγώνες των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων στα δύσκολα χρόνια του πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου. Αντιπροσωπευτικά αυτής της περιόδου είναι τα εξής τραγούδια: «Γεια σας φανταράκια μας», «Μουσολίνι άλλαξε γνώμη» (Μ. Βαμβακάρης) (αναφέρονται στον Ελληνοιταλικό Πόλεμο, και ειδικά το τελευταίο ασκεί αιχμηρή κοινωνική και πολιτική κριτική στο ιταλικό φασιστικό καθεστώς), «Ματσάκια πεντοχίλιαρα» (Μ. Βαμβακάρης, αναφέρεται στο πληθωριστικό χρήμα της Κατοχής), «Οι μαυραγορίτες», «Ο σαλταδόρος» (Μ. Γενίτσαρης, το τελευταίο αναφέρεται στα παιδιά και τους εφήβους που έκλεβαν προμήθειες από τους κατακτητές), «Να ναι γλυκό το βόλι» (Δ. Μπαγιαντέρας), «Ένας λεβέντης χάθηκε» (Μ. Γενίτσαρης), που αναφέρονται στην εαμική αντίσταση και το θάνατο του Άρη Βελουχιώτη αντίστοιχα, και «Στέλιος Καρδάρας» (Μ. Γενίτσαρης), που γράφτηκε προς τιμήν ενός νεαρού μαχητή της ΟΠΛΑ ο οποίος βασανίστηκε και εκτελέστηκε από τους ταγματασφαλίτες.

Εξίσου σημαντικοί με τα ιστορικά στοιχεία είναι οι κοινωνικοί-πολιτιστικοί δεσμοί που συνδέουν το ρεμπέτικο με την εργατική και τις άλλες υποτελείς τάξεις. Ως προς τους δεσμούς αυτούς, σημειωτέον καταρχάς ότι οι σπουδαιότεροι συνθέτες του ρεμπέτικου ήταν εργατικής ή προσφυγικής καταγωγής (Μ. Βαμβακάρης, Αν. Δελιάς, Στρ. Παγιουμτζής, Γ. Παπαϊωάννου, Π. Τούντας, Ευ. Παπάζογλου, Γιοβάν Τσαούς, Α. Χατζηχρήστος) ενώ ακόμη και όσοι ήταν μεσοαστικής καταγωγής, όπως ο Β. Τσιτσάνης, έζησαν και δημιούργησαν σε μεγάλες πόλεις (Αθήνα, Πειραιάς και Θεσσαλονίκη) όπου η παρουσία των κατώτερων στρωμάτων ήταν καταλυτική. Το ρεμπέτικο αποτυπώνει τη ζωή και τις εμπειρίες αυτών των κοινωνικών ομάδων, που για διάφορους λόγους είχαν περιθωριοποιηθεί. Εδώ δύο κατηγορίες είναι οι πλέον χαρακτηριστικές. Η πρώτη είναι ο κόσμος της παρανομίας και ιδιαίτερα όσοι έκαναν χρήση ουσιών   (κυρίως χασίς και δευτερευόντως ηρωίνης και κοκαΐνης), οι οποίοι θεωρούνταν διαφθορείς των, κατά την κυρίαρχη αστική και μικροαστική ιδεολογία, «χρηστών ηθών»  («Κάτω στα λεμονάδικα», «Ο κατάδικος», «Πέντε χρόνια δικασμένος», «Ρε μάγκα το μαχαίρι σου», «Αντιλαλούν οι φυλακές», «Βαρέθηκα τον αργιλέ», «Πρέζα όταν πιεις», «Στην υπόγα», «Με μαυράκι κι ηρωίνη», «Χθες το βράδυ στο σκοτάδι» κα). Η δεύτερη κατηγορία ήταν οι γυναίκες, που σε αντίθεση με την τότε επικρατούσα αντίληψη περί «κατωτερότητάς» τους και περιορισμού τους στο σπίτι, κατείχαν περίοπτη θέση στο ρεμπέτικο ως τραγουδίστριες και αντιμετωπιζόταν με απόλυτο σεβασμό από τους άνδρες συναδέλφους τους με τους οποίους συναναστρέφονταν διαρκώς και ισότιμα, πρωτοπορώντας στη γυναικεία χειραφέτηση. Αυτό το κλίμα ισότητας και απελευθέρωσης είναι εμφανές σε πολλά ρεμπέτικα τραγούδια («Χαρικλάκι», «Δημητρούλα», «Η γκαρσόνα», «Το παιχνίδι του Αμερικάνου», «Γίνομαι άντρας», «Ντυμένη σαν αρχόντισσα», «Γιατί φουμάρω κοκαΐνη», «Για να ξέρεις αλανιάρη» κα).

Το τελευταίο στοιχείο που πιστοποιεί τη σχέση ρεμπέτικου τραγουδιού-εργατικών στρωμάτων είναι η ενσωμάτωση κεντρικών θεματικών της εργατικής-αντικαπιταλιστικής ιδεολογίας. Η βασικότερη είναι η περιφρόνηση του χρήματος και ο τρόπος που αυτό καθορίζει και αλλοτριώνει τις ανθρώπινες σχέσεις στη σύγχρονη κοινωνία, φιλικές ή ερωτικές. Οι τίτλοι των τραγουδιών είναι κάτι παραπάνω από εύγλωττοι («Το συμφέρον», «Το πορτοφόλι», «Ψεύτικος ντουνιάς», «Το χρήμα δε το λογαριάζω», «Όσοι έχουνε πολλά λεφτά», «Τι κι αν φορώ τραγιάσκα», «Δε θέλω πλούτη και λεφτά» κα). Ακόμη όμως και στα ελάχιστα τραγούδια όπου αποδίδεται θετική αξία στο χρήμα («Αν μ’ αξιώσει ο θεός», «Μπουζούκι γλέντι του ντουνιά») αυτό δεν αντιμετωπίζεται ως μέσο κοινωνικής ανέλιξης και υιοθέτησης του τρόπου ζωής της άρχουσας τάξης, αλλά εξίσωσης των κοινωνικών συνθηκών και εδραίωσης των αξιών και των συνηθειών των από κάτω. Επιπλέον, πολλά τραγούδια αφιερωμένα σε συγκεκριμένες κατηγορίες επαγγελμάτων αναδεικνύουν τις δυσκολίες αλλά και την αξία της βιοποριστικής εργασίας ως πηγής απόκτησης εμπειριών, αυτοπεποίθησης και διαμόρφωσης της προσωπικότητας των ανθρώπων του μόχθου («Εργάτης τιμημένος», «Ο θερμαστής», «Οι σφουγγαράδες», «Γιατί δε με θες κυρά μου», «Το χασαπάκι» κα). Σε αυτά πρέπει να προστεθεί η χρήση λέξεων τούρκικης και αραβικής προέλευσης (γιαγκίνι, σεβντάς κα) όπως και μουσικών κλιμάκων της ανατολής με αντίστοιχες ονομασίες (χιτζάζ, σαμπάχ, νιαβέντ), η οποία, όντας δηλωτική της καλλιτεχνικής αξίας και της διεθνούς και διαχρονικής απήχησης του ρεμπέτικου, αποτέλεσε και αποτελεί ακόμη αφορμή στοχοποίησής του ως «αντεθνικού» τόσο από συντηρητικούς και εθνικιστικούς κύκλους όσο και από την κυρίαρχη «φιλελεύθερη» αστική ιδεολογία, στο όνομα του υποτιθέμενου καθήκοντος «εκδυτικισμού»-«εξευρωπαϊσμού» της χώρας.

Θα κλείσω με μια αναφορά σε ένα εμβληματικό τραγούδι που κατά τη γνώμη μου συμπυκνώνει όλα τα κοινά στοιχεία ρεμπέτικου τραγουδιού και εργατικής-σοσιαλιστικής ιδεολογίας και πρακτικής (προσφυγιά, φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός, ταξική εκμετάλλευση, προοπτική κοινωνικής απελευθέρωσης). Πρόκειται για «Το παιδί του δρόμου» του Βαγγέλη Παπάζογλου, και ειδικά για την τρίτη στροφή του, που αποτυπώνει υποδειγματικά τη διαλεκτική εκμετάλλευσης-χειραφέτησης υπό την επίδραση των νικών και των ηττών της επανάστασης, κυρίως στη Ρωσία αλλά και σε άλλες χώρες: «Η πείνα δε με φόβισε, ορφάνια δε θυμούμαι, ελπίδα έχει στο ντουνιά (μετέπειτα «βρέθηκα έτσι στο ντουνιά») και δεν παραπονούμαι»…

Ραφαήλ Παπαδόπουλος

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

2 Trackbacks

Κάντε ένα σχόλιο: