Οι μεταμοντέρνες τάσεις και το πισωγύρισμα στους στόχους της επιστήμης – Β’ Μέρος

Μήπως έχουν όλες οι «υποκειμενικές αλήθειες» την ίδια αξία; Αν είναι έτσι να αντικαταστήσουμε στην θεραπεία των ασθενειών τα αντιβιοτικά με μαντζούνια και φυλαχτά.
Όχι να μην το κάνουμε…

Συνέχεια από το Α’ Μέρος

Τέλος, αυτή η διακήρυξη της απέχθειας των μεταμοντέρνων για μεγάλου επιπέδου θεωρία στην επιστήμη και η αγάπη τους για την πολυδιάσπαση, κρύβει από πίσω της ένα είδος πολεμικής στο ιδεολογικό επίπεδο με τον Μαρξισμό/Λενινισμό. Εναντιώνεται κοντολογίς στην αντίληψη των μαρξιστών-λενινιστών περί συγκεντροποίησης της παραγωγής και κεντρικού ελέγχου. Της άποψης, δηλαδή, ότι μπορεί να συντονίζεται και να προγραμματίζεται η παραγωγή ενός κράτους σε όλους τους τομείς ενιαία. Υπό αυτήν την έννοια, η προσκόλληση στην πολυδιάσπαση, αποτελεί την άρνηση αυτής της δυνατότητας, άρα και την άρνηση μιας εκ των βασικών αρχών του κομμουνισμού. Η πραγματικότητα, βέβαια, τους διαψεύδει, αφού η παραγωγή στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα ακολουθεί συνεχώς πορεία συγκεντροποίησης, με τα μονοπώλια να γίνονται όσο πάει και λιγότερα αριθμητικά, ενώ μοιράζονται μεταξύ τους όλο και περισσότερο όγκο και κλάδους παραγωγής. Φυσικά, σε συνθήκες καπιταλισμού, ακόμα και αν οι τεχνικές συνθήκες το επιτρέψουν, δεν μπορεί να επιτευχθεί πλήρης και απόλυτη συγκεντροποίηση με κεντρικό έλεγχο.

Μεταμοντερνισμός και σχετικισμός

Οι φρενήρεις ρυθμοί της σύγχρονης κοινωνίας, οι εξελίξεις στις επικοινωνίες και στις συγκοινωνίες και η απογείωση της πληροφορικής όπως είναι φυσικό προκαλούν σύγχυση σε όσους προσπαθούν να κατανοήσουν τον κόσμο μας, έναν κόσμο που μοιάζει να τρέχει σε ταχύτερους ρυθμούς από αυτούς που μπορούμε να ακολουθήσουμε. Άπειρες πληροφορίες, υπερβολικός «θόρυβος», ψευδείς ειδήσεις, παρεμβάσεις των οποίων τις πλήρεις προεκτάσεις δεν μπορούμε να προβλέψουμε, αστάθεια και αβεβαιότητα. Όλα ετούτα μας δημιουργούν την εντύπωση ότι η αλήθεια είναι κάτι που πιθανόν να μην μπορούμε τελικά να προσεγγίσουμε. Η αισιοδοξία που μας έδωσε η επιστημονική και βιομηχανική επανάσταση, ότι κάποια στιγμή θα αποκωδικοποιήσουμε όλα τα μυστικά του κόσμου, αντικαταστάθηκε από ένα είδος αβεβαιότητας, που κατά ειρωνικό τρόπο έμοιαζε να μεγαλώνει όσο οι επιστήμες και η τεχνολογία εξελίσσονταν μέσα στον 20ο αιώνα. Στην επιστημονική και φιλοσοφική σκέψη, ένα από τα παράγωγα αυτής της αβεβαιότητας σχηματοποιήθηκε σε αυτό που ονομάζουμε «σχετικισμό».

Ας ξεκινήσουμε δίνοντας έναν ορισμό του «σχετικισμού»:

«Σχετικισμός είναι η έννοια που υποστηρίζει ότι διαφορετικές οπτικές δεν έχουν καμία σχέση με την απόλυτη αλήθεια ή εγκυρότητα. Συμπληρωματικά, αυτές οι διαφορετικές οπτικές έχουν μόνο σχετική, υποκειμενική αξία, σύμφωνα με τις εκάστοτε διαφορές στην αντίληψη και στην θεώρηση. Η ουσία του σχετικισμού είναι ότι δεν υπάρχει καμία σταθερά που να είναι έγκυρη για όλους. Οι σχετικιστές πιστεύουν ότι δεν υπάρχει η απόλυτη αλήθεια, εφόσον δεν υπάρχουν εξωτερικά αντικειμενικά στάνταρ που να είναι αποδεκτά από όλους. […] «αυτό που είναι αληθές για εσένα δεν είναι αληθές για εμένα». […] Εφόσον ο σχετικισμός δεν υποτάσσεται σε καμία αντικειμενική εξωτερική αλήθεια ή αρχή, είναι ιδιοτελής και υπερήφανος και αντανακλά την αντίληψη ότι είναι καλύτερο ο καθένας να αποφασίζει για τον εαυτό του»1

Βλέπουμε εκτός των άλλων μια ροπή του σχετικισμού προς τον ατομι[κι]σμό. Εφόσον υποθέσουμε ότι αντικειμενικό κριτήριο δεν υπάρχει, υπάρχουν άπειρα υποκειμενικά κριτήρια. Όχι μόνο μια αλήθεια, πολλές αλήθειες. Άραγε, αν δεχθούμε τη λογική του σχετικισμού, σε ποια βάση θα αξιολογούμε τους διάφορους υποκειμενισμούς; Υπάρχει τρόπος; Σάμπως μέσα από το φίλτρο του δικού μας υποκειμενισμού; Μήπως έχουν όλες οι «υποκειμενικές αλήθειες» την ίδια αξία; Αν είναι έτσι να αντικαταστήσουμε στην θεραπεία των ασθενειών τα αντιβιοτικά με μαντζούνια και φυλαχτά.

Όχι να μην το κάνουμε…

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ένα κριτήριο ανάμεσα στις διάφορες «εναλλακτικές θεραπείες» μπορεί να είναι η αποτελεσματικότητα. Ναι, θα υπάρχουν πάντα κάποιοι που θα επιμένουν ότι οι ματζουνοθεραπείες είναι πιο αποτελεσματικές, όμως τα πειραματικά δεδομένα δείχνουν κάτι ριζικά διαφορετικό. Όποιων η «υποκειμενική άποψη» γέρνει υπέρ των αντιβιοτικών, θα έχουν καλύτερες πιθανότητες να αντιμετωπίσουν μια ασθένεια σε σχέση με εκείνους που προτιμούν τους μάγους γιατρούς. Η όποια δυσκολία να φτάσουμε στην αλήθεια, η πολλαπλότητα των συμφερόντων και των αντιλήψεων, καθώς και το γεγονός ότι δεν υπάρχει κάποια χρυσή συνταγή, δεν σημαίνει ότι δεν γίνεται να την προσεγγίσουμε. Η δήλωση ότι η Γη είναι σφαιρική –παρότι δεν πρόκειται για τέλεια σφαίρα- είναι πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα σε σχέση με τη δήλωση ότι η Γη είναι επίπεδη.

Σε μεγάλο βαθμό, ο μεταμοντερνισμός θεμελιώθηκε επάνω στην αμφισβήτηση. Αμφισβήτηση του μοντέρνου, αμφισβήτηση των «μεγάλων αφηγήσεων», αμφισβήτηση του παρελθόντος, αμφισβήτηση των παραδόσεων, αμφισβήτηση των σταθερών κ.α. Αν κάτι αγαπάει το μεταμοντέρνο, είναι η αστάθεια και η μεταβολή, συνεπώς και απέχθεια για οτιδήποτε «κανονιστικό». Όλα τα παραπάνω, δείχνουν ότι υπάρχει «εκλεκτική συγγένεια» του μεταμοντέρνου με τον σχετικισμό.

Είπαμε παραπάνω ότι στα πλαίσια του σχετικισμού, η αλήθεια αποκτά έναν υποκειμενικό χαρακτήρα, είναι η αλήθεια του καθενός, και δεν υπάρχουν «μεγάλες αλήθειες». Σαν αντίληψη στην επιστημονική μέθοδο των ανθρωπιστικών επιστημών, όταν όλο αυτό φτάσει στα άκρα, μπορεί να προκαλέσει διάφορα «ζητήματα».

Ας πάρουμε για παράδειγμα την μέθοδο συλλογής πληροφοριών μέσω της προσωπικής συνέντευξης, μια μέθοδο που χρησιμοποιείται από κοινωνιολόγους, οικονομολόγους, πολιτικούς επιστήμονες, κ.α. Ένας ιστορικός που προσπαθεί να αντλήσει πληροφορίες μέσα από την εμπειρία των συνεντευξιαζόμενων, πρέπει πάντα να έχει στο νου το ότι οι πληροφορίες αυτές περνούν μέσα από το υποκειμενικό πρίσμα του κάθε ερωτώμενου. Δουλειά του ιστορικού είναι να αξιολογήσει το δείγμα του, να διασταυρώσει τις πληροφορίες μεταξύ τους, να ελέγξει τις πληροφορίες που αντλεί από τις συνεντεύξεις με άλλα ιστορικά στοιχεία, και μετά από μια σειρά ενεργειών να συνθέσει την «αφήγηση» του προσπαθώντας να είναι όσο το δυνατόν πιο προσεκτικός στα συμπεράσματα του. Πρέπει επίσης να γνωρίζει τους περιορισμούς και τις παγίδες της μεθόδου του, και να φροντίσει να το κάνει ξεκάθαρο αυτό και σε όσους απευθύνεται.

Το να αποσπάσεις και να καταγράψεις απλώς κάποιες μαρτυρίες είναι η μισή δουλειά. Η σωστή απόσπαση και καταγραφή, βέβαια, αποτελούν από μόνες τους ένα στοίχημα (για παράδειγμα να μην κατευθύνεις τον συνεντευξιαζόμενο, να μην τον μπλοκάρεις, να τον βοηθάς να ανασύρει τις αναμνήσεις του κλπ) το οποίο πρέπει να κερδίσει ο ερευνητής. Οι μαρτυρίες όμως είναι πληροφορίες, και η πληροφορία για να μετατραπεί σε γνώση, χρειάζεται κόπο. Ο ερευνητής δεν πρέπει ούτε να αγνοήσει την αξία της εκάστοτε μαρτυρίας, ούτε όμως και να της επιτρέψει να διαμορφώσει εξ ολοκλήρου την οπτική του και κατ’ επέκταση τα αποτελέσματα των ερευνών του. Αυτό πολλές φορές είναι κάτι το οποίο γίνεται από λάθος, από αδυναμία και απειρία του ερευνητή, είτε ακόμη και από σκοπιμότητα. Η σκοπιμότητα αυτή μπορεί να έχει δυο πρόσημα α) να θέλει ο ερευνητής να κατασκευάσει με αντεπιστημονικό τρόπο τα αποτελέσματα της έρευνας. β) να θεωρεί ότι η οποιαδήποτε επεξεργασία των μαρτυριών, αποτελεί παρέμβαση στην «υποκειμενική αλήθεια» των συνεντευξιαζόμενων, άρα λαθροχειρία σύμφωνα με τις επιταγές του σχετικισμού.

Το β δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση, όσον αφορά την α περίπτωση ας δούμε ένα παράδειγμα. Αναφορικά με την περίοδο της χούντας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα, αν κάποιος περιοριστεί στην ιστορική του έρευνα σε συνεντεύξεις που θα πάρει από τους συνταγματάρχες και μείνει εκεί, τότε τα συμπεράσματα που θα βγάλει θα απέχουν πολύ από την πραγματικότητα, και η περίοδος της χούντας θα μοιάζει πολύ ελκυστική. Όμως, στην πραγματικότητα, κανείς ιστορικός δεν νομιμοποιείται να συνθέσει την ιστορία της «επταετίας» στηριζόμενος μόνο στις μαρτυρίες των χουντικών. Επιπλέον, άμα όλες οι υποκειμενικές μαρτυρίες αντιμετωπίζονταν από τους επιστήμονες ως ισότιμες μεταξύ τους, τότε η κάθε απόπειρα για να εξαχθούν επιστημονικά συμπεράσματα θα ήταν μάταιη, διότι θα ήταν δυνατόν να ευρεθεί το οτιδήποτε ανάλογα με το ποιον ρωτούσαμε κάθε φορά.

Για να γίνουμε όμως πιο συγκεκριμένοι, θα αναφερθούμε σε δυο επώνυμους ιστορικούς, το γνωστό δίδυμο Καλύβα – Μαραντζίδη, που είναι χαρακτηριστικά δείγματα θιασωτών της ιστορικής αναθεώρησης και της μετά – ιστορίας2. Στο έργο τους «Εμφύλια πάθη, 23 ερωτήσεις και απαντήσεις για τον εμφύλιο», οι δυο ερευνητές στηρίζουν τα εξαγόμενα συμπεράσματα τους σε μεγάλο βαθμό σε προσωπικές μαρτυρίες. Φροντίζουν όμως να συνθέσουν το αφήγημά τους χρησιμοποιώντας συγκεκριμένου τύπου μαρτυρίες, από συγκεκριμένου προσανατολισμού μάρτυρες. Για παράδειγμα, δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στις αφηγήσεις ταγματασφαλιτών ή ατόμων που εγκατέλειψαν το ΚΚΕ και εκφράζουν μίσος για αυτό. Ένα τέτοιο δείγμα, όμως, δεν είναι αντιπροσωπευτικό, και επιλέγεται όχι με σκοπό την προσέγγιση της αλήθειας και την ανακατασκευή της ιστορικής πραγματικότητας, αλλά για ιδεολογικούς καθαρά λόγους, για χάρη των οποίων θυσιάζεται η όποια επιστημονικότητα του όλου εγχειρήματος.3 Ο ερευνητής είναι βεβαίως ελεύθερος να επιλέγει τους ερευνητικούς του στόχους. Στην κοινωνιολογία, για παράδειγμα, νομιμοποιείται κάποιος να εστιάσει στις αφηγήσεις των δοσιλόγων προκειμένου να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο δρούσαν και βίωναν αυτοί οι άνθρωποι την περίοδο της κατοχής. Αυτό που δεν νομιμοποιείται να κάνει ο οποιοσδήποτε ερευνητής, είναι να χρησιμοποιήσει αυτά τα ευρήματα για να δώσει μια γενικότερη εικόνα για την εν λόγω περίοδο. Στην περίπτωση του γνωστού δίδυμου, δεν είναι η έρευνα που οδηγεί στα όποια συμπεράσματα, αλλά τα προαποφασισμένα με ιδεολογικό τρόπο «συμπεράσματα» που οδηγούν την έρευνα, ακόμη και με τη διάπραξη μεθοδολογικών και επιστημονικών λαθροχειριών. Εδώ ένα παλαιότερο σχετικό μου άρθρο.

Αυτή η χαλαρή σχέση λοιπόν με την αντικειμενικότητα, είναι κάτι που νομιμοποιείται απόλυτα στα πλαίσια του σχετικισμού. Οι οπτικές των Καλύβα – Μαραντζίδη, του Ρίχτερ, του Πλεύρη, και άλλων, εφόσον δεν μπορεί να υπάρχει κάποιο γενικό κριτήριο αντικειμενικότητας, μπορούν χωρίς τύψεις να διεκδικούν το δάφνινο στεφάνι της δικής τους αλήθειας που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από την οποιαδήποτε άλλη αλήθεια εκεί έξω.

Η κοινωνική πραγματικότητα εν κενώ

Μια ακόμη τάση που υπάρχει σε πολλές μεταμοντέρνες «πειθαρχίες» στις ανθρωπιστικές επιστήμες είναι το να μη λαμβάνεται υπόψη στην κατασκευή της θεωρίας [στο βαθμό που θα έπρεπε] ο υλικός κόσμος. Τέτοιου τύπου είναι η «φαινομενολογική κοινωνιολογία», η «εθνομεθοδολογία», η θεωρία της «συμβολικής διαντίδρασης», κ.α. Στην πραγματικότητα, αυτού του είδους η αντιμετώπιση του κοινωνικού εμφανίστηκε πρωτύτερα από τη μετανεωτερικότητα, όμως, οι μεταμοντέρνοι έδειξαν σε αυτήν μεγάλη συμπάθεια υιοθετώντας την, ενσωματώνοντας και αναπτύσσοντάς την στις δικές τους οπτικές. Είναι λες και η κοινωνία βρίσκεται μόνο στα κεφάλια των κοινωνικών υποκειμένων και στην όποια μεταξύ τους αλληλεπίδραση. Σαν να διαδραματίζεται το κοινωνικό σε συνθήκες εργαστηρίου, όπου το περιβάλλον είναι κάτι δοσμένο και δεδομένο. Στους «ιδεότυπους» που κατασκευάζονται για την εξήγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε όλες αυτές τις θεωρίες, παρατηρείται η επιρροή του μεθοδολογικού ατομισμού, αφού η κοινωνία μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο μέσα από τους κοινωνικούς δρώντες, τα κοινά νοήματα, και την αλληλεπίδραση μεταξύ τους σαν να είναι αυτοί πλανήτες στο κενό. Είναι –για να θυμηθούμε και τον Πλάτωνα- σαν να μην έχει προτεραιότητα ο ορατός υλικός κόσμος, αλλά ο επέκεινα κόσμος των ιδεών.

Αυτή η αδιαφορία για τον υλικό κόσμο αποτελεί ένα ακόμη «κουσούρι» των μεταμοντέρνων οπτικών. Το «υλικό», όμως, επηρεάζει άμεσα την καθημερινή ζωή, αρα κατ’ επέκταση τις κοινωνικές σχέσεις και την κατασκευή των κοινωνικών νοημάτων, για αυτό και οι ανθρωπιστικές επιστήμες δεν πρέπει να το αγνοούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι οφείλει να γίνει ο κοινωνιολόγος ή ο ιστορικός, φυσικός επιστήμονας (αν και ίσως διεπιστημονικά είναι απαραίτητη συμβολή των φυσικών επιστημών πολλές φορές), όμως δεν μπορεί και να μην λαμβάνει υπόψη του το περιβάλλον μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα η κοινωνική διαντίδραση. Και όταν λέμε περιβάλλον, εννοούμε τόσο το φυσικό περιβάλλον (γεωγραφία, κλίμα, πρώτες ύλες στο υπέδαφος κλπ) όσο και το κατασκευασμένο από τον άνθρωπο (πολεοδομία, κατοικία, αρχιτεκτονική, μορφές παραγωγής, είδη γεωργίας κ.α). Οι συλλογικές αναπαραστάσεις, για παράδειγμα, του χωριού, είναι εντελώς διαφορετικές από αυτές της πόλης, ακριβώς επειδή το περιβάλλον μεταξύ των δυο είναι ολότελα διαφορετικό.

Κατευθυνόμενη έρευνα και σκοπιμότητα

Θέλω στο κλείσιμο να αναφερθώ εντελώς επιγραμματικά στο ζήτημα της προσπάθειας χειραγώγησης των ανθρωπιστικών επιστημών. Αυτό ίσως πρέπει κάποια στιγμή να αποτελέσει ξεχωριστό άρθρο, προς το παρόν όμως θα γράψω δυο – τρεις παραγράφους.

Ζούμε σε έναν κόσμο με δομημένα, ισχυρά συμφέροντα, τα οποία μετέχουν και προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό όλες τις όψεις του κοινωνικού βίου. Το είδος το συμφερόντων που υπάρχουν στην κορυφή πηγάζουν από το είδος της κοινωνίας και της οικονομίας μέσα στην οποία ζούμε, την καπιταλιστική κοινωνία. Οι μεγάλοι καπιταλιστικοί όμιλοι (μονοπώλια) αποτελούν –γραφειοκρατικά- τη οργανωμένη μορφή την οποία παίρνουν αυτά τα συμφέροντα στην εποχή μας.

Αυτοί οι όμιλοι, μέσα από ινστιτούτα, από χρηματοδοτήσεις πανεπιστημίων, μέσα από τη δημιουργία υπερεθνικών οργανισμών, προσπαθούν να χειραγωγήσουν την έρευνα και την επιστήμη προς όφελός τους. Πέρα από την αύξηση της κερδοφορίας τους με άμεσο τρόπο, η χειραγώγηση της επιστήμης μπορεί να συμβάλει και στην προπαγάνδα των μονοπωλιακών ομίλων, έτσι ώστε να έχουν «ηθικό» πλεονέκτημα απέναντι στους ανταγωνιστές τους. Υπάρχει, όμως, ακόμα ένας λόγος που τα μονοπώλια και οι κρατικές και διακρατικές οντότητες των καπιταλιστικών κρατών χρησιμοποιούν την επιστήμη για προπαγανδιστικούς λόγους, και αυτό είναι για να την στρέψουν ενάντια στο γενικό συμφέρον που εξ αντικειμένου αυτά τα ιδιαίτερα [καπιταλιστικά] συμφέροντα καταπατούν. Χειραγωγούν, λοιπόν, τις ανθρωπιστικές επιστήμες, για να παράξουν θεωρία τέτοια, που μέσω αυτής να ελέγχονται και οι μάζες. Αυτού του είδους η επιστήμη προσπαθεί να καλύψει, να κρύψει την υπαρκτή αντίθεση των συμφερόντων των πολλών και των λίγων, και με αυτόν τον τρόπο να καταστήσει τους πολλούς ακίνδυνους για το σύστημα.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι στην εποχή της νιότης του καπιταλισμού, όταν ακόμη είχε κάτι να δώσει, παρατηρήθηκε μια έκρηξη εξέλιξης σε όλες τις επιστήμες. Δεν είναι επίσης τυχαίο, ότι την εποχή που αναδυόταν ο καπιταλισμός, χρησιμοποιούσε όλες του τις δυνάμεις, μεταξύ αυτών και την επιστήμη και την καινοτομία, για να στρέψει τις μάζες με επαναστατικό τρόπο απέναντι στην τότε κατεστημένη τάξη των ευγενών. Στην σημερινή εποχή, όλες οι παθογένειες του παρηκμάζοντος καπιταλιστικού συστήματος κληροδοτούνται και στην επιστήμη. Αυτή απαιτείται να δρα ως θεραπαίνιδα του, και μεταξύ άλλων να αποτρέπει τις μάζες από οποιαδήποτε σκέψη να του εναντιωθούν.

Όπως έλεγε ο Μαρξ, πέρα από τα μέσα παραγωγής, οι αστοί κατέχουν και τα μέσα προπαγάνδας/ιδεολογίας. Σε μεγάλο βαθμό η επιστήμη, είναι και αυτή στα χέρια τους ένα μέσο προπαγάνδας. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, ότι αυτή η απέχθεια των μεταμοντέρνων για τις «μεγάλες αφηγήσεις», εξυπηρετεί τη «μεγάλη αφήγηση» του καπιταλισμού και του there is no alternative (TINA) -> δεν υπάρχει εναλλακτική.

Όλο αυτό λειτουργεί προς δυο κατευθύνσεις: από τη μία να αφοπλίζονται οι κοινωνικές/ανθωπιστικές επιστήμες από τα θεωρητικά εργαλεία που μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματική κριτική στον καπιταλισμό (αυτός είναι και ο λόγος που προωθούνται λογής-λογής «αυτιστικές» τάσεις οποίες δεν μπορούν να δουν πέρα από τη μύτη τους). Από την άλλη, η όποια παραγωγή της επιστήμης καταλήγει να υπηρετεί το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα ως μορφή θετικής προπαγάνδας. Εκείνο είναι που καθορίζει το μοίρασμα της πίτας για την έρευνα, εκείνο είναι που δίνει στα κρυφά ή στα φανερά κονδύλια σε ινστιτούτα, πανεπιστήμια, και σε ερευνητές, εκείνο είναι που φροντίζει να θαφτεί η να δυσφημιστεί οποιαδήποτε θεωρία δύναται να προκαλέσει εναντίωση. Δεν είναι μόνο η Χάνα Άρεντ και η θεωρία της για τους δύο ολοκληρωτισμούς, αλλά και τόσοι άλλοι όπως ο Φουκουγιάμα με το ανιστόρητο κήρυγμα του για το τέλος της ιστορίας (ότι ο καπιταλισμός, τάχα, αποτελεί ιστορικά το τελευταίο σκαλοπάτι εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας), ο Χαινς Ρίχτερ που μαζί με Καλύβα/Μαραντζίδη υπηρετούν μια γενικότερη τάση αντεπιστημονικής αναθεώρησης της ιστορίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου4 κλπ. Το μεταμοντέρνο, έρχεται σαν πολύτιμο θεωρητικό εργαλείο να ικανοποιήσει τις ανάγκες αυτού του είδους της «επιστήμης» με βαρύ κόστος για την πραγματική επιστήμη, αλλά και για την ευημερία της ανθρωπότητας.

Λαγωνικάκης Φραγκίσκος(Poexania)

1https://seekingourgod.wordpress.com/2014/08/18/is-relativism-and-postmodernism-the-same/

2 Μετά – Ιστορία: Τάση αναθεώρησης της ιστορίας μέσα από μεταμοντέρνα σχήματα και μεθόδους. Στους κόλπους της περιλαμβάνει και το ξαναγράψιμο της ιστορίας του Β ΠΠ, με πρόσφατο και εγχώριο παράδειγμα το έργο του Χάινς Ρίχτερ που παρουσιάζει τους ναζί εισβολείς στην Κρήτη ως θύματα και τον λαό που αντιστάθηκε ως θύτη. Αντίστοιχες αντιλήψεις παρουσιάζονται και στο έργο των Καλύβα – Μαραντζίδη, που θέλει τους αντιστασιακούς να είναι υπεύθυνοι για τις σφαγές των ναζί στη χώρα αφού –σύμφωνα με τη λογική των συγγραφέων– αν αυτοί δεν αντιστέκονταν οι ναζί δεν θα προέβαιναν σε αντίποινα και θα μας είχαν στα πούπουλα.

3 Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους κυρίους Καλύβα – Μαραντζίδη: http://istorika-ntokoumenta.blogspot.gr/2017/05/23-1941-1949.html

4 Στα πλαίσια αυτής της αναθεώρησης οι θύτες γίνεται απόπειρα να παρουσιαστούν σαν θύματα και τα θύματα σαν θύτες. Παράλληλα, να υποβαθμιστεί η υπεράνθρωπη προσπάθεια και επιτυχία των σοβιετικών που τσάκισαν τις δυνάμεις του άξονα καθώς και να εξομοιωθεί το σοσιαλιστικό στρατόπεδο με την ναζιστική Γερμανία και ο σοσιαλισμός με το ναζισμό.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: